H συμπλήρωση δέκα ετών από το θάνατο του Νίκου Νικολαΐδη (1939-2007) δίνει την αφορμή στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος για ένα ιδιαίτερα ευπρόσδεκτο και ιδιαίτερα γεμάτο τριήμερο εκδηλώσεων, από την Πέμπτη 5 έως και το Σάββατο 7 Οκτωβρίου. Αν το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα, ο μύθος ταιριάζει στον Νικολαΐδη: ίσως περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα σκηνοθέτη, ο Νικολαΐδης έχτισε με το έργο του ένα μύθο.  Κι από αυτόν ακριβώς τον εν εξελίξει μύθο τροφοδοτείται το αφιέρωμα, ερχόμενο με τη σειρά του να τον ανατροφοδοτήσει.

 Νίκος Νικολαϊδης

Βραβευμένος με πέντε βραβεία σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αλλά ποτέ με το βραβείο καλύτερης ταινίας, ο Νικολαΐδης υπέγραψε συνολικά οκτώ μεγάλου μήκους κινηματογραφικές ταινίες: την «Ευριδίκη ΒΑ 2037» του 1975, το «Τα Κουρέλια Τραγουδούν Ακόμα» του 1979, την «Γλυκιά Συμμορία» του 1983, την «Πρωινή Περίπολο» του 1987, το “Singapore Sling” του 1990, το «Θα σε Δω στην Κόλαση Αγάπη μου» του 1999, το «Ο Χαμένος τα Παίρνει Όλα» του 2002 και το «The Zero Years» το 2005. Ο ίδιος τις κατένεμε με βάση τις θεματικές τους σε άτυπες τριλογίες,  δυο ολοκληρωμένες, («Ευρυδίκη» – «Πρωινή Περίπολος» – «Zero Years»), («Koυρέλια» – «Συμμορία» – «Χαμένος») και μια εν τέλει ανολοκλήρωτη (“Singapore Sling” και το «Θα σε Δω στην Κόλαση»).

Κατ΄εμέ όμως, η κύρια διάκριση της φιλμογραφίας του Νικολαΐδη είναι χρονική. Μέσα σε σχεδόν δέκα χρόνια, από το 1979 ως το 1987, υπογράφει με τα «Κουρέλια», τη «Συμμορία» και την «Πρωινή Περίπολο» τις τρεις καλύτερες -πάντα κατ’ εμέ- ταινίες του. Έχει προηγηθεί η «Ευρυδίκη», μια σχεδόν πειραματική, δυσανάγνωστη, αλλά πάντως αποκαλυπτική των δυνατοτήτων και της σκηνοθετικής του δύναμης ταινία. «Τα Κουρέλια Τραγουδούν Ακόμα» και η «Γλυκιά Συμμορία» έρχονται να εγκαθιδρύσουν το σύμπαν και μαζί το μύθο του.

 Νίκος Νικολαϊδης

Μετά η «Πρωινή Περίπολος» βγάζει τον Νικολαΐδη, όσο καμιά άλλη ταινία στη φιλμογραφία του, στο δρόμο: ο τρόπος που μεταμορφώνονται οικείες γωνιές της Αθήνας σε ένα μετα-αποκαλυπτικό, έρημο τοπίο, είναι μαγικός. Από εκεί κι ύστερα όμως (με την εξαίρεση του «Ο Χαμένος τα Παίρνει Όλα», που αν αντιμετωπιστεί σαν ένα νουάρ παιχνίδι έχει τις τρυφερές, ατμοσφαιρικές κι εύθυμες στιγμές του, αν όμως επιχειρήσει να το πάρει κανείς σοβαρά θα δυσκολευτεί πολύ), ο Νικολαΐδης γυρνά όλο και περισσότερο σπίτι, κλείνεται όλο και περισσότερο σπίτι, κλείνεται όλο και περισσότερο σε έναν κόσμο από όπου δεν μπαίνει από πουθενά αέρας, φτιάχνοντας ταινίες ασφυκτικές.

Αυτό δεν αναιρεί βέβαια ότι, παραδείγματος χάριν, στα πρώτα πλάνα του “Singapore Sling” με τη βροχή στο αυτοκίνητο και τις σκάλες, έχει σωρευθεί τόση ατμόσφαιρα και τόση κινηματογραφική ομορφιά, όση άλλοι σκηνοθέτες δεν θα έφταναν ούτε στον ύπνο τους. Δεν αναιρεί επίσης το εκθαμβωτικό ασπρόμαυρο στη φωτογραφία του Άρη Σταύρου. Αλλά ό,τι ακολουθεί και στο Sling και στο κατοπινό σινεμά του Νικολαΐδη, είναι μια κατάσταση στην οποία όποιος μπορέσει να μπει μπήκε, προσωπικά κάθε άλλο παρά μπόρεσα, όση φιλότιμη προσπάθεια κι αν κατέβαλα. Ενώ μέχρι και την «Περίπολο» οι εικόνες συνομιλούσαν διαρκώς με τη μουσική και τα τραγούδια, ενώ μεγάλο μέρος της επίδρασης των εικόνων οφειλόταν στο πόσο η μουσική και τα τραγούδια κούμπωναν ιδανικά μαζί τους, είτε τονίζοντάς τες, είτε αποδραματοποιώντας τες (η αντιστικτική χρήση των τραγουδιών των φίφτις, σαν σε ταινία του Ντέιβιντ Λιντς αλλά πριν τον Ντέιβιντ Λιντς, δίνουν στα «Κουρέλια» τον τόνο τους, την προσωπικότητά τους, τον χαρακτήρα τους), από εκεί και ύστερα οι μουσικές και τα τραγούδια ελαττώνονται, από εκεί και ύστερα όλα γίνονται πιο βαρύγδουπα, πιο πεισιθανάτια, οι διάλογοι με τα εξωτερικά ερεθίσματα ατονούν, μέσα στο σπίτι υπάρχει πια χώρος μόνο για ένα όραμα που συνομιλεί μόνο με τον εαυτό του.

 Νίκος Νικολαϊδης

Μιλώντας για το σινεμά του Νικολαΐδη, δεν γίνεται να μην σταθείς λίγο σε συνεργάτες του και κυρίως στη σύζυγό του και σύντροφο ζωής του, Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου: τα σκηνικά και τα κουστούμια της είναι οργανικά μέρη των ταινιών του, σάρκα από τη σάρκα τους, βασικό κι αναπόσπαστο τμήμα της γοητείας του. Τα ντεκόρ του σπιτιού στη «Συμμορία», τα ρούχα που φοράει ο Μόσχος στη «Συμμορία» ή ο Σπυριδάκης στην «Περίπολο». Αλλά και ίδιος ο Μόσχος, ο ίδιος ο Σπυριδάκης, ο Τζούμας, ο Βαλαβανίδης, η Μασκλαβάνου, η φυσική χάρη αυτών των ανθρώπων, ο τρόπος που δίνουν υπόσταση στους ήρωές τους. Οι μουσικές του Χατζηνάσιου στην «Περίπολο» κι ακόμη περισσότερο στη «Συμμορία». Η φωτογραφία του Ντίνου Κατσουρίδη στην «Περίπολο».

Το σινεμά δεν είναι μια σκέψη πάνω στον κόσμο, δεν είναι ένα συναίσθημα πάνω στον κόσμο, δεν είναι μια θέση για τον κόσμο, το σινεμά δεν είναι καν μια οπτική για τον κόσμο. Το σινεμά είναι ένα βλέμμα πάνω στον κόσμο. Βλέμμα που με τη σειρά του φτιάχνει τον δικό του κόσμο. Βλέμμα και όχι οπτική. Προσωπικά με την οπτική του Νικολαΐδη για τον κόσμο, όπως μπορεί εν πάση περιπτώσει να αποκρυπτογραφηθεί από τις ταινίες του, έχω ένα σωρό θέματα, καθώς δυσκολεύομαι να πιαστώ από οπουδήποτε, τόσο σε επίπεδο ιδεών, όσο και σε επίπεδο χαρακτήρων. Αλλά το βλέμμα του. Πώς να απαγκιστρωθείς από αυτό το βλέμμα; Πώς να ξεφύγεις από τον μαγνητισμό του;

Ακόμη και στην ταινία που αγαπώ περισσότερο από το σινεμά του, τη «Γλυκιά Συμμορία», τη βλέπω κι αναρωτιέμαι πώς, ενώ υπάρχουν αρκετά ψεγάδια να της καταλογίσεις, είναι παρά ταύτα συγχρόνως τόσο εντελώς πολύτιμη, τόσο εντελώς ερωτεύσιμη και τόσο εντελώς σημαντική. Ίσως στο σινεμά έχει πολύ λιγότερη σημασία αν η ταινία σου θα χάσκει εδώ, θα παραπατάει εκεί, θα είναι μετέωρη πιο πέρα και πολύ περισσότερη σημασία αν, παρ όλες τις ατέλειες, τα κενά, τις ανακολουθίες, έχεις πάντως από πίσω της ένα βασικό βλέμμα, ένα αυθεντικό βλέμμα, ένα βλέμμα που είσαι εσύ και μόνο εσύ, εσύ με όλες τις επιρροές που σε έκαναν εσένα, αλλά το τελικό αποτέλεσμα να είσαι αναμφισβήτητα εσύ, εσύ που με τη σειρά σου θα επηρεάσεις άλλους, εσύ που ακόμη κι αν βρέθηκες τόσα έτη φωτός μακριά από την τελειότητα, παρά ταύτα πρόβαλες στην οθόνη το ολόδικό σου φως, τον ολόδικό σου φωτισμό στα πράγματα, τον όλοδικό σου κόσμο. Κι ύστερα, τι σημασία έχουν οι ατέλειες. Τη στιγμή που παρακολουθείς μια ταινία, σε αφορά η ταινία ως σύνολο: ό,τι δεν λειτουργεί, στερεί από τη γοητεία της και την επίδρασή της. Όταν όμως τελειώνει η παρακολούθηση, το χνάρι της μέσα σου μπορεί κάλλιστα να απεξαρτάται από το συνολικό έργο και να εξαρτάται από επιμέρους στοιχεία του που χτυπούν καρδιά και σημαίνουν αισθητικά και συναισθηματικά κάτι.

 Νίκος Νικολαϊδης

Νίκος Νικολαΐδης: όχι ένας οποιοσδήποτε σκηνοθέτης. Κάποιος σκηνοθέτης, που θα έλεγαν και τα κουρέλια, παίζοντας με τον αγγλισμό. Some director, κάποιος σκηνοθέτης, κάποιες ταινίες, κάποιες εικόνες, κάποια αίσθηση, κάποιο αποτύπωμα. Πάμε να τρέξουμε τώρα, βγαίνει από τη φυλακή ο Σπυριδάκης, πάμε να τρέξουμε να τον αγκαλιάσουμε, είναι ελεύθερος ξανά, πετάει τα ρούχα της φυλακής και στα αυτιά μας παίζει αυτή η μουσική, η ίδια που παίζει και στο μάθημα της ανατομίας. «Το μάθημα τελείωσε, μπορείς να πηγαίνεις», αλλά όπου και να πηγαίνεις πάντα θα επιστρέφεις σε αυτό το μάθημα, σε αυτήν τη σκηνή, σε αυτήν την ταινία, σε αυτόν τον σκηνοθέτη.

Info:

Τριήμερο αφιέρωμα στον κινηματογραφιστή Νίκο Νικολαΐδη | 5 – 7 Οκτωβρίου 2017 | Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

Το Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ) εγκαινιάζει μία σειρά αφιερωμάτων σε Έλληνες σκηνοθέτες του κινηματογράφου, τιμώντας τον πολυβραβευμένο κι ασυμβίβαστο κινηματογραφιστή, σεναριογράφο, παραγωγό και συγγραφέα, Νίκο Νικολαΐδη, με ένα τριήμερο εκδηλώσεων αφιερωμένο στο έργο του, στις 05-07/10, με ελεύθερη είσοδο. Τρεις μέρες με προβολές ταινιών του, ομιλίες γύρω από το έργο του και τη σημασία του στις μέρες μας και συναυλίες καλλιτεχνών και συγκροτημάτων με μουσική από τις ταινίες του ή εμπνευσμένη από αυτές.

Το ΚΠΙΣΝ επιλέγει να ξεκινήσει τη σειρά αυτή αφιερωμάτων παρουσιάζοντας το έργο ενός οραματιστή σκηνοθέτη, ο οποίος ανέδειξε τα κοινωνικά θέματα της εποχής του και πέρα από αυτήν, με επίκεντρο τους νέους, μέσα από τη δική του ιδιαίτερη ματιά η οποία παραμένει διαχρονικά επίκαιρη.