Φαίνεται πως η ιδέα της «αποστασιοποίησης» (Verfremdungseffect) παραμένει ακόμη ένας άγνωστος τόπος για καλλιτέχνες που μάλιστα έχουν την τόλμη να αναμετριούνται με τον Μπρεχτ, έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς, διανοητές και ποιητές του 20ού αιώνα. Έναν δημιουργό που διαμόρφωσε το «επικό θέατρο» και πρότεινε έναν νέο τρόπο αφήγησης μιας ιστορίας. Όπου την έννοια της σύγκρουσης αντικαθιστά η αντίφαση και τη θέση της μοίρας παίρνουν οι κοινωνικές συνθήκες. Όπου ο θεατής συμμετέχει με κριτικό, ερευνητικό βλέμμα απέναντι σε ό,τι βλέπει στη σκηνή, με τον ρόλο του «να ξεκινά με το τέλος της παράστασης και να τελειώνει έξω, στη ζωή», όπως έχει εύστοχα σημειώσει ο Λουί Αλτουσέρ.

Και φαίνεται επίσης ότι για ορισμένους δημιουργούς η ιδέα της συμμετοχής του κοινού σε μια παράσταση σημαίνει: του απευθύνω τον λόγο, του ζητάω να κλείσει ή να ανοίξει τα μάτια, να χτυπήσει παλαμάκια ή ποδαράκια, να απαντήσει σε μελό ερωτήσεις και πάει λέγοντας. Παραβλέποντας προφανώς ότι συμμετοχή είναι κάτι άλλο. Είναι στέκομαι εκεί, γίνομαι συνένοχος του θεατρικού γεγονότος, ενεργοποιώ τη σκέψη μου, παρατηρώ, μετατοπίζομαι. Ιδιαίτερα όταν παρακολουθώ ένα έργο επικής δραματουργίας. Η συστηματική ρήξη της σύμβασης για ευτελείς λόγους συνιστά αποπροσανατολισμό από την ουσία του επικού θεάτρου. Ας αφοσιωθούν οι δημιουργοί στη δουλειά τους και ας αφήσουν την πλατεία στη δρώσα, ενεργητική ησυχία της. Μόνον τότε μπορεί να υπάρχει αποτύπωμα στον θεατή. Μόνον τότε μπορεί να αναπτυχθεί μια αληθινά διαλεκτική σχέση μεταξύ κοινού-ηθοποιών, μακριά από τους κινδύνους ενός ελλοχεύοντος θεατρικού λαϊκισμού.

Σε αυτά τα ατοπήματα υποκύπτει ο Καλός άνθρωπος του Σετσουάν του Μπέρτολτ Μπρεχτ σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη στο θέατρο Θησείον. Μια παράσταση που παρερμηνεύει την πρώτη ύλη του μπρεχτικού θεάτρου. Που γλιστρά διαρκώς στον ερασιτεχνισμό (περισσότερο θυμίζει παράσταση μαθητικής ομάδας). Που υποτιμά τον θεατή, χρησιμοποιώντας εύκολα τεχνάσματα με καταγωγή από το κακό παιδικό θέατρο.

Ποια είναι, όμως, η ιστορία αυτής της «παραβολής» του Μπρεχτ, γραμμένης το 1939, λίγο πριν ο κόσμος μπει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο; Η Σεν Τε, μια πόρνη από το Σετσουάν, επιλέγεται από τρεις θεούς που διεξάγουν ένα πείραμα: της δίνουν 1000 δολάρια, επιθυμώντας να δουν εάν η καλοσύνη είναι εφικτή σε έναν κόσμο δύσκολο.

Η ενασχόληση με ένα κλασικό έργο τέτοιου διαμετρήματος προϋποθέτει σκηνοθετική και υποκριτική ωριμότητα και υψηλή αισθητική

«Μα πώς μπορώ να είμαι καλή, την ώρα που όλα είναι τόσο ακριβά;», αναρωτιέται η Σεν Τε. Αυτό που θα ακολουθήσει είναι μια σειρά από δοκιμασίες: η Σεν Τε αγοράζει ένα καπνοπωλείο. Η γενναιοδωρία της όμως γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από φίλους και γνωστούς. Μπροστά στις απαιτήσεις των καιρών, προβαίνει σε μια ριζοσπαστική λύση: εφευρίσκει ένα άλλο πρόσωπο, τον ξάδελφό της Σουί Τα, που είναι στυγνός επαγγελματίας και νοιάζεται μόνο για το κέρδος. Εδώ το πρόσωπο (η Σεν Τε) οδηγείται στην ολοκληρωτική διάσπαση. Κι ενώ φαίνεται ότι, μέσα από αυτόν τον αυτό-διαμελισμό, επιβιώνει, αντιμετωπίζει και μια δεύτερη δοκιμασία: τον έρωτα. Ένα βράδυ με βροχή ερωτεύεται τον Γιανγκ Σουν. Στην πορεία του έργου αποκαλύπτεται, με τον πιο εύγλωττο τρόπο, ότι δεν μπορεί κανείς να είναι καλός σε αυτόν τον κόσμο. Ότι θα πρέπει ο καθένας να εφεύρει έναν Σουί Τα για να επιβιώσει. Το έργο κλείνει με μια αγωνιώδη έκκληση στο κοινό, καλώντας το να βρει μια λύση αντίθετη από εκείνην της Σεν Τε. Μια λύση όπου ο άνθρωπος θα μπορεί να ολοκληρώσει τον εαυτό του μέσα στην κοινωνία, χωρίς να τον αρνιέται.

Η ενασχόληση με ένα κλασικό έργο τέτοιου διαμετρήματος προϋποθέτει σκηνοθετική και υποκριτική ωριμότητα και υψηλή αισθητική. Σε αντίθετη περίπτωση, πέφτει κανείς σε παγίδες σαν αυτές της συγκεκριμένης εκδοχής. Η σκηνοθεσία αδυνατεί να καθοδηγήσει τους ηθοποιούς σε μια υποκριτική κατεύθυνση που να αποδίδει συγχρόνως την ασυνέχεια και τη συνοχή, που να αναδεικνύει τις αντιφάσεις των προσώπων, τη δίνη τους στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

Η Πέγκυ Τρικαλιώτη (Σεν Τε/Σουί Τα) κινείται σε μια ξένη προς το έργο θερμοκρασία (περισσότερο μοιάζει να ερμηνεύει ηρωίδα του γερμανικού ρομαντισμού), αδυνατώντας να δείξει τον θεμελιώδη διχασμό ανάμεσα στον Σουί Τα και τη Σεν Τε. Υπερασπίζεται με αυταπάρνηση τη Σεν Τε, βάζοντας στην άκρη τον Σουί Τα, ακυρώνοντας έτσι τη συστατική ύλη του ρόλου της και υποκύπτοντας σε έναν θλιβερό μελοδραματισμό.

Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, όσο κι αν υιοθετεί σε στιγμές μια ζωογόνα αφέλεια, δεν μπορεί να ξεφύγει από το ανσάμπλ. Η ερωτική σκηνή της γνωριμίας του με τη Σεν Τε, μια σκηνή λυρική από γραφής -ασυνήθιστη στη μπρεχτική δραματουργία- δείχνει πλήρη έλλειψη σκηνικής χημείας και καθοδήγησης των ερμηνευτών.

Βγαίνοντας από το θέατρο, φεύγεις άδειος

Οι υπόλοιποι ηθοποιοί (Κώστας Κάππας, Γεράσιμος Σκαφίδας, Γιάννης Καλατζόπουλος, Μπέτυ Αποστόλου, Αλκιβιάδης Κωνσταντόπουλος, Βαλέρια Δημητριάδου), που εκτελούν ζωντανά και τη μουσική της παράστασης, μοιάζει να κινούνται σε μια άλλη παράλληλη, δισδιάστατη επιφάνεια, φτιάχνοντας ρόλους πολύ κοντινότερους σε καρτούν παρά σε αληθινούς ανθρώπους. Η μόνη που διασώζεται είναι η Λήδα Πρωτοψάλτη, που κρατά απόσταση από τον ρόλο της και οι παρεμβάσεις της έχουν κάτι αναπάντεχο, αρκετά κοντά στο μπρεχτικό παραξένισμα.

Η μουσική του Βασίλη Παπακωνταντίνου προσδίδει μια ελληνικότητα στο εγχείρημα, καθώς μάλιστα οικειοποιείται σε στιγμές και γνωστά μουσικά μοτίβα (για παράδειγμα, αυτό από τη «Γυναίκα» του Σταυρού του Νότου), δεν καταφέρνει όμως να συντονίσει τους ερμηνευτές σε ένα σύνολο και να αντιπαρατεθεί διαλεκτικά με το κείμενο του έργου. Το εικαστικό κομμάτι της παράστασης, φτωχό σε σύλληψη και αισθητική, απωθεί.

Βγαίνοντας από το θέατρο, φεύγεις άδειος. Χωρίς διάθεση για αναστοχασμό ή συζητήσεις. Η πρώτη μεγάλη παραγωγή της νέας καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Γεράσιμου Σκαφιδά και του Νικορέστη Χανιωτάκη στο θέατρο Θησείον απογοητεύει. Προδίδει ένα σπουδαίο έργο του παγκόσμιου ρεπερτορίου, ένα κείμενο γεμάτο με σύγχρονα διλήμματα, που θα έπρεπε να μας ηλεκτρίζουν. Και είναι στ’ αλήθεια κρίμα να βιώνει κανείς αυτήν την εμπειρία σε ένα θέατρο γεμάτο μνήμες από παραστάσεις που μας σημάδεψαν.

Info παράστασης:

Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν | 2 Οκτωβρίου – 10 Νοεμβρίου 2019 | Θέατρο Θησείον