Το τραγούδι πιθανώς το ξέρετε. Είναι το Ερωτικό, ένα ποίημα μοναδικά μελοποιημένο από τον Νίκο Ξυδάκη. Το ποίημα έχει ακροστιχίδα και σχηματίζει το όνομα «Κώστας Γκίκας», που ήταν η μεγάλη αγάπη του ποιητή. Το έγραψε το 1928, ερωτικά απογοητευμένος. Πολυσυζητημένος ποιητής και σήμερα, ο Ναπολέων Λαπαθιώτης ασκεί τη γοητεία του ευαίσθητου αυτόχειρα περισσότερο για τη ζωή του και λιγότερο για το λογοτεχνικό του έργο. Διακριτικός, κλεισμένος στον εαυτό του και συγκρατημένος, αυτός ήταν ο Λαπαθιώτης. Η ζωή του όμως προκάλεσε τη συντηρητική κοινωνία της εποχής, μια υποκριτική Αθηναϊκή κοινωνία του μεσοπολέμου. Ο Λαπαθιώτης αυτοκτόνησε στις 8 Ιανουαρίου 1944 και κηδεύτηκε με έρανο 4 μέρες αργότερα. Η αινιγματική σελίδα της ελληνικής λογοτεχνίας έκλεισε με το θάνατό του.

Ο Λαπαθιώτης δεν μπόρεσε ποτέ να βρει το κλειδί του βιοπορισμού

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου 1888, στην πλατεία Αγίων Θεοδώρων στην Αθήνα και ήταν παιδί του Λεωνίδα Λαπαθιώτη, μαθηματικού και στρατιωτικού,  που διετέλεσε βουλευτής το 1903-1905 και έγινε υπουργός στρατιωτικών το 1909. Η μητέρα του, Βασιλική Παπαδοπούλου, ήταν ανιψιά του Χαρίλαου Τρικούπη. Άρχισε να γράφει ποιήματα από παιδί. Ένα πρωτόλειο έμμετρο δράμα του εκδόθηκε με φροντίδα του πατέρα του. Στα γράμματα εμφανίστηκε επίσημα το 1905, στο περιοδικό Νουμάς. Το 1907 μαζί με άλλους εννιά νεαρούς λογοτέχνες ίδρυσαν το περιοδικό Ηγησώ. Ο Λαπαθιώτης σπούδασε νομικά αν και δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία. Υποστηρικτής του Βενιζέλου στην αρχή, κατατάχτηκε στον στρατό ως ανθυπολοχαγός-διερμηνέας, θέση που διατήρησε ως το 1921. Στη δεκαετία του ’20 φυσά ο αέρας της Οκτωβριανής Επανάστασης. Επηρεάζει τους ποιητές του καιρού του, μαζί και τον Λαπαθιώτη που ενστερνίστηκε τον κομμουνισμό. Το 1932 και μετά αρθρογραφούσε στο αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι» το πεζό τραγούδι «Τραγούδι για το ξύπνημα του προλεταριάτου».

Σκίτσο του Λαπαθιώτη από το αρχείο του στο Ε.Λ.Ι.Α.-Μ.Ι.Ε.Τ.

Σκίτσο του Λαπαθιώτη από το αρχείο του στο Ε.Λ.Ι.Α.-Μ.Ι.Ε.Τ.

Ο Λαπαθιώτης ποτέ δεν έφυγε από το σπίτι του στις παρυφές του Λόφου Στρέφη. Στο διώροφο νεοκλασικό αρχοντικό, που σήμερα ερημώνει, έζησε πάνω από 40 χρόνια και εκεί έγραψε το μεγαλύτερο μέρος του ποιητικού έργου του, αλλά και αυτοκτόνησε. Η μητέρα του Λαπαθιώτη πέθανε πριν την κατοχή, ο πατέρας του στις αρχές της.

Ο Λαπαθιώτης έμεινε οικονομικά απροστάτευτος, οικογενειακά απροστάτευτος, καθώς, παρά την ελευθερία και την ελευθεριότητα με την οποία ζούσε, δεν κατάφερε ποτέ να ενηλικιωθεί και να αφήσει τους γονείς και την πατρική του στέγη. Δεν μπόρεσε ποτέ να βρει το κλειδί του βιοπορισμού, η μέριμνα της καθημερινότητας δεν τον απασχόλησε ποτέ. Κυκλοφορούσε μόνο τη νύχτα, εγκαταλειπόμενος στην ηδονή. Διέθετε, όπως λένε, μια από τις πλουσιότερες ιδιωτικές βιβλιοθήκες.

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης με τη στολή του έφεδρου ανθυπολοχαγού (Συλλογή Κ. Καζάζη)

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης με τη στολή του έφεδρου ανθυπολοχαγού (Συλλογή Κ. Καζάζη)

Ο Λαπαθιώτης διάβαζε Ουώλτερ Χορέισο Πέιτερ, από τους βασικότερους θεωρητικούς εκφραστές του δόγματος «Η Τέχνη για την Τέχνη», το οποίο αποτέλεσε θεμέλιο του κινήματος του Αισθητισμού και Όσκαρ Ουάιλντ. Πίστευε και αυτός ότι η τέχνη δεν έχει ηθικούς ή ωφελιμιστικούς λόγους ύπαρξης, σε αντίθεση με τις επικρατούσες απόψεις της εποχής του, οι οποίες ερμήνευαν το έργο τέχνης βάσει ηθικών και παιδευτικών αξιών.

Τη βιβλιοθήκη του την ξεπούλησε για να εξασφαλίζει ηρωίνη. Η ευαίσθητη, με μουσικότητα στίχων, μετρική ποικιλία και αγνή λυρική διάθεση, ποίησή του, χάθηκε σε δρόμους αδιέξοδους. Μας άφησε ένα μικρό σε όγκο, αλλά σημαντικό σε ποιότητα ποιητικό έργο. Θεωρείται από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεοσυμβολιστικής και νεορομαντικής σχολής. Στα ποιήματά του σκύβουμε ακόμα και σήμερα με ενδιαφέρον, περιέργεια και απορία για την εκκεντρική αντισυμβατική και επικίνδυνη ζωή του.

Σκίτσα του Λαπαθιώτη από το αρχείο του στο Ε.Λ.Ι.Α.-Μ.Ι.Ε.Τ.

Σκίτσο του Λαπαθιώτη από το αρχείο του στο Ε.Λ.Ι.Α.-Μ.Ι.Ε.Τ.

Πέντε ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Βαθὺκι ἐξαίσιο βράδυ
Ἦταν ἕνα βαθὺ κι ἐξαίσιο βράδυ.
-Βράδυ λεπτὸ κι ἀσύλληπτο, Χιμαίρας!-
Ποτέ, τόσο πολύ, τέλος ἡμέρας,
δὲν εἶχε λάμψει τόσο, σὰ πετράδι…

Κατέβαινε τὸ φῶς -μιὰ ὠχρὴ ἀγωνία-,
σὲ κήπους, ὅλο βάλσαμα γιομάτους,
τ᾿ ἄνθη μεθοῦσαν ἀπὸ τ᾿ ἄρωμά τους,
μέσα σε μιὰν ἀνείπωτη ἁρμονία…

Δὲν εἶχε κἂν ὑπάρξει τέτοια δύση,
μήτε στὸ νοῦ τῶν πιὸ γλυκῶν ζωγράφων.
Ἀκόμα καὶ τὰ μάρμαρα τῶν τάφων,
μιὰ δόξα μυστικὰ τά ῾χε κερδίσει…

Κι ὅταν τὸ θάμπος ἄρχιζε νὰ φθάνει
κι ἡ νύχτα τ᾿ ἀργὰ μάγια νὰ κλώθει,
τὸ φεγγάρι, παντοῦ, σὰ φλόγα ἁπλώθη…
Κι ἦταν τὸ βράδυ αὐτὸ πού ῾χα πεθάνει…

Μοναξιά
Εἶμαι μόνος. Βραδυάζει. Τί νὰ κάνω…
Τὰ χέρια μου εἶναι τόσο ἀπελπισμένα!
Τὰ χέρια μου εἶναι τόσο κουρασμένα!
Τ᾿ ἀφήνω καὶ γλιστροῦν, ἀργὰ στὸ πιάνο…

Παίζω στὴ τύχη κάτι ἀγαπημένο,
κάτι παλιὸ καὶ γνώριμο καὶ πλάνο…
Καὶ πάλι σταματῶ. Δὲν ἐπιμένω.
Θὰ προτιμοῦσα μᾶλλον, νὰ πεθάνω…

Ἑκάτης πάθη
…Je suis sure qu’ elle est vierge.
Elle a la beaute d’ un vierge…
Qui, elle est vierge. Elle ne s’ est
jamais souillee.
Oscar Wilde – «Salome»

…Ἀπόψε πρόβαλε γυμνή, σὰ τέρας, ἡ Σελήνη
κι ἄβυσσος πόθου τὴ δονεῖ:
τὴν εἶδαν ὅλοι ἀπὸ νωρίς, τὶς πόρπες της νὰ λύνει,
σὰ νὰ διψοῦσεν ἡδονή…

Τί νά ῾δε ξάφνου ῾δῶ στὴ γῆ καὶ τόσο τὸ λυμπίστη
πού ῾χουν μὲ πάθος κρεμαστεῖ,
σὰ νά ῾θελαν νὰ λυτρωθοῦν, ἀπ᾿ τὴ παλιὰ τὴν πίστη
κι οἱ δυό της οἱ νεκροὶ μαστοί;

Παρθένα, στείρα καὶ βουβή, ὅμοια μὲ σαλαμάντρα,
στὰ βάθια βράδυα τ᾿ ἀττικά.
πῶς ἔτσι, ἀπόψε, φρένιασε νὰ σμίξει τρελὰ μ᾿ ἄντρα
καὶ φλογερὰ κι ἐκστατικά;

…Τί κι ἂν ἡ νύχτα γέρν᾿ ἀργά, μέσ᾿ τὰ πυκνὰ ἐρέβη
κι ἀλλόκοτα μεθοῦν οἱ ἀνθοί;
Στὴ δύση, ῾κείνη μοναχή, ποὺ κείτεται καὶ ρεύει,
ζητεῖ τοῦ κάκου νὰ εὐφρανθεῖ…

Οἱ μπερντέδες
Καὶ τὰ χέρια σου σφιγγόντουσαν
στὸ κορμί μου γύρω-γύρω
κι ἔπινα μὲς ἀπ᾿ τὰ χείλη σου
γλυκειὰν ἄχνα σὰν τὸ μύρο.

Κι ἔπινα μὲς ἀπ᾿ τὰ χείλη σου
γλυκειὰν ἄχνα σὰν τὸ μύρα
κι ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι μας
κι οἱ μπερντέδες σὰν πορφύρα.

Ἦσαν οἱ μπερντέδες κόκκινοι
κι ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι.
Κι ὅλο λίγωνε, κι ὅλο μέλωνε
τὸ γλυκό, γλυκό σου μάτι.

Κι ἔτσι, ἀγάπη μου, σὲ γλέντησα
κι ἔτσι τὴ γλυκάδα σου ἤπια,
μέσα στ᾿ ἄνομα ἀγκαλιάσματα,
τὰ ἄνομα τὰ καρδιοχτύπια.

Κι ἀπ᾿ τὴ γλύκα ποθοπλάνταζε
τὸ κορμί σου καὶ τὸ μάτι
κι ἦσαν οἱ μπερντέδες κόκκινοι
κι ἦταν ἄσπρο τὸ κρεβάτι.

Ἐρωτικό
Καημὸς ἀλήθεια νὰ περνῶ
τοῦ ἔρωτα πάλι τὸ στενό,
ὥσπου νὰ πέσει ἡ σκοτεινιὰ
μιὰ μέρα τοῦ θανάτου…

Στενὸ βαθὺ καὶ θλιβερό,
ποῦ θὰ θυμᾶμαι γιὰ καιρό,
– τί μοῦ στοιχίζει στὴν καρδιὰ
τὸ ξαναπέρασμά του;

Ἂς εἶναι, ὡστόσο, – τί ὠφελεῖ;
Γυρεύω πάντα τὸ φιλί,
στερνὸ φιλί, πρῶτο φιλὶ
καὶ μὲ λαχτάρα πόση!

Γυρεύω πάντα τὸ φιλὶ – ἂχ καρδιά μου!
ποὺ μοῦ τὸ τάξανε πολλοί,
κι ὅμως δὲν μπόρεσε κανεὶς
ποτὲ νὰ μοῦ τὸ δώσει…

Ἴσως μιὰ μέρα, ὅταν χαθῶ,
γυρνώντας πάλι στὸ βυθὸ
καὶ μὲ τὴ νύχτα μυστικά,
γίνουμε πάλι ταίρι,

αὐτὸ τὸ ἀνεύρετο φιλί,
ποὺ τὸ λαχτάρησα πολύ,
– σὰ μιὰ παλιά της ὀφειλὴ
– νὰ μοῦ τὸ ξαναφέρει…