«Στις “Τρεις Ψηλές Γυναίκες” κάνω μια κυρία 91 ετών», μου λέει η Μπέττυ Αρβανίτη και ανεβαίνει τρέχοντας τα σκοτεινά σκαλιά προς το καμαρίνι της, ένα δεύτερο σπίτι τριάντα χρόνων, στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας. Στο θεατρικό έργο του Έντουαρντ Άλμπι, υποδύεται μια ηλικιωμένη γυναίκα που έρχεται αντιμέτωπη με τα αναπάντητα ερωτήματα της ζωής της μέσα από τη συνάντησή της με δυο νεώτερες γυναίκες, παλεύοντας μέχρι τέλους να δώσει νόημα σε κάθε πράξη της και να φέρει πίσω όσα της γλίστρησαν μέσα από τα χέρια στη διάρκεια της μακράς ζωής της.

«Νομίζω το πιο ιντριγκαδόρικο στοιχείο του έργου είναι το πώς αντιμετωπίζουμε τη ζωή σε κάθε διαφορετική ηλικία», λέει η Μπέττυ Αρβανίτη. «Θα ήταν πολύ παράξενο και τολμηρό να μπορείς να συναντήσεις τον εαυτό σου σε ηλικία 26 χρονών και να μπορείς να κάτσεις εδώ, απέναντι, να πιείτε καφέ και να τα πείτε. Αυτός είναι ένας διάλογος που έρχεται να συμπληρώσει έναν άλλο, αυτόν που κάνει κάποιος σε μεγάλη ηλικία με το θάνατο και με μια έννοια αυτογνωσίας».

Η έννοια του τέλους μάς φαίνεται πολύ μακρινή σε όποια ηλικία και αν είμαστε;
Νομίζω πως ναι. Σκεφτείτε μόνο πόσα πολλά ψέμματα λέμε στον εαυτό μας, πόσο δεν μπορούμε να αντέξουμε. Είναι πολύ δύσκολο να δεις τον καθρέφτη απέναντί σου, εδώ μια φωτογραφία βλέπεις και λες «Ωπα! Τι συμβαίνει;». Αυτό που μου αρέσει και στο έργο αυτό, είναι η έλλειψη σοβαροφάνειας απέναντι στο είδωλό μας. Ζουν δυναμικά οι ήρωές του, δεν υπάρχει το «κάθομαι και αναπολώ», υπάρχουν συγκρούσεις μέχρι τέλους.

Εννοείτε την τόλμη να μπορέσεις να δεις αληθινά τη ζωή σου;
Νομίζω, την τόλμη του να δεις απέναντί σου μια αλήθεια. Είτε την κρύβεις, είτε στη λένε, είτε οτιδήποτε. Να είσαι παρατηρητής του εαυτού σου, να έχεις φτάσει στο σημείο να μπορείς να το κάνεις. Να μπορείς να μιλάς σε τρίτο πρόσωπο για τον εαυτό σου, να σκέφτεσαι σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς να έχεις τρελαθεί, όπως λέει η ηρωίδα του Άλμπι.

Τρεις Ψηλές Γυναίκες

Εσείς στην αληθινή ζωή έχετε μπει σε τέτοιες σκέψεις; Γενικώς, στην αναμέτρηση με το παρελθόν και σε αυτά που εμπεριέχει.
Βεβαίως έχω ψάξει. Και μόνο κάνοντας αυτή τη δουλειά και περνώντας από χιλιάδες ρόλους και επειδή το υλικό μας είμαστε εμείς και κανένας άλλος, αναγκάζεσαι να πας εις βάθος, να ψάξεις και να δεις, στο βαθμό φυσικά που μπορείς και τολμάς. Θα σας πω για παράδειγμα ότι πραγματικά έχω γελάσει πολύ κατά καιρούς με αντιδράσεις της νεότητάς μου.

Όπως;
Όλο αυτό το επηρμένο και το «δε με πιάνει τίποτα, εγώ είμαι Η…». Αυτό όταν το βλέπω σε νέους ανθρώπους, βλέπω αυτή την πλευρά, παρόλο που έχω αγάπη στους νέους και τους πιστεύω και τους εμπιστεύομαι και έχω σχέσεις, δεν το πολυεκτιμώ. Σκέφτομαι «έχεις ακόμα να πάθεις πολλά». Όμως αυτό δε διδάσκεται, όπως όλα τα μεγάλα της ζωής. Απλώς σήμερα, κοιτάζοντάς το, λέω «χάνεις χρόνο με αυτό». Εννοώ την αλαζονεία της νεότητας. Τελικά, όμως, εδώ που τα λέμε, έτσι πρέπει να είναι οι νέοι.

Όμως αν όλοι οι εικοσάρηδες είχαν σοφία, θα ήταν ένας κόσμος βαρετός, είναι σαν να έχεις επίγνωση του χρόνου και του θανάτου ως παιδί, δε γίνεται.
Φυσικά και δε νοείται να έχεις τη συνείδηση του τέλους ως νέος. Ακόμα πιο φυσικό να είναι μια σκέψη που απωθείς. Και μη λέμε ψέμματα, όλοι φοβόμαστε το θάνατο γιατί είναι άγνωστος όπως και οι συνθήκες μέσα στις οποίες θα τον συναντήσουμε. Ουδείς συμφιλιώνεται, αυτό είναι ψέμα και βλακείες. Πιστεύω ότι ο θάνατος δεν είναι θέμα της ζωής, δεν αφορά τη ζωή. Αλλά θα ήθελα να σας εξομολογηθώ ότι έχω μεγάλη περιέργεια για τη διαδικασία και τη διαδρομή προς το τέλος. Μέχρι εκεί. Δεν εννοώ τη μετά θάνατον ζωή, το μετά δε με απασχολεί.

Τρεις Ψηλές Γυναίκες

Μπορείτε να μου πείτε μια σχετική επίγνωση σε σχέση με τη ζωή, για παράδειγμα εδώ, σε αυτό το καμαρίνι που έχετε ζήσει επί 30 χρόνια;
Ότι συνειδητοποιεί κανείς πρώτα από όλα, πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα. Οι επιθυμίες δε σταματάνε, τα ερωτηματικά βαθαίνουν και η ικανοποίηση είναι όλο και πιο δύσκολη, δεν μπορείς να πεις «τα κατάφερα, το έκανα καλά ή πάρα πολύ καλά».

Έχετε πει ποτέ στον εαυτό σας «τα κατάφερα;»
Εγώ δε το λέω. Μου αρέσει πολύ να το ακούω γιατί με χαϊδεύουν άλλοι, αλλά προσωπικά δεν είμαι και τόσο χαδιάρα στον εαυτό μου.

Είναι σαν συνήθεια να συμπεριφέρεστε έτσι στον εαυτό σας;
Είναι, γιατί μέσα μου, βαθιά, πάντα πιστεύω ότι υπάρχει κι άλλο. Ότι δεν είναι μόνο αυτό. Και ότι μπορεί να γίνει κάτι βαθύτερο. Να γίνει κάτι καλύτερο.

«Είναι εφήμερο το θέατρο, θνησιγενές, είναι το εδώ και τώρα»

Μου μιλάτε για το ανικανοποίητο;
Δεν είναι το ανικανοποίητο. Απλώς, όσο περισσότερο γνωρίζεις αυτή τη δουλειά, έρχεσαι σε επαφή με αυτή τη δουλειά και όσο γίνεται περισσότερο και εις βάθος, καταλαβαίνεις ότι τα πράγματα δεν είναι απλά. Έχουμε δει υπέροχες παραστάσεις, υπέροχους ηθοποιούς έχουμε κάνει ρόλους ή έχουμε θαυμάσει άλλους. Δε σου φτάνει. Όταν λες «είχα επιτυχία», όταν το λέμε,  είναι ήδη παρελθόν. Μοιάζει τερατώδες, αλλά αυτό είναι, έχει τελειώσει.

Μου λέτε ότι η γεύση της ικανοποίησης είναι πάρα πολύ πρόσκαιρη και μόνο στο παρόν;
Είναι εφήμερο το θέατρο, θνησιγενές, είναι το εδώ και τώρα. Είναι μόνο μια παράσταση που μπορεί να μείνει πιθανώς σε κάποια μνήμη, στην καλύτερη περίπτωση. Σε σένα, έχει αφήσει μόνο ερωτηματικά κατά βάση. Οπότε, αυτό που είναι και το πιο ενδιαφέρον για μένα σε αυτή την ιστορία, είναι οι σχέσεις.

Μιλάμε για τις συναντήσεις με τους ανθρώπους στη δουλειά σας;
Μιλάμε για αυτό ακριβώς το κομμάτι που συγκροτεί μια πολύ πλούσια πνευματική ζωή. Τη δημιουργική διαδρομή σου μαζί με κάποιους ανθρώπους με τους οποίους ανταλλάσσεις πράγματα, γνωρίζεις βαθιά και σε γνωρίζουν βαθιά. Γιατί η άγνοια, η ανασφάλεια, είναι παρούσες, τα πάντα φαίνονται, δεν μπορείς να κρυφτείς από τους άλλους, ούτε από τον εαυτό σου κατά τη διάρκεια της παράστασης. Γιατί ούτε στον έρωτα δεν ανοίγεσαι τόσο πολύ, όσο στο θέατρο.

Οπότε οι άνθρωποι που σας γνωρίζουν καλά ποιοι είναι; Στη ζωή ή στη δουλειά σας;
Ομολογώ δεν το έχω σκεφτεί. Θα ήταν αστείο να ξεχωρίσω τη ζωή από τη δουλειά, οπότε είναι αυτοί που κατά καιρούς έχω ανταλλάξει ένα πολύ γνήσιο βλέμμα, έχουμε συνεννοηθεί χωρίς λόγια.

Επί σκηνής;
Ναι. Ξέρετε, αμφιβάλλω ακόμα και αν και ο γιος μου με ξέρει τόσο καλά. Υπάρχουν πλευρές μου που δεν τις έχει δει και τις έχουν δει άνθρωποι της δουλειάς. Δεν είναι μόνο οι σκηνοθέτες, είναι οι συνάδελφοι, κυρίως αυτοί. Αυτή η γνήσια ανταλλαγή αληθινού βλέμματος επί σκηνής είναι κάτι πολύ σημαντικό και πολύ σπουδαίο και αυτό εμπεριέχει μια βαθιά εμπιστοσύνη. Πραγματικά γδύνεσαι εκείνη τη στιγμή και λες μια αλήθεια, τόση δα…

Μου περιγράφετε κάτι πολύ ριψοκίνδυνο, τη στιγμή που ο άλλος «ξέρει».
Είναι πολύ ριψοκίνδυνο. Υπάρχουν όμως αυτοί οι άνθρωποι δίπλα μας κατά καιρούς. Με τους οποίους σε ένα απειροελάχιστο χρόνο, έχεις μια επαφή, λες την αλήθεια. Γι’ αυτό το λόγο και θεωρώ ότι το βασικό και πρώτο είναι η επιλογή των ανθρώπων που θα δουλέψεις μαζί, αυτό σε κάνει να προχωράς, το να μιλάς την ίδια γλώσσα.

«Μου έχει συμβεί να έχω ντραπεί για μένα όταν απέναντί μου έχω ένα τραγικό γεγονός και μπορεί να το κοιτάξω σαν υλικό για το θέατρο»

Θα μιλήσουμε για τη ζωή στο θέατρο; Για το σινάφι, τον κόσμο σας.
Αυτός ο κόσμος, μέσα στον οποίο βρίσκομαι και έτσι δυσκολεύομαι να πω τα καλά και τα κακά, είναι ο κόσμος μου.  Είναι ένας κόσμος αυτιστικός που αδιαφορεί για πολλά πράγματα, ακόμα και αν δείχνει ότι ενδιαφέρεται γι’ αυτά.

Αυτή είναι μια πολύ σκληρή ομολογία.
Είναι. Όπως είναι και η ερώτηση αυτή που σε φέρνει ενώπιος ενωπίω και πρέπει κάπως να την αντιμετωπίσεις. Ξέρετε, εμείς στο θέατρο, κλέβουμε τη ζωή, κανονικά και καλά κάνουμε, γιατί πώς αλλιώς; Όμως μου έχει συμβεί να έχω ντραπεί για μένα όταν απέναντί μου έχω ένα τραγικό γεγονός και μπορεί να το κοιτάξω σαν υλικό για το θέατρο. Μου έχει συμβεί, όχι μια μόνο φορά και έχω ντραπεί πολύ, αισθάνθηκα φριχτά, ότι είμαι αναίσθητη, ότι έκανα κάτι πολύ κακό.

Τρεις Ψηλές Γυναίκες

Θα μου το πείτε;
Μπαίνουμε σε πολύ δύσκολες κουβέντες, αλλά θα το πω. Η πρώτη φορά που μου συνέβη ήταν παλιά, ήμουν με τη Νίκη Τριανταφυλλίδη κι ακούσαμε μια εξομολόγηση μιας κυρίας. Βγαίνοντας και οι δυο από το καμαρίνι είπαμε «είδες πώς λέγεται ένα μονόλογος;». Αυτό είναι ντροπή κι εγώ ακόμα δεν το έχω ξεπεράσει. Από τη μια μεριά καταλαβαίνω ότι είναι υλικό η ζωή, από πού θα πάρεις; Θα πάρεις από τον περίγυρο, τα διαβάσματα και όσο πιο πολύ σε νοιάζει η δουλειά σου, σε νοιάζουν και αυτά. Το μόνο ελαφρυντικό σε αυτή την υπόθεση είναι ότι αυτό το υλικό το καταθέτεις, το χρησιμοποιείς για να το μεταδόσεις. Τώρα, το πόσο είναι ελαφρυντικό, αυτό δεν ξέρω. Αυτά είναι τα καλά και τα κακά της δουλειάς, όλα μαζί. Οι ιδιαιτερότητες. Κάποτε είχα διαβάσει τις επιστολές του Τσέχωφ προς την Κνίπερ, στις οποίες παραπονιόταν και της έλεγε «δε μου γράφεις τρυφερά…» και μετά συνέχιζε «αλλά είσαι ηθοποιός και έτσι πρέπει να είσαι, ψυχρή». Είναι απίστευτο και δεν είχε άδικο. Γιατί υπάρχει αυτή η απόσταση, το μέσα και έξω.

Η απόσταση του παρατηρητή;
Ενός παρατηρητή, ακριβώς. Αλλά λες κιόλας, τουρισμό κάνω; Δεν κάνεις τουρισμό όμως.

Το καλό σημάδι αυτής της διαδικασίας ποιο είναι;
Το καλό της σημάδι, είναι να έχεις την αίσθηση ότι βρήκες κάτι που ρέει και είναι αληθινό. Αυτή είναι μια ευτυχία στο θέατρο όταν συμβαίνει. Όταν νιώσεις κάποιες στιγμές, λίγες, ότι μπήκες σε ένα δρόμο προσωπικής αλήθειας και κατάθεσης, η οποία είναι αληθινή, δεν είσαι πια ο ρόλος. Αυτό, όταν συμβεί, αισθάνομαι ότι δεν είμαι απλώς ηθοποιός, μπαίνει και μια προσωπική σφραγίδα. Είναι εκεί που αισθάνεσαι λίγο καλλιτέχνης.

Μου λέτε ένα παράδειγμα;
Δε θέλω γιατί θα πρέπει να μιλήσω για έργα.

Και τι; Φοβάστε μην παρεξηγηθεί κανείς;
Όχι, καθόλου. Θα σας πω, εντάξει, μπορώ να πω κάτι. Μου συνέβη στη «Φόνισσα». Εγώ είμαι αστή, δεν έχω χωριό, είμαι πολύ δυστυχής που δεν έχω χωριό. Σε αυτό το έργο βρέθηκαν κάτι περίεργες ρίζες μου εκεί μέσα, που δεν υπήρχα ως Μπέτυ πουθενά, κάποιες στιγμές. Υπήρχε κάτι που ομολογώ δεν έχω καταλάβει κι ούτε πρόκειται. Όσες φορές το έχω σκεφτεί, κατέληξα ότι ίσως το όχημα ήταν η γλώσσα του Παπαδιαμάντη. Για να μιλήσω πολύ ειλικρινά, τελικά, δεν ξέρω τίποτα για το πώς συνέβη, τίποτα. Έγινε όμως, κάπου άνοιξε κάτι μέσα μου.

Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι μου το λέτε χωρίς ίχνος νοσταλγίας, έστω αναπόλησης…
Γιατί η ιδέα της αναπόλησης και του απολογισμού είναι κάτι που σιχαίνομαι. Υπάρχουν πιο σημαντικά πράγματα από το να νοσταλγώ. Δεν έχω χρόνο να νοσταλγήσω, δεν έχω περιθώριο.

«Ωραίο πράγμα είναι να βλέπεις παλιές ταινίες, αλλά δεν πας μπροστά με αυτές μόνο»

Δε την παρατηρείτε σαν διάχυτη τάση γύρω μας;
Φυσικά τη βλέπω, αλλά δεν πιστεύω ότι αυτή η καταφυγή δημιουργεί το υλικό για το «μπροστά». Χρειάζεται περισσότερη φαντασία και ενάργεια πνευματική για να ξεπεράσουμε τη δυσκολία μας στο παρόν. Η νοσταλγία δεν μπορεί να είναι πρότυπο, δεν εμπεριέχει ενέργεια και αλήθεια. Δηλαδή ωραίο πράγμα είναι να βλέπεις παλιές ταινίες, αλλά δεν πας μπροστά με αυτές μόνο.

Βλέπω δε σας αρέσει καθόλου το παρελθόν, αλλά δεν πιστεύω ότι δεν σκέφτεστε το παρελθόν.
Θέλω να ξέρετε, ότι το παρελθόν είναι εξαιρετικά βαρετό. Προσωπικά βαριέμαι να ακούω παλιές ιστορίες, εκτός από αυτές που αφορούν κάποιους για τους οποίους έχεις περιέργεια να μάθεις. Από κει και πέρα σκέφτομαι αυτούς με τους οποίους είμαστε συγγενείς ή έχουμε υπάρξει. Τους ανθρώπους πέρα από τις ιστορίες.

Θα σας πάω στην ιστορία του θεάτρου σας που είναι 30 ετών, φέτος.  Τι θα μου λέγατε;
Ότι είναι κανονικά, μια ζωή. Ένας άνθρωπος τριάντα χρονών είναι ολόκληρος άνθρωπος. Είναι πολλά χρόνια, αλλά είναι και λίγα. Τα γιορτάσαμε, στέκομαι για κάποιες στιγμές στις συναντήσεις, στους ανθρώπους που με καθόρισαν, αλλά όλα αυτά τα βρίσκω ως κίνητρο για το τώρα, για το πάρα πέρα. Γιατί αυτό είναι το θέμα του θεάτρου. Το θέατρο δε γίνεται να είναι παρελθόν.

Σας ικανοποιεί αυτή η διαδρομή που κάνατε;
Η διαδρομή αυτή είχε το προσόν του ότι τολμήσαμε και ρισκάραμε πολλά πράγματα. Δε σκεφτήκαμε ποτέ τι μπορεί να αρέσει στο κοινό. Ίσως επειδή το ταμείο δε μας καθόρισε. Όχι ότι δε μας νοιάζει, αλλά δε ζούμε από αυτό. Αυτό το θέατρο ήταν και δικό μου όνειρο και του Βασίλη Πουλαντζά. Δεν ήταν ένα θέατρο που έκανε για τη γυναίκα του. Το λέω αυτό για να μη σκοτώσει και τις δυο μας όταν βγει η συνέντευξη. Το θέατρο έγινε και υπάρχει επειδή ο Βασίλης κατάφερε να ρισκάρουμε πράγματα, εγώ στην οργάνωση είμαι άσχετη. Εκείνος από μικρός, αν και τεχνοκράτης υπό μια έννοια, πολιτικός μηχανικός, είχε ψώνιο με το θέατρο, πάντα με καλλιτέχνες έκανε παρέα. Σκαλώσαμε μαζί και δε θα μπαινα ποτέ σε αυτή την περιπέτεια αν δεν ήταν ο Βασίλης. Ήμουν τυχερή και δε το συζητώ. Ήταν μια συγκυρία ένα πάντρεμα και δικό μας και του θεάτρου, ένας διπλούς έρως. Γιατί είναι ανήσυχος άνθρωπος και δεν έψαχνε τα εύκολα και το αγαπούσε και το διαχειριζόταν πάντα με τους καλύτερους. Αυτούς ήθελε. Γι’ αυτό και είναι ένα από τα λίγα θέατρα που επιβίωσαν αφότου σταμάτησαν και οι επιχορηγήσεις.

Θα επανέλθουν οι επιχορηγήσεις είπε η Λυδία Κονιόρδου, αλλά κατά παράσταση.
Λογικό μου φαίνεται. Μακάρι να τα καταφέρει η Λυδία. Γιατί είναι άνθρωπος δικός μας, άνθρωπος του θεάτρου, ξέρει τη δουλειά και καταλαβαίνει. Υπάρχει στην τέχνη, σε αυτό που λέμε «σκηνικό της ελληνικής τέχνης» από παιδί. Είμαι βεβαία ότι αντιλαμβάνεται πολύ περισσότερα και στην ουσία των προβλημάτων από έναν πολιτικό καριέρας.

Υπάρχει κάτι που σας τρομάζει πολύ σήμερα;
Η ουσιαστική αλλοίωση των ανθρώπων μέσα στο χρόνο, η μετάλλαξή τους. Μιλάμε για μια άλλη εποχή σήμερα. Η οποία είναι αδιανόητη. Είμαστε πια μεγάλοι άνθρωποι. Και είναι μεγάλη ντροπή να μεγαλώνεις και να λες μαλακίες, να είσαι αλαζονικός. Είναι μια αντιστροφή των ρόλων, οι μικροί λένε αυτές τις σαχλαμάρες.

Σχεδιάζετε για το μέλλον;
Δεν σχεδιάζουμε. Δε λέω ότι δεν έχω επιθυμίες, ούτε υπάρχει το «χορτάτος» σε αυτή τη δουλειά. Ευχαριστημένη, ναι είμαι. Θα επανέλθω σε αυτό που είπαμε αρχικά, στις συναντήσεις με τους άλλους μέσα στο θέατρο. Η Μάγια Λυμπεροπούλου λέει ότι «είναι πληθυντικού αριθμού το θέατρο». Οπότε η μία παράσταση φέρνει την άλλη. Αν αυτό το θεωρείτε σχέδιο, είναι αυτό.

Info παράστασης: Τρεις Ψηλές Γυναίκες | 8 Μαρτίου – 9 Απριλίου 2017 | Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας