Κλαδιά ελιάς και πήλινα ρόδια υποδέχονται τον επισκέπτη του πωλητηρίου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, όπου μεταμορφωμένο και φωτεινό υποδέχεται τους επισκέπτες του μουσείου. Όψη αλλιώτικη από αυτή που είχαμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια, βιτρίνες γεμάτες ενδιαφέροντα αναμνηστικά και αντικείμενα, αλλά και μια έκπληξη που περιμένει τον επισκέπτη στην είσοδο.

Μεταμορφωμένη σε εργαστήριο με τα πιστά αντίγραφα παραταγμένα και τα εργαλεία των τεχνιτών δημιουργεί αμέσως την μοναδική ατμόσφαιρα, την «μυστική» όψη πίσω από την καλλιτεχνική δημιουργία. Δυο καλλιτέχνες των εργαστηρίων του ΤΑΠΑ, ο Κωνσταντίνος Κυπριωτάκης και ο Βασίλης Λιόλιος, μέσα στο πωλητήριο, εργάζονται δίνοντας και αυτοί με τη σειρά τους έναν άλλον τόνο, ζωντάνιας, μια στιγμή δημιουργίας και τη μεταμόρφωση ενός έργου βάζοντας τον επισκέπτη σε μια αλλιώτικη ατμόσφαιρα. Οι επισκέπτες παρατηρούν διακριτικά και με ενδιαφέρον τα πιστά αντίγραφα να μεταμορφώνονται στα χέρια τους.

Χέρια, αντίγραφα αγαλμάτων κρατούν μαντήλια και φουλάρια, κοσμήματα του Θωμά Κοτσιγιάννη, αντικείμενα τέχνης του Στέλιου Γαβαλά κερδίζουν το βλέμμα. Οι καλλιτέχνες παραχώρησαν τα έργα τους προκειμένου να εκτεθούν στις ανανεωμένες προθήκες δίπλα σε ειδώλια, κεφαλές και αριστουργηματικά αντίγραφα.

Η Μιμίκα Γιαννοπούλου, μέλος του ΔΣ του ΤΑΠ, αλλά και με εκτελεστικά καθήκοντα συντονισμού του Τομέα των Πολιτιστικών Προϊόντων-Πωλητηρίων και εκλαϊκευμένων εκδόσεων, αεικίνητη, με ξεναγεί και εντοπίζει πόσο μεγάλη σημασία έχει σε αυτή τη στιγμή, για την αλλαγή στην εικόνα των πωλητηρίων και των πολιτιστικών προϊόντων το μεράκι, το ταλέντο, η ορθή σκέψη, η γνώση και βούληση να αλλάξουν πράγματα και χρόνιες παθογένειες.

«Το γεγονός ότι το ΤΑΠ κατέχει το copyright της εκμάγευσης όλων των ελληνικών αρχαιοτήτων μέσα από τα εργαστήρια κατασκευής πιστών αντιγράφων, κυρίως γλυπτών αλλά και πολλών εφαρμογών, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει το πιο ισχυρό όχημα του ως παραγωγό μοναδικών προϊόντων, αλλά και υψηλής αισθητικής σε όλα τα πωλητήρια μουσείων και αρχαιολογικών χώρων», λέει η Μιμίκα Γιαννοπούλου.

«Η πεποίθηση αυτή με ώθησε στην ανάληψη μιας σειράς πρωτοβουλιών με αρχική την αναμόρφωση του πωλητηρίου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, διότι σε αυτό μεταξύ άλλων λειτούργησε το πρώτο εργαστήριο εκμαγείων το 1893. Το 1999 τα εργαστήρια μεταφέρθηκαν στην περιοχή του Αγίου Ιωάννη Ρέντη σε σύγχρονες εξοπλισμένες εγκαταστάσεις που περιλαμβάνουν και εργαστήρια συντήρησης.

«Να γίνει το ίδιο το πωλητήριο ταυτόχρονα και εκθετήριο»

Καλλιτέχνες και συντηρητές που εδώ και χρόνια κατέχουν μια μοναδική τεχνογνωσία και διψούν για κίνητρα, πρόγραμμα και στόχο ενεργοποιήθηκαν όχι μόνον για να εντατικοποιηθεί η παραγωγή αλλά και για να δείξουμε για πρώτη φορά και πειραματικές εφαρμογές, όπως επιζωγραφισμένα γλυπτά και επιτύμβια μνημεία, αλλά και για να παραχθούν νέα πρωτότυπα προϊόντα κ.λ.π. Για το σκοπό αυτό κάλεσα την εμπειρότατη αρχαιολόγο κ. Ιωάννα Μέννεγκα που είχε υπηρετήσει στο ΤΑΠ κατά το παρελθόν σε αυτόν τον τομέα με αξιοθαύμαστα αποτελέσματα, και η οποία αφιλοκερδώς και με μεγάλη πίστη για το “ανέφικτο”, ενέπνευσε και καθοδήγησε και αυτή τους ανθρώπους των εργαστηρίων για να υλοποιηθεί αφενός η εδώ και καιρό ιδέα/πρόταση μου να γίνει μια μικρή μόνιμη έκθεση της ιστορίας των εργαστηρίων και της τεχνογνωσίας τους στον προθάλαμο του πωλητηρίου και αφετέρου να γίνει το ίδιο το πωλητήριο ταυτόχρονα και εκθετήριο.

Πρωτεργάτες στο εγχείρημα ο προϊστάμενος των εργαστηρίων γλύπτης Στέλιος Γαβαλάς και ο συντηρητής Βασίλης Λιόλιος. Αρωγοί οι συμβασιούχοι εικαστικοί, όπως ο ζωγράφος Κωσταντίνος Κυπριωτάκης, οι γλύπτριες Αναστασία Αγάθου, Νικολέτα Κατσαμπέρη και η συντηρήτρια Γκρέτα Μαλκότζογλου, και γενικά όλα τα στελέχη των εργαστηρίων και οι τεχνίτες που δούλεψαν πυρετωδώς το τελευταίο δίμηνο για να αλλάξει η εικόνα. Από το Τμήμα Πολιτιστικών συνέδραμαν η Νίκη Αρχοντάκη και η Αριάδνη Φιορέτου και από τους συνεργάτες του Γραφείου του Υφυπουργού Πολιτισμού η Μαρίνα Γαλανοπούλου και ο αρχιτέκτονας Σπύρος Φλεβάρης, με τη συμπαράσταση του ΔΣ του ΤΑΠ και της Προέδρου του Παρασκευής Σιδηροπούλου».

«Με τα πιστά αντίγραφα αρχαίων αγγείων και τα μοναδικά κεραμικά κοσμήματα εμπνευσμένα από ελληνικές αρχαιότητες συνέδραμε ο Θωμάς Κοτσιγιάννης, ο οποίος συνεργάζεται εδώ και χρόνια με το Εθνικό Μουσείο αλλά και άλλα μουσεία της χώρας. Για πρώτη φορά παρουσιάζονται χωρίς να πωλούνται και τα έργα του γλύπτη Στέλιου Γαβαλά, Προϊστάμενου των Εργαστηρίων, για να συστηθεί στο κοινό, που οφείλει να γνωρίζει ότι στα εργαστήρια δραστηριοποιούνται ταλαντούχοι άνθρωποι.

«Ο καθένας παίρνοντας κάτι από ένα δικό μας πωλητήριο κουβαλά μαζί του τη σύγχρονη εικόνα της ελληνικής αρχαιότητας»

Επίσης, παρουσιάζονται με πλήρη τρόπο και εφαρμογές σε ύφασμα και πορσελάνη με σχέδια που προέκυψαν από τον παλαιότερο διαγωνισμό design που απευθύνονται σε έναν σύγχρονο τρόπο έμπνευσης από την αρχαιότητα. Στο νέο αυτό στρατηγικό σχεδιασμό σειρά έχουν τα άλλα αθηναϊκά πωλητήρια, της Β. Ελλάδας, της Κρήτης, της Ρόδου, της Ολυμπίας και των Δελφών, στα οποία θα καταβληθεί προσπάθεια να έχουν κυρίως προϊόντα, πιστά αντίγραφα και εφαρμογές από δικές τους αρχαιότητες αλλά και να παρουσιαστούν και μια σειρά από νέες παραγωγές, ένα διαφημιστικό φιλμάκι για ευρεία διανομή και πολλά άλλα.

Όλα αυτά εάν το κατεστημένο του ΤΑΠ διαμέσου αρκετών εργαζομένων του που αντιστέκονται σε κάθε τι ανατρεπτικό της κακής εικόνας και κατέχουν διοικητικές θέσεις, μας αφήσουν να προχωρήσουμε. Έως τώρα τα εμπόδια είναι πολλά και πολύ δύσκολα στην αντιμετώπισή τους. Όμως ήρθε η ώρα ο καθένας να αναλάβει τις ευθύνες του για αυτό που συμβαίνει χρόνια τώρα στο ΤΑΠ, το επιχείρημα ότι είναι δύσκολο να γίνουν πράγματα λόγω έλλειψης οργανογράμματος κ.λ.π. καταρρίφθηκε. Προσωπικά θα επιμείνω, η εικόνα του ΕΑΜ να είναι αυτή που θα το επιβεβαιώνει στο εξής και όσοι στέκονται εμπόδιο βολεμένοι ή ανταποκρινόμενοι σε μικροπολιτικές θα κληθούν να λογοδοτήσουν δημόσια. Τα πωλητήρια των Μουσείων και των Αρχαιολογικών χώρων είναι η εικόνα της αισθητικής τους ΥΠΠΟΑ και της αντίληψης που έχει για την επικοινωνία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο καθένας παίρνοντας κάτι από ένα δικό μας πωλητήριο κουβαλά μαζί του τη σύγχρονη εικόνα της ελληνικής αρχαιότητας. Κι αυτό είναι ένα εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα».