Το κοινό εκφραστικό μέσο των καλλιτεχνών που παίρνουν μέρος στην έκθεση «Παρατοξικά Παράδοξα» (Paratoxic Paradoxes) στο Μουσείο Μπενάκη είναι η κινούμενη εικόνα. Φιλμ, βίντεο, ψηφιακές πρακτικές και animation αναδιατάσσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ύλη και την οντολογία της. Καθώς η σχέση μας με τη φύση και την οικολογία βρίσκεται σε διαρκή αναδιαμόρφωση, με τον ίδιο τρόπο επανεξετάζεται διαρκώς και η σχέση μας με τη μόλυνση, την τοξικότητα και τη δημιουργία «νέων απορριμάτων».

Αποτέλεσμα μια έρευνας που ξεκίνησε πριν από δυο χρόνια, η έκθεση εντάσσεται στο μέτρο που της αναλογεί στην παγκόσμια κινητοποίηση καλλιτεχνών, θεωρητικών, επιστημόνων, ακτιβιστών, εκπροσώπων δημιουργικών πρωτοβουλιών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης έναντι των περιβαλλοντικών κρίσεων, όπως αυτές συνδέονται με κάθε έκφανση της σύγχρονης ζωής. Έντεκα έργα καλλιτεχνών από όλο τον κόσμο, αποτέλεσμα της ανάθεσης της πολιτιστικής, μη κερδοσκοπικής πλατφόρμας τέχνης Polyeco Contemporary Art Initiative, σε επιμέλεια της Νάντιας Αργυροπούλου επιχειρούν να ρίξουν φως στο ταραχώδες ερώτημα: Είναι η σχέση με τον κόσμο το πλέον αμφιλεγόμενο, δύστροπο και ημιτελές έργο της ανθρωπότητας;

Λουκία Αλαβάνου

Λουκία Αλαβάνου

Στο δεύτερο όροφο του Μουσείου Μπενάκη, από το φως στο πλήρες σκοτάδι, η εικόνα μιας αρχετυπικής γυναικείας μορφής καθισμένης σε ένα βράχο στο όριο ενός μολυσμένου κόσμου, στο πλήρως ηχομονωμένο δωμάτιο με τα μεγάλα παράθυρα, μας δίνει μια πρώτη γεύση αυτής της πρωτότυπης «κάψουλας» έργων που συγκροτούν και συνθέτουν ένα ανοιχτό σύνολο σημαντικά διαφορετικών θεωρήσεων και πρακτικών πέραν της αναμενόμενης περιβαλλοντικής ατζέντας, η οποία διαφοροποιείται, αγνοείται ή καταρρέει και ανασχηματίζεται στα περιβάλλοντα χτυπημένα από οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές και ιδεολογικές κρίσεις.

«Επιχειρούμε να διευρύνουμε τα όρια της κατανόησης σε σχέση με την έννοια “μόλυνση”, καθώς αυτή αποκτά ανοίκειους νέους συμβολισμούς και συμπαραδηλώσεις», λέει η επιμελήτρια της έκθεσης Νάντια Αργυροπούλου. «Ένα θέμα που εξετάζουμε με την ίδια την αρχιτεκτονική της έκθεσης είναι και η “οπτική μόλυνση”, η υπερσυσσώρευση της ακατάσχετης πληροφορίας η οποία τείνει να γίνει μια από τις πιο ρυπογόνες καταστάσεις του νέου αιώνα. Τα δωμάτια προβολών είναι σχεδιασμένα με ηχομόνωση, αλλά με μεγάλα τζάμια, ώστε έργα και θεατές να είναι εκτεθειμένα σε πολλαπλές θεάσεις, ακριβώς όπως κάθε δραστηριότητά μας σήμερα. Αποδεχόμενοι το γεγονός ότι όπου και να βρισκόμαστε βομβαρδιζόμαστε από οπτική πληροφορία, αρνούμαστε την ιδανική συνθήκη του απομονωμένου “έργου τέχνης” και ζητάμε τη δέσμευση του θεατή σε συνθήκες ενόχλησης, διάσπασης, αποσυντονισμού. Το περιβάλλον μας στην πλέον διεσταλμένη έννοιά του, όπως την εξετάζει η έκθεση, είναι περιβάλλον χάους και εξαρτάται από το ενδιαφέρον, την προσοχή, την εμπλοκή καθενός μας με τα πράγματα και τα συμβαίνοντα το τι μορφές θα αποκτήσει αυτό το χάος. Υπάρχουν έργα στην έκθεση, όπως της Ανιέσκα Πόλσκα, που αντιμετωπίζουν ευθέως αυτή την πολύ βασική αλήθεια, ανατρέχοντας στη θεωρία των κβάντα που επιβεβαιώνει επιστημονικά το δημιουργικό, δεσμευτικό ρόλο κάθε παρατηρητή».

Ανιέσκα Πόλσκα

Ανιέσκα Πόλσκα

«Η έκθεση δημιουργεί ένα σκοτεινό τοπίο “μαλακών” υλικών και “σκληρών” σωμάτων, το οποίο θα μπορούσε να είναι το πρωτογενές χάος της Ησιόδειας Θεογονίας, ο “λάκκος του χρόνου” όπως τον μελετά το έργο της Σοφία Αλ Μαρία ή και η πρώτη ύλη της ίδιας της γλώσσας μας, φέρνοντας στην επιφάνεια ξανά και με αφορμή την κινούμενη εικόνα και τη ρύπανση, τη συζήτηση για τη σχέση “σκληρού-μαλακού”, τη σχέση υλικών αποβλήτων και αφηρημένων σημείων, συμβόλων που καταλαμβάνουν, οικειοποιούνται το δημόσιο χώρο. Ο τίτλος και το περιεχόμενο της έκθεσης επιμένουν στις αμφισημίες που καλούμαστε να διαχειριστούμε: Την έννοια της ρευστότητας και της μεταμορφικότητας, όπως αυτή διαμορφώνει πορώδη σύνορα απαραίτητα για την ειρηνική συνύπαρξη όλων, αλλά και συνθήκες επισφάλειας στην εργασία και “εναλλακτικών γεγονότων” στην πολιτική, για παράδειγμα».

Εύα Κοτατκοβα

Eva Kotatkova

«Μέσα σε μια διαρκή διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ευρισκόμενοι σε συνθήκες τοξικότητας, ενώπιον ιστορικών αλλαγών και σε περιδίνηση ανάμεσα σε συστήματα λαϊκισμού και φασισμού, αντιλαμβανόμαστε ότι η σχέση μας με τον κόσμο αποκτά μια σημασία κρίσιμη, πολυδιάστατη, επείγουσα. Η αντίληψή μας για το περιβάλλον γίνεται θέμα πολιτικό, καθώς αφορά τη στοιχειώδη αντίληψή μας για τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία: είναι και ο φυσικός κόσμος μια από τις μειονότητες που η ατελής δημοκρατία δεν αναγνωρίζει και δε σέβεται αρκετά. Οι αναπαραστάσεις του κόσμου αυτού είναι αφελείς ή ακόμη και κατευθυνόμενες και εδώ η ευθύνη καλλιτεχνών, επιμελητών, όσων εφαρμόζουν πρακτικές στη δημόσια σφαίρα, είναι ιδιαίτερη και χρειάζεται την επιστήμη και την εμπειρία περισσότερο από ποτέ. Η ρητορική της “βιωσιμότητας” και της ανάπτυξης που συχνά συνδέεται με αυτήν έχει χρησιμοποιηθεί καταχρηστικά από τη δεκαετία του ’90 και μετά, τόσο από προοδευτικές, όσο και από αντιδραστικές ατζέντες, ενώ οι “οικολογίες” κάθε είδους έχουν αφομοιωθεί από διαφορετικά συστήματα με τρομακτική ταχύτητα παραλύοντας την κριτική θεώρηση, παράγοντας αισθητικοποιημένα υποκατάστατα. Δείτε τι συμβαίνει σήμερα με την αλλαγή της Αμερικανικής πολιτικής υπό τη νέα ηγεσία της χώρας. Η καταστροφή του περιβάλλοντος έγινε “εναλλακτικό γεγονός”, παρά-πραγματικότητα η οποία αφορά λίγους, συγκεκριμένους. Στην Ελλάδα  είναι άλλο ένα δείγμα του κωμικοτραγικού και σπάταλου τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούν όλες οι εξουσίες θέματα που δεν καταλαβαίνουν. Ακριβώς όπως και ο πολιτισμός».

Εύα Παπαμαργαρίτη

Εύα Παπαμαργαρίτη

«Η έκθεση αρνείται, – με τα απροσδόκητα εν πολλοίς έργα της, με την επιμελητική πρακτική της όπως αναπτύχθηκε με αναθέσεις και στηρίχθηκε σε πρωτοπόρους της οικοκριτικής σκέψης, με τις συζητήσεις που προγραμματίζονται, με το ψηφιακό και έντυπο υλικό της- την απλουστευμένη “πράσινη” ρητορική, όχι για να διδάξει, αλλά για να αναδείξει την απόλαυση που έχει η επινοητική σκέψη, η ζωογόνος αμφιβολία, η συναισθηματική ευφυΐα που επιδιώκει συνδέσεις, την “εμπλοκή” μας με τον κόσμο σε όλες τις εκφάνσεις και μορφές του».

Μια ματιά στα έντεκα έργα που δημιουργήθηκαν για τα «Παρατοξικά Παράδοξα»:

 Βασίλης Π. Καρούκ Prima Materia, 2016

Βασίλης Π. Καρούκ Prima Materia, 2016

Στο κέντρο του αφηγηματικού τοπίου του καλλιτέχνη βρίσκεται ένα θηλυκό ον στην αρχετυπική εικόνα της Γαίας ή Αφροδίτης, ένα πρωταρχικό στοιχείο, το οποίο μπορεί να αποτελεί ζωογόνο τροφοδότη οργανισμό ή να μεταλλάσσεται φθίνοντας και καταστρέφοντας. Ο καλλιτέχνης έχει συλλέξει πραγματικό υλικό από πολλές περιοχές με ρυπαντικές δραστηριότητες και επικίνδυνα απόβλητα στην Ελλάδα και έχει συνθέσει με όρους ζωγραφικούς και διαδικασία χειροποίητου κολάζ, ένα ψηφιακό και συμβολικό συνεχές.

Agnieszka Polska, What the Sun Has Seen, 2017

Agnieszka Polska, What the Sun Has Seen, 2017

Η Πόλσκα βασίζει το έργο της σε ένα ποίημα της Πολωνής ποιήτριας Μαρία Κονόπνικα, όπου περιγράφεται με παιδιάστικο ύφος οι καθημερινές ειρηνικές ασχολίες της αγροτικής ζωής και η ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή του έθνους στην επαρχία. Η καλλιτέχνις φτιάχνει μια δική της ειρωνική εκδοχή του ποιήματος και πραγματεύεται τη μόλυνση μέσω της πληροφορίας και το ρόλο του ανήμπορου παρατηρητή μπροστά σε ερείπια στα οποία δεν μπορεί να παρέμβει.

Mika Rottenberg, Minus Yiwu, 2017

Mika Rottenberg, Minus Yiwu, 2017

Γυρισμένο στην Κίνα και συγκεκριμένα στα χιλιόμετρα των καταστημάτων που πουλάνε χριστουγεννιάτικα στολίδια και πλαστικά παιχνίδια στην επαρχία Γιβού, το έργο της Ρότενμπεργκ δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο ο θεατής βρίσκεται ταυτόχρονα εμπρός και εντός ενός αλλόκοτου περιβάλλοντος χρωματικής έκρηξης και συνθετικής ευδαιμονίας. Σε αυτή την πλημμυρίδα διαρκούς εορταστικότητας, η οποία ανταγωνίζεται τις αλλόκοτες δυστοπίες της επιστημονικής φαντασίας, οι εργαζόμενοι εμφανίζονται απαθείς, εγκλωβισμένοι σε ένα σύγχρονο μύθο χωρίς χαρακτήρες και πλοκή, συντονισμένοι με τις οθόνες τερματικών και κινητών, απορροφημένοι σε μια άλλη απο-υλικοποιημένη πραγματικότητα.

Saskia Olde Wolbers, Pfui-Pish, Pshaw /Prr, 2017

Saskia Olde Wolbers, Pfui-Pish, Pshaw /Prr, 2017

Ένα έργο μυθοπλασίας για το οποίο η καλλιτέχνις αντλεί έμπνευση από τις θαλάσσιες καταστροφές που οφείλονται σε διαρροές πετρελαίου, όπως αυτή που αντιμετώπισε η τεχνική προστασίας περιβάλλοντος Α.Α. στο ναυάγιο του Sea Diamond στη Σαντορίνη. Η Wolbers παρακολούθησε τις διαδικασίες καθαρισμού, οι οποίες μετρούν ήδη μια δεκαετία στην περιοχή και μίλησε με έναν από τους παλαιότερους υπαλλήλους της εταιρείας ο οποίος διατηρεί ένα αρχειακό ερασιτεχνικό υλικό κινηματογραφημένων επιχειρήσεων καθαρισμού προηγούμενων δεκαετιών.

Korakrit Arunanondchai, With history in a room filled with people with funny names 4, 2017

Korakrit Arunanondchai, With history in a room filled with people with funny names 4, 2017

Μια εγκατάσταση που πάλλεται στο ρυθμό της ανθρώπινης αναπνοής και ένα φιλμ είναι τα εργαλεία με τα οποία περιγράφει ο Arunanondchai τις απρόσμενες οικολογίες που δημιουργεί η συνάντησή μας με τον απρόσμενο, νέο κόσμο. Η διαφορετική  αίσθηση της φύσης και της απόλαυσής της, οι καινούργιες ανιμιστικές φιλοσοφίες, οι συμπεριφορές που συνδέονται με τις αθρόες μετακινήσεις ανθρώπων, δεδομένων και υλικών, οδυνηρές απώλειες στα πεδία του πολιτικού, του πολιτιστικού και του προσωπικού συγκροτούν μια κρίσιμη μάζα η οποία έχει χαρακτηριστικά αμφίσημα και ταξικά: η δράση της μπορεί να είναι αποσαθρωτική, καταστρεπτική, ή επωφελής, θεραπευτική.

Εύα Παπαμαργαρίτη, Always a body, always a thing, 2017

Εύα Παπαμαργαρίτη, Always a body, always a thing, 2017

Με αφορμή το πλαστικό, την έννοια της καταγωγής του από τα πετρελαϊκά παράγωγα, τη χρήση αλλά και τη μεταφυσική ερμηνεία του, η Παπαμαργαρίτη ξεκινά από τα εμβληματικά κείμενα του Ρολάν Μπαρτ για τη «μαγική ουσία» με τις «αλχημικές ιδιότητες» και με την έρευνά της εστιάζει στην έννοια της αμορφίας ως είδος αντίστασης στη μορφολόγηση και στην ταυτοποίηση και στον τρόπο με τον οποίο το πλαστικό προέρχεται από τη φύση και επιστρέφει σε αυτή ως μη διασπώμενο απόβλητο, έχοντας με βαμπιρικό τρόπο απορροφήσει στοιχεία της ζωής και του χρόνου στις μεταμορφώσεις και περιπλανήσεις του σε μια διαδικασία χρονοφαγίας και βιοφαγίας.

Wu Tsang, we hold where study, 2017, film still

Wu Tsang, we hold where study, 2017, film still

Το we hold where study είναι μια πειραματική ταινία μικρής διάρκειας που επιλέγει μια χορογραφική προσέγγιση στη δημιουργία της εικόνας και στη διαδικασία του πένθους. Το έργο βασίζεται σε έναν αν εξελίξει διάλογο βασισμένο πάνω στο δοκίμιό της, στο οποίο διατυπώνει ένα α-δύνατο σύνολο εικόνων αντίστασης μέσα από ποιητικές θεωρήσεις περί του μαύρου, του τρανς και του κυρίως μια αυτοσχεδιαστική κατάσταση ύπαρξης, από κοινού με άλλους, δουλεύοντας διαμέσου του περιβάλλοντος και από αυτό. Όπως προτείνει με το έργο της αυτό που επείγει τώρα δεν είναι να αντιμετωπίσουμε την τραγωδία, αλλά να μιλήσουμε για το πως ζούμε. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι άφθονη σκέψη με όρους «αντίστροφης μηχανικής», άφθονη αντιστροφή ισχυρών διατυπώσεων που εγκλωβίζουν τη φαντασία.

Eva Koťátková, Stomach of the world, 2017

Eva Koťátková, Stomach of the world, 2017

Το έργο «Το στομάχι του κόσμου» λειτουργεί σαν μια αλληγορία για τον κόσμο ως σώμα, ως οργανισμό, τη λειτουργία του οποίου εξασφαλίζουν άνθρωποι ανώνυμοι, συνεργαζόμενοι. Οι αρρυθμίες στη διαδικασία αυτή και η έλλειψη συντονισμού ή ενσυναίσθησης δημιουργεί εσωτερικές κακώσεις, ανωφελή διάλυση κάτω από την ακατάσχετη έκλυση γαστρικών υγρών ή ακόμα και από κακοήθειες, οι οποίες οδηγούν τελικά στην κατάρρευση ή την προσωρινή στάση ζωής του οργανισμού. Το φιλμ χρησιμοποιεί τις τεχνικές του animation, του μαύρου θεάτρου και της μαριονέτας, ενώ βασίζεται στη ζωντανή περφόρμανς με τη συμμετοχή παιδιών νεαρής ηλικίας ώστε να δομήσει ένα τρωτό, αναλώσιμο κολάζ σωμάτων και αντικειμένων σε συνθήκες εργαστηριακής οργάνωσης και υπνωτικής αλληλεπίδρασης εργασιακού χαρακτήρα και γνωσιακής υπερκατανάλωσης.

Anja Kirschner, Moderation, 2016

Anja Kirschner, Moderation, 2016

Η ταινία Moderation διαδραματίζεται στην Αίγυπτο, την Ελλάδα και την Ιταλία και στρέφεται γύρω από την ιστορία μιας σκηνοθέτιδας ταινιών τρόμου και των συνεργατών της. Η περιέργεια της Κίρσνερ στρέφεται επίσης και προς τον τρόπο με τον οποίο ο πάσης φύσεως τρόμος (ιστορικός, πολιτικός, συγκυριακός, κλιματικός) κυριεύει τους αρχαίους, πλούσιους και περίπλοκους πολιτισμούς των ακτών της Μεσογείου –όπου διαδραματίζεται η ταινία- και τους ρίχνει σε έναν ανεμοστρόβιλο αλλαγών, ωστόσο η προσοχή της εστιάζει στην ατόφια ενέργεια που απελευθερώνεται σε τέτοιες περιπτώσεις, στις δυνατότητες που αποκαλύπτονται σε αυτή την υπερπληθώρα του εξαθλιωμένου, ακατέργαστου και σπαταλημένου, στα δίκτυα που ενεργοποιούνται αιφνίδια από αυτές τις δυνατότητες.

Sophia Al Maria, The Magical State, 2017

Sophia Al Maria, The Magical State, 2017

Γυρισμένο στην Κολομβία, το έργο εξερευνά την εξόρυξη ορυκτών καυσίμων από τη συλημένη γη ως ένα είδος τελετουργικού, βίαιου εξορκισμού ο οποίος επιβάλλεται πάνω στο αποτρόπαιο «θηλυκό» σώμα. Η καλλιτέχνης, η οποία κατάγεται από την περιοχή του Αραβικού Κόλπου έχει εκφράσει επανειλημμένα το φόβο της μπροστά στην οικολογική καταστροφή όπως την επέτειναν οι υπερβολές του πρώιμου αλλά και του ύστερου καπιταλισμού. Οδηγήθηκε στην περιοχή La Guarija της Κολομβίας, όπου βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα ανοιχτά ορυχεία κάρβουνου της Λατινικής Αμερικής. Και μια από τις πλέον πληγείσες περιοχές στον πλανήτη στη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης και της παγκοσμιοποίησης. Μισή δαίμονας και μισή ηρωίδα η νεαρή γυναίκα στο έργο Μαγική Κατάσταση, είναι ταυτόχρονα η ουσία και το αποτέλεσμα της εξόρυξης αλλά και μια αλληγορία για κάθε γυναίκα, κάθε ον που καταπιέζεται ασφυκτιώντας στα όρια μιας επιβαλλόμενης συνθήκης και της βίας της.

Λουκία Αλαβάνου, BananaLand, 2017

Λουκία Αλαβάνου, BananaLand, 2017

Η ταινία της Αλαβάνου περιλαμβάνει υλικό γυρισμένο στο μικρό αγροτικό χωριό Λος Άντζελες του Εκουαδόρ, εικόνες που περιλαμβάνουν τα προπαγανδιστικά διοράματα ιστορικού περιεχόμενου στο μουσείο Γκουαγιακίλ και ένα μείγμα εικόνων και ήχων από τα αμερικάνικα περιοδικά της δεκαετίας του ’50 όπως το BananaLand. Η έρευνα της Αλαβάνου ξεκίνησε από εκεί που έχουν αναγνωριστεί στο Σύνταγμα της χώρας τα δικαιώματα της φύσης, εκεί όπου ανθεί με ένα τρόπο η «τοξική αποικιοκρατία» η οποία αλλοιώνει τη ζωή πολύ πέραν της βλάβης του φυσικού περιβάλλοντος. Η καλλιτέχνις θέτει σε αμφισβήτηση και το βλέμμα του ίδιου του καλλιτέχνη, ο οποίος επεμβαίνει και αναπαριστά, ενώ συχνά μετατρέπεται και αυτός σε ένα είδος «συλλέκτη απορριμάτων και συμμετέχει στους εναλλακτικούς τρόπους  πολιτιστικής οικονομίας και οικολογίας διασώζοντας όσους απορρίπτουν οι θεσμικές ή οικονομικές πρακτικές και η επίσημη ρητορική.

Info έκθεσης:

Paratoxic Paradoxes | 23 Μαρτίου – 21 Μαΐου 2017 | Μουσείο Μπενάκη – Κτήριο της οδού Πειραιώς