Γιούγκερμαν του Μ. Καραγάτση σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου στο θέατρο Πορεία: μια παράσταση με προσεγμένη αισθητική, φτιαγμένη με κόπο, αγωνία (να μην ξεχνάμε ότι ο Τάρλοου είναι και εγγονός του Καραγάτση) και υψηλότατο, δυσβάστακτο για τα δεδομένα του ελεύθερου θεάτρου μας σήμερα, καλλιτεχνικό και οικονομικό ρίσκο. Αλλά και μια παράσταση που αδυνατεί να σε μετακινήσει, να αφήσει το αποτύπωμά της, να σε συγκινήσει. Σοβαρές αστοχίες στη δραματουργία-διασκευή και λάθη διανομής σε κεντρικούς ρόλους μετατρέπουν το τολμηρό εγχείρημα σε …ναρκοπέδιο.

Στον Γιούγκερμαν του Τάρλοου η αφήγηση ξεκινά από το τέλος. Ο γέρος Γιούγκερμαν, σε μια ατμόσφαιρα βγαλμένη από την παγωνιά των ιψενικών δραμάτων, επιστρέφει στη μήτρα, στον οικογενειακό πύργο στη Φιλανδία. Όλη η παράσταση είναι στην πραγματικότητα ένα φλας-μπακ-εφιάλτης του Γιούγκερμαν λίγο πριν πεθάνει. Την ιδέα αυτή συνέλαβε ο Στρατής Πασχάλης, που ανέλαβε το δύσκολο έργο της διασκευής –δύο χρόνια δούλευε με τον Τάρλοου για την ολοκλήρωσή της– από το τελευταίο μέρος του μυθιστορήματος «Τα στερνά του Γιούγκερμαν».

Ο δραματουργικός ιστός της παράστασης αφήνει στο περιθώριο όλο το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της πλούσιας ανθρωπογεωγραφίας του έργου, αυτήν την υπέροχη τοιχογραφία του Μεσοπολέμου και πλέκεται μονοδιάστατα γύρω από το ζήτημα της αγάπης. Η εποχή και οι τόποι υποχωρούν τόσο πολύ στο φόντο που εξαφανίζονται. Παίρνοντας μαζί τους και τους χυμούς του μυθιστορήματος. Και θέτοντας το πρώτο μεγάλο εμπόδιο στη δουλειά των ηθοποιών, καθώς, όπως είναι γνωστό, χωρίς τον χώρο, χωρίς το περιβάλλον, τα πρόσωπα ενός έργου δεν έχουν πού να κατοικήσουν.

Το ερώτημα «τι είναι αγάπη;» διατρέχει την παράσταση. Η διασκευή εστιάζει σε αυτήν την αναζήτηση, που για τον Γιούγκερμαν έχει μια τραυματική αφετηρία: την απώλεια της μητρικής παρουσίας, την απώλεια της μητρικής αγάπης. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα που συνδέει τον Γιούγκερμαν με τη μητέρα του γίνεται, σε επίπεδο σκηνοθετικής προσέγγισης, ο κεντρικός μοχλός ανάπτυξης της ιστορίας. Κι εδώ εκκινεί μια ακόμη δυσλειτουργία της δραματουργίας. Το φλας-μπακ ξεκινά από το σημείο όπου ο Γιούγκερμαν, 28 ετών, ντυμένος με μια στολή του ρώσικου τσαρικού στρατού, περιδιαβαίνει τα στενά του Πειραιά, τέλη της δεκαετίας του 1920. Δεν βλέπουμε ποτέ τον μικρό Γιούγκερμαν παρά μόνο στα τελευταία λεπτά της παράστασης, δεν έχουμε ιδέα για την τραυματική σκηνή του μπουντουάρ, όπου έτυχε να δει τη μητέρα του να κάνει έρωτα με τον εραστή της (σκηνή που δεν θα δούμε ποτέ), δεν δίνεται έμφαση στην εγκατάλειψη της μητέρας του, η οποία έφυγε με τον έρωτά της. Όλα αυτά τα μαθαίνουμε άνευρα και άτσαλα πολύ αργά, στο β μέρος.

Προφανώς, η σκηνοθετική πρόθεση είναι να φανερωθεί σταδιακά και προς στο φινάλε το τραύμα που κουβαλά ο Γιούγκερμαν (όπως και γίνεται). Αυτό, ενδεχομένως και να λειτουργούσε δραματουργικά, εάν ο ηθοποιός που ερμηνεύει τον Γιούγκερμαν, ο Γιάννης Στάνκογλου στην προκειμένη περίπτωση, έφερε μέχρι τότε σαν χαρακιά αυτό το πλήγμα. Σαν ανεξίτηλο σημάδι που ορίζει την ταυτότητά του. Και που ο θεατής θα μπορούσε να ψυχανεμιστεί, έστω ελαφρώς αόριστα. Αυτό το …σημάδι, ωστόσο, απουσιάζει από την ερμηνεία του Στάνκογλου, καθιστώντας τις αποκαλύψεις του β’ μέρους ξένες σε ό,τι έχει χτιστεί σκηνικά ως τότε.

Ένα δεύτερο, καθοριστικό στοιχείο που λείπει από τη σκιαγράφηση του κεντρικού ήρωα είναι η …νιότη του. Γιατί, ενώ ο Στάνκογλου μπορεί να ανταποκριθεί στον ώριμο Γιούγκερμαν, δεν έχει την ευελιξία να μεταμορφωθεί στον, γεμάτο σβελτάδα και ταμπεραμέντο, νεαρό αλήτη της ζωής. Η κίνησή του, το σώμα του, το πρόσωπό του δεν τον βοηθούν σε αυτή τη μεταμόρφωση. Απογυμνωμένος υποκριτικά από το παιδικό τραύμα του, αλλά και ξεκομμένος από τη νιότη του ρόλου του, υποκύπτει σε μια μονοτονία, σε μια διαδρομή στάσιμη. Σαν να περπατά στο διάδρομο που έχει στηθεί στο κέντρο της σκηνής του Πορεία, αλλά να μην πηγαίνει πουθενά. Σαν να είναι κολλημένος στο τέλος της πορείας του και να αρνείται να κινηθεί προς τα πίσω, προς την αρχή δηλαδή. Έτσι, ο εφιάλτης του δεν παίρνει σάρκα και οστά σε όλες του τις διαστάσεις και η διαδρομή του από την ασωτία προς τον εξαγνισμό στερείται πειθούς και δύναμης. Και γι’ αυτό δεν συγκινεί. Η δε ιδέα του Γιούγκερμαν-ξένου που γίνεται σταδιακά Έλληνας διαγράφεται τόσο αχνά που μόλις και διακρίνεται στο μακρινό φόντο της πινακοθήκης των θεμάτων της παράστασης.

Ο Δημήτρης Τάρλοου, για να υποστηρίξει σκηνοθετικά την κεντρική του ιδέα, δηλαδή τη συναισθηματική και ερωτική εμπλοκή που έχει ο Γιούγκερμαν με τη μητέρα του, προβαίνει και σε ένα επιπλέον εύρημα: το ρόλο της Ντάινα, της δαιμονικής femme fatale, που τους τρελαίνει όλους και τον Γιούγκερμαν μαζί, παίζει η ίδια ηθοποιός που ερμηνεύει και τη Λίλη, τη μητέρα του, εδώ η Ζέτα Μακρυπούλια. Ένα εύρημα, εξαιρετικά ενδιαφέρον ως σύλληψη, που αποβαίνει μοιραίο ως εκτέλεση. Γιατί η Ζέτα Μακρυπούλια κινείται μονίμως σε ένα σχήμα, και όταν επιχειρεί να βουτήξει στα άδυτα των ρόλων της, υποκύπτει σε κώδικες σαπουνόπερας, αδυνατώντας έτσι να δώσει βάθος σε δύο πρόσωπα, κομβικά για τη διαμόρφωση και την εξέλιξη της δραματουργίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η σκηνή μάνας-γιου (Λίλη-Γιούγκερμαν) στο β’ μέρος, αυτή η σκηνή της μέγιστης δραματικής έντασης, είναι η πιο αδιάφορη της παράστασης. Ο δε Στάνκογλου παίζει μόνος του εκεί. Αυτοτροφοδοτείται προσπαθώντας να υπάρξει σκηνικά.

Τους υπόλοιπους ήρωες παρασέρνει στη δίνη του το γρήγορο μοντάζ σκηνών της διασκευής, εφικτό χάρη στην έξοχη μουσική της Κατερίνας Πολέμη. Μιας διασκευής που επικεντρώνει στα γεγονότα της πλοκής και όχι στην κάθετη ανάπτυξη των χαρακτήρων. Έτσι, ενώ οι μικρότεροι ρόλοι ερμηνεύονται επαρκώς, οι πιο κεντρικοί για την εξέλιξη των σχέσεων και της ταυτότητας του έργου χτίζονται αποσπασματικά: για παράδειγμα, ο Γιάννης Καπελέρης (Μάζης) και ο Πολύδωρος Βογιατζής (Κλεό) δεν προλαβαίνουν να δημιουργήσουν πρόσωπα με αντιφάσεις, ρωγμές και ματαιώσεις. Οι μόνοι που διασώζονται από τη βασική διανομή είναι η Βούλα της χαρισματικής Θάλειας Σταματέλου και ο Καραμάνος του Χρήστου Μαλάκη. Και δεν είναι τυχαίο ότι οι τελικές σκηνές τους είναι από τις λίγες στιγμές ακραιφνούς ποίησης σε μια δουλειά, που, στο μεγαλύτερο μέρος της, είναι φλατ, στεγνή και αποστεωμένη.

Εν κατακλείδει, ο Γιούγκερμαν είναι μια παράσταση που σε κρατάει η πλοκή της, που σε ζεσταίνει η μουσική και η φροντισμένη όψη της, αλλά που δεν καταφέρνει να μεταφράσει σκηνικά τον πλούτο του μυθιστορήματος, βρίσκοντας έτσι θέση στη μνήμη και την ψυχή σου. Επιχειρώντας μια επισφαλή ισορροπία ανάμεσα στις ορατές ή αόρατες επιταγές του ταμείου και στο δύσβατο μονοπάτι της καλλιτεχνικής απόδοσης ενός έργου-ογκόλιθου, ο Γιούγκερμαν του Δημήτρη Τάρλοου γλιστρά και πέφτει στο κενό.

Info παράστασης:

 Γιούγκερμαν | 28 Νοεμβρίου 2018 – 31 Μαΐου 2019| Θέατρο Πορεία