Η απόφαση του μουσείου Μαουριτσχάους, του «μικρότερου από τα μεγάλα μουσεία του κόσμου και του μεγαλύτερου από τα μικρά μουσεία του κόσμου», όπως αποκαλείται, μετά την ανακαίνισή του, να αφαιρέσει την προτομή του πρώτου ιδιοκτήτη του κτιρίου και μετέπειτα μουσείου, πρίγκηπα Γιόχαν Μόριτς του ΝάσσαουΖίγκεν, ο οποίος υπήρξε δουλέμπορος στη Βραζιλία, από το λόμπι του μουσείου, άναψε κυριολεκτικά φωτιά σε μια συζήτηση για την αποικιακή κληρονομιά των Κάτω Χωρών.

Το διάσημο μουσείο της Χάγης, το οποίο ανάμεσα στα αριστουργήματά του φιλοξενεί το περίφημο Κορίτσι με το μαργαριταρένιο σκουλαρίκι του Βερμέερ, πήρε την απόφαση να αναδιοργανώσει τις συλλογές του με τρόπο ώστε να αντικατοπτρίζουν τη συζήτηση που γίνεται μέσα στην κοινωνία στην εποχή μας.

Η συζήτηση που άνοιξε στους πολιτικούς κύκλους και στα κοινωνικά μέσα ενημέρωσης, αντανακλώντας την αυξανόμενη ανησυχία και την ευαισθησία σχετικά με την ολλανδική αποικιακή κληρονομιά, δεν άφησε αμέτοχο ούτε τον κεντροδεξιό πρωθυπουργό της χώρας Mark Rutte που δήλωσε ότι είναι «τρελό να  κρίνουμε το μακρινό παρελθόν με σημερινά μάτια».

Ο διευθυντής του μουσείου εξήγησε σε τηλεοπτική συνέντευξη ότι η προτομή, ένα μαρμάρινο αντίγραφο του αρχικού γλυπτού, δεν χρειάστηκε πλέον, επειδή το Mauritshuis δημιούργησε πρόσφατα μια γκαλερί αφιερωμένη στον ιδρυτή του, συμπεριλαμβανομένης μιας πρωτότυπης προτομής του. «Πρόκειται για τη βελτίωση του τρόπου που μιλάμε για την ιστορία έτσι ώστε να μπορούμε να μοιραζόμαστε όλες τις πτυχές, θετικές και αρνητικές, με τους επισκέπτες μας», δήλωσε ο Gordenker. «Δεν υπήρχε πραγματικά ανάγκη να έχουμε αυτή τη ρεπλίκα προτομή ανάμεσα στις τουαλέτες και το ταμείο».

Η Antoinette Laan, βουλευτής του Συντηρητικού Φιλελεύθερου Κόμματος (VVD) του Rutte, υπέβαλε ερωτήσεις για την υπόθεση λέγοντας πως «εισάγουμε την αμερικανική τάση στην υπερευαισθησία», αναφερόμενη προφανώς στην εκστρατεία στις ΗΠΑ για την άρση αγαλμάτων στρατιωτών από δημόσιους χώρους ή στην εκστρατεία στη Βαρκελώνη για την απομάκρυνση του αγάλματος του Χριστόφορου Κολόμβου λόγω της συσχέτισής του με την αποικιοκρατία και τις γενοκτονίες που ακολούθησαν.

Η συζήτηση για την αποικιοκρατία στην Ολλανδία έχει επηρεάσει ακόμα και τα σχολεία σχετικά με τις ονομασίες που έχουν και αναφέρονται στο μακρινό παρελθόν της χώρας. Στο Άμστερνταμ, ένα δημοτικό σχολείο που είχε το όνομα του πρώην Ολλανδού κυβερνήτη των Ανατολικών Ινδιών, Jan Pieterszoon Coen, ανακοίνωσε την αλλαγή του ονόματός του αφού ο Κοέν, ο περίφημος σφαγέας Μπάντα εξολόθρευσε τον 17ο αιώνα τον πληθυσμό. «Δεν θέλουμε να συνδεθούμε μαζί του», δήλωσε η διευθύντρια του σχολείου Sylvia van den Akker. «Δολοφόνησε πολλούς ανθρώπους». Στους ίδιους ρυθμούς κινήθηκε το Witte de With, το σύγχρονο κέντρο τέχνης στο Ρότερνταμ που δήλωσε ότι δεν θέλησε πλέον να φέρει το όνομα του αντιναυάρχου De With, ο οποίος κατέστρεψε κυριολεκτικά χιλιάδες δέντρα και τη φύση στην Αμπόν.

Ο Johan Maurits van Nassau-Siegen ήταν ξάδερφος του Πρίγκιπα της Οράγγης και διορίστηκε διοικητής της ολλανδικής αποικίας στη Βραζιλία το 1636. Από το 1631 ο πρίγκηπας αγόρασε ένα οικόπεδο που γειτνίαζε με το κτιριακό συγκρότημα Binnenhof και τη μικρή λίμνη Hofvijver στο κέντρο της Χάγης, που εκείνη την εποχή ήταν το πολιτικό κέντρο της Ολλανδικής Δημοκρατίας. Στο οικόπεδο αυτό οικοδομήθηκε, μεταξύ των ετών 1636 και 1641, κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του Γιόχαν Μόριτς στην Ολλανδική Βραζιλία (ή Νέα Ολλανδία, όπως αποκλήθηκε η αποικία των Ολλανδών στο βόρειο τμήμα της σημερινής Βραζιλίας). Το κτίριο, σε ρυθμό μπαρόκ έχει αυστηρή συμμετρία και αρχικά περιλάμβανε τέσσερα διαμερίσματα και μια μεγάλη αίθουσα. Κάθε διαμέρισμα διέθετε προθάλαμο, κοιτώνα, γραφείο και ιματιοθήκη. Αρχικά το κτίσμα διέθετε τρούλο, ο οποίος καταστράφηκε σε πυρκαγιά το 1704.

Μετά τον θάνατο του πρίγκηπα Γιόχαν Μόριτς, το 1679, το οίκημα αποκτήθηκε από την οικογένεια Μάες, η οποία το ενοικίασε στην ολλανδική κυβέρνηση. Το 1704 το μεγαλύτερο τμήμα του εσωτερικού του κτιρίου καταστράφηκε από πυρκαγιά και αναστηλώθηκε κατά το χρονικό διάστημα 1708 – 1718. Το 1820 το οίκημα αγοράστηκε από το ολλανδικό κράτος, με σκοπό να στεγάσει τη βασιλική συλλογή πινάκων. Το 1822 άνοιξε τις πύλες του για το κοινό και στέγασε τόσο τη βασιλική συλλογή πινάκων όσο και τη βασιλική συλλογή σπανίων αντικειμένων. Το 1875 το οίκημα αποδόθηκε ολόκληρο στη συλλογή πινάκων.

Το Μαουριτσχάους σήμερα στεγάζει τη Βασιλική Συλλογή Πινάκων, η οποία αποτελείται από 841 αντικείμενα, κυρίως της Χρυσής Εποχής της Φλαμανδικής ζωγραφικής. Περιλαμβάνει έργα των Γιοχάννες Βερμέερ, Ρέμπραντ, Γιαν Στέιν, Πάουλους Πόττερ, Φρανς Χαλς, Χανς Χόλμπαϊν του νεότερου και άλλων μεγάλων δημιουργών. Αποτελεί ιδιοκτησία της ολλανδικής κυβέρνησης και περιλαμβάνεται στα 100 κορυφαία μνημεία της ολλανδικής κληρονομιάς.