«Εγώ είμαι χιουμορίστας, γελωτοποιός, ακροβάτης, προβοκάτορας. 
Τα έργα μου κάνουν διπλές κωλοτούμπες για να διασκεδάσουν το κοινό μου. 
Εγώ είμαι τσίρκο, λυρισμός, ποίηση, τρόμος, καβγάς, παιχνίδια, 
τι άλλο θέλετε;»

Έγραφε ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς, συγγραφέας της «Οπερέτας». Με αφορμή το έργο του, ο Νίκος Καραθάνος ετοιμάζει την ομώνυμη παράστασή του που ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο. Η ευφάνταστη, ανατρεπτική και διαχρονική «Οπερέτα», έργο πειραματικό, χωρίς συμβατική πλοκή και βαθιά σατιρικό, στο οποίο κυρίαρχο ρόλο, κατέχει η «Μορφή» υιοθετεί την ελαφράδα του μουσικού αυτού είδους και υπονομεύει, με το σαρωτικό της χιούμορ, τα πλαστά πολιτικά, ηθικά και ιδεολογικά πρότυπα. Εκθέτει παράλληλα τη γελοιότητα των προσώπων που τα εκφράζουν και προτείνει την υπεροχή της απλότητας και της «γύμνιας», απέναντι στην κενότητα κάθε εφήμερης μόδας.

Μιλήσαμε με τον Νίκο Καραθάνο για μια ακόμα φορά, για μια ακόμα περιπέτεια των μορφών, της ουτοπίας και των σωμάτων.

Νίκος Καραθάνος

Στο έργο σου επιστρέφει ξανά και ξανά η έννοια της γιορτής και της φυγής. Θα συμβεί αυτό και στην «Οπερέτα» που δίνει και την αφορμή εξαιτίας του θέματος;
Έχω πει πολλές φορές πως όλα τα έργα τα γιορτάζεις, δεν τα ανεβάζεις, εγώ τουλάχιστον δεν μπορώ να το κάνω έτσι. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να τα διασκεδάσω, να τα ευχαριστηθώ. Είναι όπως ξυπνάς και έχεις γενέθλια και έχεις μια αναίτια χαρά.

«Κάτω από την ανοησία μας κρύβεται ένα βουνό της υψηλής τέχνης»

Υπάρχει και πόνος πάντα στις παραστάσεις σου, σαν βασικό συστατικό, κάτι που ΄χει απασχολήσει πολύ τον Γκομπρόβιτς. Μάλιστα σχεδίαζε να κάνει ένα έργο για τον πόνο πριν πεθάνει, δεν το έκανε τελικά.
Νομίζω ο πόνος, είναι ο λόγος που τα κάνεις όλα. Γι’ αυτό λυγίζω και λατρεύω έναν που δεν έχει πόδια και προσπαθεί να περπατήσει, έναν που δεν έχει χέρια και προσπαθεί να πιάσει κάτι. Τώρα γιατί νομίζω ότι ζω; Εξαιτίας της αναπηρίας μου, του αυτισμού μου, της δυσλεξίας μου. Γι’ αυτό ευχαριστιέμαι. Ο πόνος δε φεύγει ποτέ, πάντα το λέγαμε ότι κατά βάθος μένεις απαρηγόρητος και οι χειρονομίες που κάνεις, με έναν τρόπο, σου απαλύνουν αυτό το αίσθημα. Τι κάνει ο πόνος; Σε τοποθετεί σωστά και σε συγγενεύει.

Και όταν φτάνεις εκεί, σε αυτό το σημείο του πόνου, τι αποθεώνεις; Το ασήμαντο που μετατρέπεται σε σημαντικό;
Καταρχάς το ασήμαντο το λατρεύω. Το θεωρώ πολύ σημαντικό, ένα δεύτερο πράγμα, μια κουβέντα που λέμε μεταξύ μας, να γίνεται τόσο πρώτο. Μια λέξη που μπορεί να εμπεριέχει τα πάντα. Ασήμαντα και σημαντικά είναι όλα ένα πράγμα, απλώς ένας καταπληκτικός συγγραφέας, το βάζει και στις λέξεις για να φαίνεται, ο άλλος το κρύβει. Κάτω δηλαδή από την ανοησία μας κρύβεται ένα βουνό της υψηλής τέχνης. Η ζωή είναι από μόνη της έργο τέχνης.

Οπότε εσύ πού ψάχνεις να βρεις την πραγματικότητα; Μπορείς να τη βρεις στο πρωτόγονο και το σχιζοφρενές;
Κυρίως στο παράλογο, σε αυτό που δε δέχεται λογική, σε αυτό που ονομάζουμε και είναι ζωή, σε ένα διάλογο με τη μάνα μας που είναι αξεπέραστο πράγμα, μνημειώδες.

Νίκος Καραθάνος

Ψάχνεις και μέσα στην άγνωστη δυνατότητα για τα αφύσικα πράγματα, για παράδειγμα στη σουρεαλιστική ή υπερφυσική διάσταση που έχουν τα ζώα, που παρελαύνουν στις παραστάσεις σου και όχι μόνο συμβολικά.
Θα σου πω τη σχέση μου με τα ζώα και θα σου φανεί παράξενη. Εγώ δεν έχω ζώα, δεν έχω ας πούμε ένα σκύλο. Αλλά υπάρχουν φορές που δεν μπορώ να μιλήσω με τη μορφή ενός ανθρώπου, μπορώ να μιλήσω μέσα από τη μορφή ενός πιθήκου. Για παράδειγμα, θα σου πω ότι στο «Βυσσινόκηπο» όταν μιλούσαμε σαν ποντίκια, καταλάβαινα καλύτερα, καταλάβαινα τα πάντα. Δεν ξέρω τι είναι αυτό. Ας πούμε εμένα μου αρέσουν τα ζώα γιατί τα ζώα έρχονται από πολύ παλιά, πολύ νωρίτερα από εμάς και γιατί λίγο οι φόβοι μας τη νύχτα, οι εφιάλτες μας είναι σαν να τρέχεις σε ένα προϊστορικό δάσος και φοβάσαι και τρέχεις και πρέπει να εξελίσσεσαι να πηγαίνεις μπροστά, να φύγεις από το ζώο, το θηρίο.

«Νομίζω ότι η ζωή είναι τα λίγα χρόνια τουρισμού πάνω στη γη που ακούς ήχους»

Ο Γκομπρόβιτς δίνει μια εξήγηση. Είναι η μάχη του ανθρώπου με τη μορφή, η μάχη του ανθρώπου εναντίον του τρόπου που σκέφτεται, πράττει, εναντίον της κουλτούρας των ιδεών και των πεποιθήσεών του. Λέει, δηλαδή,  ότι ο άνθρωπος φορώντας μια μάσκα, με μια άλλη μορφή χτυπάει το επίπλαστο της κουλτούρας του καθωσπρεπισμού.
Λέει ακόμα και κάτι άλλο: ότι ψάχνουμε τον άλλο μούρη με μούρη ή ότι ψάχνουμε μια μούρη για να μπούμε μέσα ή να φύγουμε με τη μούρη μας στα χέρια. Αναρωτιέμαι τι δουλειά έχει ένας πίθηκος που σημαίνει την άρνηση της πολιτικής για παράδειγμα. Τον Γκομπρόβιτς τον έψαξα αυθόρμητα και ενστικτωδώς και μερικά στοιχεία του αρνιόμουνα να τα εξηγήσω. Λέει πολλά, λέει τα πάντα και πραγματικά ένας σκηνοθέτης αναρωτιέται τι μπορεί να πει από πάνω. Επίσης μου άρεσε πολύ η ανοησία του. Βάζει ανόητα πράγματα και εμείς που υποτίθεται «τα πιάνουμε», τα θεωρούμε σοβαρά, σαν καλλιτέχνες, σαν επιστήμονες. Και τρώμε την μπανανόφλουδα. Γιατί δεν μπορούμε να κατατάξουμε την ανοησία ή να δεχτούμε ότι κάτι είναι ανόητο, δε δεχόμαστε ότι εμείς είμαστε ανόητοι. Γιατί κάνουμε τους ανώτερους, θέλουμε να καβαλήσουμε την ανοησία και να βγούμε πάνω από όλο αυτό.

Εννοείς ότι ζούμε σε μια κοινωνία που δεν ομολογεί το λάθος της;
Ούτε το ομολογεί, ούτε παίζει μπάλα με αυτό. Ο ίδιος ο Γκομπρόβιτς το λέει: «ένας Θεός ξέρει πόσο μέσα σε αυτή την ανοησία πάλεψα να βάλω τον ανθρώπινο πόνο. Να μιλήσω για τον πόνο του ανθρώπου». Χτίζουμε ένα χαρακτήρα, μια προσωπικότητα και έρχεται ο καιρός και η ιστορία μάς δίνει τρομερές σφαλιάρες και μας ακυρώνει εντελώς. Υπάρχει μια αίσθηση ματαιότητας σε όλο αυτό.

Οπερέττα στο Εθνικό Θέατρο

Υπάρχει αίσθηση ματαιότητας και στο να πιστεύεις σε κάτι; Τη χρησιμοποιείς την έννοια της πίστης στα έργα σου;
Η πίστη είναι σαν να κάθεσαι σε ένα γλυκό νησί. Και κάθεσαι προστατευμένος, ενώ η γνώση είναι η θάλασσα δίπλα. Η πίστη είναι ένα γλυκό αίσθημα. Νομίζω ότι η ζωή είναι τα λίγα χρόνια τουρισμού πάνω στη γη που ακούς ήχους. Ζούμε σε εποχές που δεν μπορούμε να κάνουμε τη ζωή μας ή το θέατρο σε ένα γραφείο, σε ένα σαλόνι, πρέπει να είμαστε εκεί έξω και να ζούμε και να ακούμε. Είναι οι εποχές περίεργες, ενδιαφέρουσες, δεν καταλαβαίνουμε τι συμβαίνει, είμαστε στο κέντρο της ιστορίας. Ας πούμε στην «Οπερέτα» έχει καταστάσεις όπως η ζωή σήμερα και λιγότερο χαρακτήρες. Οι χαρακτήρες της «Οπερέτας» είναι σαν ένας χαρακτήρας καταμερισμένος σε διάφορα τμήματα του εαυτού μας, που συλλέγει εμπειρίες.

Ο Γκομπρόβιτς μιλά πολύ για το σώμα, για τη γύμνια. Τι σημαίνει σώμα σήμερα;
Νομίζω το σώμα σκέτο δεν το μπορούμε. Για παράδειγμα ένας κλέφτης, ένας αλήτης, μπορεί να κάνει πράγματα, εμείς δεν μπορούμε. Γιατί το πρώτο, το αθώο, αυτό που βρίσκεις όταν είσαι δεκατεσσάρων, τη φλόγα μέσα σου, το σώμα που μιλάει αθώα πριν σου μπει οποιαδήποτε ταμπέλα, κάποια στιγμή δεν υπάρχει πια. Μετά λογοκρινόμαστε απίστευτα, μένεις πάντα με ένα παράπονο στο πρόσωπο, μετανιωμένος σκέφτεσαι «γιατί δεν είπα αυτό που ένιωσα;» Γιατί δεν μπορείς πια. Γιατί έχει περάσει η εποχή που ζούσες χωρίς ιδιοτέλεια, χωρίς όφελος, με την αθωότητα που έκανε τη μέρα να έχει 72 ώρες. Που ερχότανε η νύχτα και ερχότανε το σκοτάδι να σε γνωρίσει. Που ξύπναγες και μάθαινες από τα πράγματα. Γι’ αυτό γράφουμε, κάνουμε τέχνη, γι’ αυτές τις στιγμές. Είναι μια μικρή αποκάλυψη της ανθρώπινης φύσης. Να σου πω τι κάνει το έργο; Είναι σαν να πηγαίνεις σε μια ταβέρνα ξεμέθυστος, σε τρία κρασιά είσαι αλλιώς, σε οκτώ αλλιώς. Λοιπόν και στην «Οπερέτα» υπάρχει μια σκανταλιά, αυτός εδώ ο συγγραφέας βάζει μια βόμβα. Ξέρεις τι είναι; Είναι σαν να παίρνεις φόρα με το ποδήλατο στην κατηφόρα και να πέφτεις πάνω στις κολώνες και να λες «ώπα τι είναι αυτό»; Ένα ευτυχισμένο δυστύχημα. Το θέατρο οφείλει να κάνει τους θεατές να νιώθουν έτσι. Να νιώθουν λίγο σαν τον Άγιο Σεβαστιανό, να τους έρχονται βέλη και να φεύγουν κατατρυπημένοι και να μην ξέρουν τι τους έχει συμβεί, να μην είναι κάτι που το γνωρίζουν, το κατατάσσουν σε  ευχάριστο ή δυσάρεστο, να είναι μια εμπειρία.

Οπερέττα στο Εθνικό Θέατρο

Όταν εσύ δημιουργείς ένα κόσμο μέσα σε μεγάλα έργα που δεν τα «σέβεσαι», όταν μπαίνεις σε ένα έργο και χτίζεις μια φωλιά, τι σκέφτεσαι; Το φοβάσαι;
Εμένα μου αρέσει να συνδέω πολλές ομάδες, πολύ κόσμο, να μην κάνω μια παράσταση που εναπόκειται σε έναν. Να συνδέσεις για παράδειγμα έναν πρωτόγονο κόσμο, με ένα απαγορευμένο περιθώριο, με τη στρεβλή μας φύση. Ο φόβος επάνω στη σκηνή σε κάνει να είσαι καλός, να μη φτάνεις ποτέ τον εαυτό σου, να σκέφτεσαι ότι θέλει κι άλλη δουλειά, να ζητάς μια τελειότητα σύμφωνα με πρότυπα των άλλων. Όταν δε φοβάσαι, παραδέχεσαι αυτό που είσαι πολύ εύκολα και επιτέλους μπορείς να μιλήσεις στον άλλο κάτω. Δε σου λέω ότι είναι εύκολο να το κάνω. Γιατί είναι δύσκολο να πάρεις το θάρρος και να βγεις να πεις στον άλλο «γεια σου, δεν παίζω, σου μιλάω». Και πριν το πεις αυτό στο θεατή, έχει προηγηθεί κάτι άλλο, ένα ταξίδι με ανθρώπους που αγαπάς και σου αρέσουν και μπαίνουν μαζί σου στην περιπέτεια. Εγώ στους ηθοποιούς δε δείχνω μια σκηνοθεσία, δείχνω έναν τόπο και λέω «πάμε να ταξιδέψουμε, θα βάλω το πούλμαν». Και δε μου ανήκει ούτε ο τόπος, ανήκει σε όλους.

Πότε λες ότι πετυχαίνει το θέατρο;
Υπάρχει μια λάμπα που πρέπει να την ανάψουμε στο τέλος. Δε φτάνεις πάντα, αλλά υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που θες να φτάσεις κάθε φορά. Είναι ψυχότροπο το θέατρο, ένα θυμικό πράγμα. Θα πετύχουμε δηλαδή, όταν στο τέλος της παράστασης θα έρθει το ασθενοφόρο να πάρει το κοινό ή από τα γέλια ή από τα κλάματα. Όταν φτάνουμε στην ηδονή του ποδοσφαίρου, στην ηδονή της κερκίδας. Αυτά όλα θέλουν κόπο, μόχθο, πλήγωμα και μεταξύ μας, ένα λέρωμα. Κάθε μέρα γινόμαστε όλο και λίγο παραπάνω καθώς πρέπει και πρέπει να ξαναβουτηχτούμε στη λάσπη. Μεταξύ μας, αυτή η διαδρομή δεν είναι πάντα ευχάριστη. Αλλά μόνο έτσι μπορείς να ζήσεις λίγο, να ανυψωθείς, να πάρεις λίγο το δωρεάν αυτού του κόσμου και να χαρείς. Έτσι γίνεται.

Info παράστασης:

Οπερέττα | 22 Νοεμβρίου 2017 – 07 Ιανουαρίου 2018| Εθνικό Θέατρο – Θέατρο Rex – Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη