Κείμενο: Πέπη Νικολοπούλου

«O χρόνος είναι δωρεάν, αλλά είναι ανεκτίμητος. Δε σου ανήκει, αλλά μπορείς να τον χρησιμοποιήσεις. Δε μπορείς να τον αποταμιεύσεις, αλλά μπορείς να τον ξοδέψεις. Και από τη στιγμή που τον χάσεις, δε μπορείς να τον πάρεις πίσω» – Harvey Mackey  

Το βιβλίο – ορόσημο του Μίχαελ Έντε, «Μόμο», που παρουσιάζεται στη σκηνή του Μικρού Εθνικού σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, είναι ένα εύστοχο, αλληγορικό παραμύθι που πρωτοκυκλοφόρησε στη Γερμανία το 1973, μεταφράστηκε σε περισσότερες από 40 γλώσσες και χαρακτηρίστηκε από κριτικούς, αλλά και φιλοσόφους, ως «ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του 20ού αιώνα». Το 1974 κέρδισε το Γερμανικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας, ενώ το 1986 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο.

Ο Μίχαελ Έντε αρρώστησε και πέθανε το 1995 και, όπως και ο πατέρας του, πίστευε ότι «υπάρχει χωρίς αμφιβολία ένας άλλος κόσμος, ίσως και περισσότεροι κόσμοι, που δεν μπορούμε να τους νιώσουμε με τις αισθήσεις μας, αλλά είναι το ίδιο αληθινοί όσο αυτός ο κόσμος».

Η «Μόμο» είναι μια ιστορία πάντα επίκαιρη που μας αφορά όλους άμεσα, μικρούς και μεγάλους. Μια ιστορία που σε κάνει να αναρωτιέσαι για το πώς διαχειρίζεσαι τον χρόνο σου, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής σου, πόσο απολαμβάνεις τον χρόνο σου και πώς τον βιώνεις. Όχι μόνο στη δουλειά, στο σπίτι, στην οικογένεια, με τα παιδιά ή με τους φίλους σου, αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό σου. Πόσο αληθινός και συνεπής είσαι με τα όνειρά σου, μικρά ή μεγάλα.

Η υπόθεση του έργου

Στα ερείπια ενός παλιoύ Θεάτρου, σε μία φτωχική γειτονιά έξω από μία μεγάλη πόλη, οι άνθρωποι ζουν αγαπημένοι, ενωμένοι, φροντίζοντας ο ένας τον άλλον. Μια μέρα ανακαλύπτουν ότι στα χαλάσματα του Θεάτρου κατοικεί ένα παιδί με ένα παράξενο όνομα: η Μόμο. Καθώς δε γνωρίζει αν έχει σπίτι, μήτε πού βρίσκονται οι γονείς της, οι κάτοικοι της γειτονιάς αποφασίζουν να τη βοηθήσουν και με τον καιρό αναπτύσσεται μία υπέροχη φιλία ανάμεσά τους. Οι κάτοικοι την χρειάζονται και την αγαπούν γιατί αμέσως διαπιστώνουν ότι έχει ένα μοναδικό χάρισμα: είναι καταπληκτική ακροάτρια.

Η Μόμο αγαπούσε όλους τους κατοίκους, αλλά μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά της είχαν ο Τζίτζη που λάτρευε τις ιστορίες και ο Μπέπο ο οδοκαθαριστής. Σύντομα την ηρεμία της γειτονιάς θα διαταράξουν οι Γκρίζοι Κύριοι που ξαφνικά εμφανίζονται με απειλητικές διαθέσεις. Θέλουν να κλέψουν το χρόνο των ανθρώπων υποσχόμενοι ότι τον αποταμιεύουν ενώ ουσιαστικά τον χρησιμοποιούν για να επιβιώσουν – είναι το οξυγόνο τους.

Με τον καιρό, οι άνθρωποι πιεσμένοι από την ανάγκη της «αποταμίευσης» του χρόνου, τρέχουν ασταμάτητα, δουλεύουν χωρίς διάλειμμα, απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον, γίνονται νευρικοί και μοιάζουν σαν να πάσχουν από μία κολλητική ασθένεια. Η μόνη που φαίνεται να έχει γλιτώσει είναι η Μόμο – αυτό αποκαλύπτεται σε μία κορυφαία σκηνή όπου οι Γκρίζοι Λύκοι προσπαθούν να την «εξαγοράσουν» προσφέροντάς της υπέροχα παιχνίδια που κάθε παιδί θα ήθελε να έχει.

Η «Μόμο» γεμίζει χρώματα το Εθνικό!

Όμως η Μόμο θα ανακαλύψει το μυστικό των Γκρίζων Λύκων και τότε θα ξεκινήσει με μία μεγάλη καταδίωξη. Με τη βοήθεια μίας χελώνας, της Κασσιόπειας θα γλιτώσει και εκείνη θα την οδηγήσει στον Μαστρο-Ώρα που κατοικεί στο Σπίτι του Πουθενά, στην πηγή του χρόνου που δεν είναι άλλη από την ίδια μας την καρδιά. Μαζί θα καταστρώσουν ένα σχέδιο για να αφανίσουν τους Γκρίζους Κύριους και να επιστρέψουν στους ανθρώπους την χαρά.

Γιατί η Μόμο είναι ο μόνος άνθρωπος που δεν κολλάει αυτή τη «χρονοφοβική» ασθένεια; Γιατί είναι η μόνη που αντιλαμβάνεται το μυστικό των Γκρίζων Ανθρώπων; Είναι μόνο επειδή είναι παιδί; Όχι φυσικά, γιατί και άλλα παιδιά «αρρώστησαν» κολλημένα πίσω από οθόνες και ηλεκτρονικά παιχνίδια. Η Μόμο σώθηκε γιατί ήταν η μόνη που δεν αποταμίευε το χρόνο. Ήταν η μόνη που τον ζούσε απόλυτα και ολοκληρωτικά, δίνοντας προσοχή, σημασία και φροντίδα σε όλες τις στιγμές της. Ήξερε να ακούει, να ακούει προσεκτικά και να νοιάζεται αληθινά δίχως να βιάζεται και να τρέχει. «Βήμα, ανάσα, σκουπισιά» όπως έλεγε και ο αγαπημένος της φίλος.

Η Μόμο, όπως άλλωστε και κάθε ελεύθερος από τις κοινωνικές επιβολές άνθρωπος, νιώθει το βιολογικό του ρυθμό, το ρυθμό της φύσης και του σύμπαντος, δεν σπρώχνει τα γεγονότα, δεν τα εξαναγκάζει. Ανακαλύπτει το ρυθμό του, βρίσκει το σημείο ισορροπίας τους και προχωράει στιγμή τη στιγμή, μέρα τη μέρα, λεπτό το λεπτό. Γιατί όπως θα δηλώσει επιτυχημένα ο Μαστρο Ώρας: ο χρόνος που δεν αντιλαμβανόμαστε με την καρδιά πάει χαμένος.

Η παράσταση

Ο χώρος δράσης, ένα περιστρεφόμενο σκηνικό (Ζωή Μολυβδά Φαμέλη) από μεταλλικές κατασκευές που αλλάζει χρώμα και μορφή ανάλογα με τη σκηνή. Εκεί αποτυπώνονται οι ποικιλίες του χρόνου, οι χρονικές διακυμάνσεις, αλλά και οι τόποι και χώροι. Οι φωτισμοί (Σάκης Μπιρμπίλης), αλλά και τα video (Λεωνίδας Γιαννακόπουλος) που προβάλλονται πάνω στη μεταλλική κατασκευή, διαθέτουν σύγχρονη οπτική, έτσι ακριβώς όπως θα ήθελε κανείς από μια παράσταση υψηλών προδιαγραφών.

Στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Ελένη Ευθυμίου (η οποία υπογράφει και τη μουσική), ο αφηγητής και η ζωντανή μουσική συμπληρώνουν και ενισχύουν τη δραματουργία, με κορυφαία σκηνή εκείνη της καταδίωξης της Μόμο από τους Γκρίζους Λύκους με την αγωνία να κορυφώνεται.

Τα κοστούμια (Λουκία Χουλιάρα), ειδικά εκείνα των Γκρίζων Λύκων και Κυρίων, με φουτουριστικά στοιχεία και σχεδίαση με στοιχεία αυστηρά, κάπως σκληρά με μία ποπ ματιά, μοιάζουν με τρίγωνα που περικλείουν και αιχμαλωτίζουν τα σώματα, προσθέτουν μία ακόμη πινελιά αριστοτεχνίας σε αυτή την υπέροχη στιγμή της θεατρικής Τέχνης.

Βγήκαμε με την κόρη μου μαγεμένες από την παράσταση. Κατευθυνθήκαμε προς το parking, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για το σπίτι. Ήταν Σάββατο βράδυ, η πόλη όμορφα φωτισμένη και ο δρόμοι να σφύζουν από ζωή. Την κοιτάω και τη ρωτάω «θέλεις να πάμε από το σύντομο δρόμο ή από τον άλλο που είναι πιο μακριά αλλά είναι πιο όμορφη η διαδρομή;», μου απαντά «εννοείται από τον άλλο, εκείνο τον ωραίο. Θέλω να το απολαύσω λίγο ακόμα που είμαι μόνη εδώ μαζί σου…».


Περπάτα αργά να φτάσεις γρήγορα

Περπάτα αργά να φτάσεις γρήγορα
Κι όταν όλοι αρχίζουνε να τρέχουνε,
Εσύ να ξεκινάς το ρυθμό.

Περπάτα Αργά – στίχοι από την παράσταση

Info παράστασης:

 «Μόμο» του Μίχαελ Έντε στο Μικρό Εθνικό | 8 Οκτωβρίου 2017 – 1 Απριλίου 2018 | Εθνικό Θέατρο – Κτίριο Τσίλλερ – Κεντρική Σκηνή