Αν σ’ αρέσει το θέατρο, δεν μπορεί να μην αισθανθείς τη στοιχειώδη περιέργεια στο άκουσμα της είδησης ότι η Ρούλα Πατεράκη, μια σημαντική φιγούρα του καλλιτεχνικού γίγνεσθαι, αποφασίζει να εκτεθεί για πρώτη φορά ως θεατρική συγγραφέας με ένα δικό της, άπαιχτο θεατρικό κείμενο. Ακόμα μεγαλύτερη περιέργεια νιώθεις όταν διαβάζεις ότι πρόκειται για μια τρόπον τινά επιθεώρηση (Η Πατεράκη του Στρίντμπεργκ και των μεγάλων τραγικών γράφει για πρώτη φορά θέατρο και το βαφτίζει «επιθεώρηση»;), στην οποία πρωταγωνιστής είναι ο Μπέρνταρντ Σω, που στα 90 και κάτι του χρόνια αποφασίζει να γίνει ηθοποιός και να κάνει τη «μεγάλη ερμηνεία».

Η περιέργεια συνεχίζεται. Ο Περικλής Μουστάκης, ένας στιβαρός ερμηνευτής με σκηνικό εκτόπισμα, αναλαμβάνει να ερμηνεύσει τον υπερήλικα πρωταγωνιστή των «Μοντέρνων», όπως τιτλοφορείται το έργο, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες της Δώρας Στυλιανέση, η οποία σκηνοθετεί για πρώτη φορά στην καριέρα της.

Οι θεατρικοί «εκτιμητές» θα έλεγαν ότι η νέα παράσταση που ετοιμάζεται να ανέβει στην Κεντρική Σκηνή του Κακογιάννης έχει όλα εκείνα τα στοιχεία για να την κάνουν δελεαστική. Αν στη σκέψη μας συμπεριλάβουμε και το γεγονός ότι μιλάμε για ένα καινούργιο νεοελληνικό έργο, σε μια θεατρική σεζόν που θέατρα πρώτης γραμμής επιστρατεύουν σύσσωμους τους «κλασσικούς» με το βλέμμα στο «καλό ταμείο», οι «Μοντέρνοι» αποκτούν αυτόματα ένα άλλου τύπου ενδιαφέρον.

«Το έργο δεν είναι τωρινό. Η Ρούλα το έγραψε τη δεκαετία του 1980 με αφορμή μια διάλεξη στην οποία ήταν καλεσμένη και έπρεπε να μιλήσει για το θέατρο. Αντί ενός λόγου, προτίμησε να γράψει ένα ολόκληρο θεατρικό έργο που να μιλάει για όλα τα κινήματα της τέχνης από το παρελθόν έως σήμερα, τις πνευματικές συγκρούσεις, τους ανθρώπους που με τις μεθόδους που εισήγαγαν, συνέβαλαν ουσιαστικά στην εξέλιξη του θεάτρου», μου λέει η Δώρα Στυλιανέση, που δείχνει να βιώνει την πρώτη της σκηνοθετική απόπειρα με δημιουργικό άγχος αλλά και σιγουριά.

Δώρα Στυλιανέση

Η Δώρα Στυλιανέση σκηνοθετεί για πρώτη φορά στο θέατρο

Στο μεταξύ, στο Υπόγειο του Κακογιάννη, ο Περικλής Μουστάκης, ο Θανάσης Δόβρης, η Μαρία Παρασύρη, η Σίβη Σιδέρη, ο Σπύρος Βάρελης, ο Πάνος Κούγιας και ο Στέφανος Λώλος έχουν ξεκινήσει ήδη να προβάρουν το κείμενο. Στο πρώτο άκουσμα αντιλαμβάνεσαι ότι είναι γραμμένο με μια στοχαστική, ποιητική διάθεση. Ένας «Πατερακικής» αισθητικής λόγος, σαν να επιχειρεί την προσωπική της αυτό-ανάλυση ως καλλιτέχνης.

«Η σκηνή είναι το νόμιμο κράτος του θαύματος». «Η σκηνή αυτό-πειραματίζεται». «Η έκπληξη είναι η ρουτίνα του θεάτρου». «Το θέατρο είναι η επικίνδυνη ζώνη των ανατινάξεων». Ο λόγος της Ρούλας αρθρώνεται δυνατά από τους ηθοποιούς της σκηνής. Φαίνεται συγκρουσιακός, αντιδραστικός και διαρκώς αυτό-αναιρούμενος.

Κύριε Μουστάκη, γιατί μιλάει στο βάθος του το νέο έργο της Ρούλας Πατεράκη;
Η Ρούλα γράφει ένα έργο στο οποίο παρελαύνουν όλες οι μεγάλες προσωπικότητες της τέχνης, από τον Μπέρναντ Σω που ερμηνεύω, μέχρι τον Στανισλάφσκι, τον Μέγιερχολντ, τη Σάρα Μπερνάρ κ.ά. με στόχο να προβάλει βαθιά αλλά και με χιούμορ την αδήριτη ανάγκη όλων αυτών των στοχαστών να μιλήσουν έναν πολύ προσωπικό λόγο. Η ουσία αυτού που θέλει να πει η Ρούλα, νομίζω περιστρέφεται γύρω από την «κανονικότητα», στην οποία τείνουν τα πάντα, πράγμα που στην τέχνη δεν μπορεί να υπάρξει.

«Είμαστε μια επαρχία που συνεχώς λαμβάνουμε πληροφορίες απέξω, χωρίς να μπορούμε να τις αποκωδικοποιήσουμε»

Αλλά και στη ζωή, όταν το βλέπεις σαν επιλογή της πλειοψηφίας, αναρωτιέσαι πόσο εύκολα και με τι μανία φοβόμαστε το διαφορετικό. Στο έργο, όλοι οι πρωταγωνιστές υπερασπίζονται τη διαφορετικότητά τους σχεδόν εμμονικά.

Μου έκανε εντύπωση που προβάλετε την παράσταση σαν επιθεώρηση. Για να είμαι ειλικρινής, δεν διαπίστωσα τίποτα το επιθεωρησιακό στην πρόβα.
Δεν μιλάμε για επιθεώρηση με την κλασική έννοια του όρου. Ο επιθεωρησιακός χαρακτήρας προκύπτει κυρίως από το χιούμορ του κειμένου, που δεν μπορείς να πεις ότι είναι σάτιρα, αλλά μια λεπτή ειρωνεία, καθώς κι απ’ το ότι οι σκηνές είναι σχεδόν ανεξάρτητες. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μια διαφορετικού τύπου επιθεώρηση.

Στη σκηνή παρελαύνουν προσωπικότητες που καθόρισαν την πορεία του θεάτρου. Σήμερα, πώς θα χαρακτηρίζατε τη θεατρική πραγματικότητα που ζούμε;
Νομίζω ότι ζούμε και αναπνέουμε σε μια εξατομικευμένη περίοδο. Ο καθένας είναι πεπεισμένος πως όλα ξεκινούν και τελειώνουν στον εαυτό του. Υπάρχει αλαζονεία και λείπει η ταπεινότητα.

Υπάρχουν καλλιτέχνες που βλέπετε ότι μπορούν να αρθρώσουν έναν πολύ προσωπικό λόγο; Να βγαίνουν, εκτός της «κανονικότητας» που προαναφέρατε;
Ξέρετε, περισσότερο βλέπω ότι μιλάμε πολύ αλλά με δάνεια. Λείπει η προσωπική ματιά, που οφείλει να είναι και προφητική για να θεωρείται ριζοσπαστική. Αυτό που βλέπουμε στην Ελλάδα, τολμώ να το πω, έχει την έλλειψη μιας εγγενούς δυναμικής, μιας αυτογνωσίας. Λαμβάνουμε πολλά πράγματα έξωθεν εν είδει φλεγμονών, χωρίς να μπορούμε να τα κάνουμε δικά μας. Το μεταμοντέρνο είναι φοβερά παρεξηγημένο στην Ελλάδα.

Τι εννοείτε;
Θέλω να πω ότι οι παραστάσεις του εξωτερικού που θέλουν να λέγονται μεταμοντέρνες, στηρίζονται σε ηθοποιούς με εκτόπισμα. Στην Ελλάδα, πετάμε δυο-τρεις ακαταλαβίστικες εξυπνάδες και βαφτίζουμε την παράσταση μεταμοντέρνα. Μιλάμε για μια απόλυτη σύγχυση, μια εποχή απόλυτης εκτροπής θα τολμούσα να πω.

Τι είναι μοντέρνο σήμερα;
Το μοντέρνο έχει ξεπεραστεί. Ακόμα και το μεταμοντέρνο. Είμαστε στο «μετά – μετά μοντέρνο» κι αυτό θα μπορούσε να το υποστηρίξει άξια μόνο μια παράσταση που θα έρθει να μιλήσει αποκαλυπτικά για την κρίση που ζούμε στο τώρα. Μιλώ για μια τέχνη που θα καταγράφει την πνευματική, οικονομική και ηθική μας τραγικότητα με μια διάθεση προφητική. Να μας δείχνει δηλαδή παράλληλα με το τώρα, αυτό που έπεται. Αυτό το αδιέξοδο που ζούμε και παίρνει μέρα με τη μέρα τρομακτικές διαστάσεις είναι το μόνο που έχουμε. Αν μιλήσουμε γι’ αυτό, χωρίς κόπιες, με ουσία, θα είμαστε αληθινά σύγχρονοι.

Σήμερα το θέατρο που βλέπετε είναι καλύτερο απ’ το παρελθόν; Θέλω να πω, υπάρχει εξέλιξη;
Δεν υπάρχει η γεροντοκρατία που επικρατούσε, αλλά έχουμε περάσει στο άλλο άκρο, της «νεολαγνείας». Λείπει το μέτρο. Είμαστε μια επαρχία που συνεχώς λαμβάνουμε πληροφορίες απέξω, χωρίς να μπορούμε να τις αποκωδικοποιήσουμε. Σας είπα, δεν υπάρχει μια «γέννα». Καλά κάνουμε και επηρεαζόμαστε, αλλά τις περισσότερες φορές μένουμε σ’ ένα μιμητικό επίπεδο, δεν εμβαθύνουμε. Κοιτάξτε, μόνο εκ των έσω αλλάζουν τα πράγματα. Μιλάω για μια αυτοσυνειδησία. Οφείλεις στον εαυτό σου να ανακαλύψεις τις τελείως υποκειμενικές σου ανάγκες. Αυτό οδηγεί στη διαφορετικότητα, που σήμερα καταδιώκεται.

Ναι, όμως, έτσι δεν κινδυνεύουμε να γίνουμε ατομικιστές;
Το ένα ενυπάρχει στο άλλο. Είναι αυτό που λέει και η Ρούλα στο έργο. Η τέχνη και η ζωή δεν είναι στεγανοποιημένες καταστάσεις. Έχουμε την τάση να περιχαρακώνουμε τα πράγματα, αλλά ταυτόχρονα θέλουμε να είμαστε και διαφορετικοί. Η ουσία είναι να κινείσαι με μέτρο.

Ο Μπέρναρντ Σω, που ερμηνεύετε, θέλει να γίνει στα 96 του χρόνια ηθοποιός και μάλιστα να πετύχει τη μεγάλη ερμηνεία. Έχετε φλερτάρει μ’ αυτή τη ματαιόδοξη πλευρά του καλλιτέχνη;
Ειλικρινά, νομίζω ότι δεν προσδοκώ τίποτα.

Κι όμως, παρατηρώντας σας στην πρόβα, αντιλήφθηκα ότι προσδοκάτε πάρα πολλά. Ήταν σαν να επιδιώκετε τον έλεγχο όλων των πραγμάτων που συμβαίνουν επί σκηνής.
Αλήθεια; Δεν νομίζω. Κοιτάξτε, η εποχή μας δεν ενδιαφέρεται για μεγάλες ερμηνείες. Το θέατρο έχει ανοίξει περισσότερο σε μια συλλογικότητα, ασχέτως της ποιότητας. Θέλω να πω ότι και εμάς και το κοινό μας αφορά περισσότερο το πώς θα μας συγκινήσουν κάποια νοήματα. Ο ηθοποιός είναι λοιπόν ένα όργανο που διαμεσολαβεί ανάμεσα στο νόημα και τον θεατή. Ναι το ξέρω, υπάρχουν ηθοποιοί που ανεβαίνουν στη σκηνή και όλο τους το είναι φωνάζει «πάω για το χρυσό». Δυστυχώς, είναι πολλοί. Πόσο μη γοητευτικό; Εγώ προτιμώ να αυτό-υπονομεύω το εγώ μου.

Info παράστασης:

Οι Μοντέρνοι της Ρούλας Πατεράκη | Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης