Για δυο γαλλικές ταινίες θα μιλήσουμε αυτήν την εβδομάδα, το «Μετά τον Χωρισμό» και το ντοκιμαντέρ «Πρόσωπα & Ιστορίες». Πάμε.

Ένας ψηλόλιγνος, αεικίνητος, τριαντατριάχρονος φωτογράφος και street artist και μια ογδοντοαοκτάχρονη, μικροκαμωμένη και, παρόλο το φρένο των χρόνων, αεικίνητη κινηματογραφίστρια. Ο JR (Ζε Αρ) συναντά τη θρυλική Ανιές Βαρντά και η αδιαμφισβήτητη αύρα της ταινίας που έφτιαξαν από κοινού σε πιάνει από τους ξεχωριστούς τίτλους της αρχής. Κι όταν αυτοί τελειώσουν και ο JR περιγράφει πώς δεν συνάντησε την Βαρντά (για να μας πει τελικά ότι η συνάντησή τους δεν ήταν αποτέλεσμα τύχης, αλλά απόφασης, λόγω αισθητικής συγγένειας) κι εμείς βλέπουμε τις αντίστοιχες σκηνές της μη συνάντησής τους, δίνεται λίγο και ο τόνος του ντοκιμαντέρ: είναι ένα μείγμα καταγραφής της πραγματικότητας και σκηνοθεσίας της, ένα μείγμα παράδοσης σε αυτό που θα φέρει ο δρόμος και καλλιτεχνικού ελέγχου πάνω σε αυτό που φέρνει, ή δεν φέρνει, ή θα μπορούσε να φέρει ο δρόμος. Αποφασίζουν να συνομιλήσουν με την πραγματικότητα, όχι όμως με όρους σκέτα «φυσικούς», αλλά με όρους αισθητικής επέμβασης. Ολόκληρο το «Πρόσωπα και Ιστορίες» είναι αυτό που λέμε (και συνήθως το λέμε με αρνητική χροιά) επιτηδευμένα ανεπιτήδευτο, αλλά εδώ η επιτήδευση είναι γεμάτη σκηνοθετική χάρη, είναι γεμάτη κινηματογραφική αλήθεια και ομορφιά.

Ένα ταξίδι στην επαρχιακή Γαλλία, στην κατά κανόνα ανοιξιάτικη και καλοκαιρινή Γαλλία. Ο JR με το φορτηγό – εργαστήριό του φωτογραφίζει απλούς, καθημερινούς ανθρώπους (εργάτες, αγρότες, κτηνοτρόφους) και στη συνέχεια κολλάει με τους συνεργάτες του μεγάλων διαστάσεων φωτογραφίες πάνω σε τοίχους σπιτιών, τοίχους αποθηκών, τοίχους δημοσίων κτιρίων, τοίχους εργοστασίων, τοίχους δεξαμενών, ακόμη και σε τοίχους από παραθαλάσσια υπολείμματα του Β’ παγκοσμίου πολέμου, ακόμη και σε κοντέινερ. Κάποια από αυτά θα αντέξουν υλικά στο χρόνο, κάποια θα σβηστούν από τα στοιχεία της φύσης ή είναι προγραμματισμένο να αποσυναρμολογηθούν από την ίδια τους την κατασκευή την επόμενη μέρα. Όλα όμως έχουν προλάβει κι έχουν μνημειοποιηθεί μέσα από τον κινηματογραφικό και φωτογραφικό φακό.

Άλλες από τις στάσεις του ταξιδιού αποδεικνύονται περισσότερο γόνιμες, άλλες λιγότερο, άλλες προς μια πολιτική κατεύθυνση, άλλες προς την απολίτικη αντίθετή τους. Ταυτόχρονα η Βαρντά επισκέπτεται το δικό της παρελθόν και στέκεται σε καλλιτέχνες που τη σημάδεψαν. Ανάμεσα σε αυτούς και ο παλιός της φίλος Ζαν Λυκ Γκοντάρ. Στη σκηνή με τον οποίο όμως, νομίζω ότι θα πάρω το μέρος του. Αν κάποιος είναι στραβόξυλο, αντικοινωνικός, αν κάποιος δεν ξέρει να συνεννοείται ανθρώπινα ακόμη και με φίλους μιας ζωής, όλα αυτά είναι ζητήματα ιδιωτικής φύσεως. Αν κάνει κάποιος ντοκιμαντέρ πάνω στον καλλιτέχνη και άνθρωπο Γκοντάρ, τότε ναι, προφανώς μπορεί να διερευνήσει και να εκθέσει και την σκοπιά αυτή του χαρακτήρα του. Αλλά όταν κάνεις ένα δικό σου ντοκιμαντέρ, μέσα στο οποίο θέλεις να εντάξεις ως σπόντα και τον Γκοντάρ, ή διασφαλίζεις ότι θα τον συναντήσεις και το κινηματογραφείς, ή οσοδήποτε γαϊδουρινώς κι αν φέρεται αυτός, δεν πας με την κάμερα να του χτυπάς την πόρτα σαν τον Μάκη Τριανταφυλλόπουλο.

Αλλά η σκηνή με τον Γκοντάρ είναι ένα πολύ μικρό κομμάτι της ταινίας και θα ήταν όντως εντελώς άδικο να σε κάνει να σηκώσεις το φρύδι και να στραβώσεις συνολικά μαζί της. Γιατί συνολικά παθαίνεις το ακριβώς αντίθετο. Παρασύρεσαι μαζί της, επιβιβάζεσαι κι εσύ στο ταξίδι της, εκτιμάς τη χειρονομία της, τη συνολική τρυφερότητά της. Είναι ένα feel good έργο, ένα έργο που σε μαλακώνει και σου δημιουργεί μια ανάταση, χωρίς να σου πετάει σε κανένα σημείο εκβιαστικά χαζοχαρούμενα μηνύματα. Δεν είναι ένας ύμνος στη ζωή, είναι μια συμφιλιωμένη κατάφαση στη ζωή.

Υπάρχει μια κλισέ φράση στον αθλητικογραφικό λόγο, η οποία, σε σχέση με το περιεχόμενο για το οποίο εκφέρεται, ηχεί πάντα αστεία. Θα ακούσεις ρεπόρτερ να λένε ότι «δεν γίναμε σοφότεροι» από την προπόνηση της ομάδας ή τις δηλώσεις του προπονητή, θέλοντας να πουν ότι δεν μάθαμε κάτι για τα σχέδια που θα ακολουθήσει στο επόμενο παιχνίδι. Θεωρητικά το «Πρόσωπα και Ιστορίες» είναι ένα ντοκιμαντέρ που μέσα σε όλη την απλότητα και την χαλαρότητα που πουλάει, φιλοδοξεί και να σε κάνει σοφότερο. Θα πω λοιπόν ότι, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει τόση σημασία πόσο σοφότερος όντως γίνεται κανείς. Δεν έχει τόση σημασία ούτε η εννοιολογική σύνδεση των στάσεων του ταξιδιού και των φωτογραφιζόμενων μεταξύ τους, ούτε τόσο πολύ η ανάλυση της ιδέας και της επίδρασης αυτής καθαυτής της παρέμβασης στο τοπίο με τη σύνδεση κτιρίων με πρόσωπα. Για μένα το «Πρόσωπα και Ιστορίες» σε επηρεάζει έτσι, όχι τόσο εξαιτίας του θέματός του, αλλά εξαιτίας του βλέμματος που οργανώνει και φτιάχνει ένα σώμα ταινίας. Που στήνει τα πλάνα. Που επιλέγει τι θα κρατήσει και πώς θα το βάλει. Που φτιάχνει ένα οργανικό σύνολο εντελώς ανθρώπινης κλίμακας.

Οι ίδιοι οι δημιουργοί της ταινίας πειράζουν ο ένας τον άλλο για το γεγονός ότι ακόμη και η εμφάνισή τους είναι μια στολή, μια σκηνοθεσία. Ο JR που φορά συνεχώς καπέλο και μαύρα γυαλιά, τα οποία δεν αποχωρίζεται ποτέ. Η Βαρντά με το τόσο χαρακτηριστικό μαλλί της, το κούρεμά του και τη διχρωμία του. Κάποια από τα πρόσωπα και οι ιστορίες που καταγράφουν θα μείνουν μέσα μας, κάποια όχι, αλλά σίγουρα θα μείνει μέσα μας το δικό τους αταίριαστο και μαζί τόσο ταιριαστό δίδυμο. Τα αταίριαστα και μαζί συμπληρωματικά σουλούπια τους. Η κοινή καλλιτεχνική τους φλέβα. Ίσως ο καλλιτέχνης είναι περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, περισσότερο από οποιαδήποτε δυνατότητα, ταλέντο, επάρκεια, μια ασίγαστη κυτταρική επιθυμία. Η επιθυμία να βλέπεις τη ζωή αλλιώς. Η επιθυμία να ζεις τη ζωή αλλιώς. Ακόμη κι αν δεν είμαστε καλλιτέχνες, μπορούμε να επιστρέφουμε στο «Πρόσωπα και Ιστορίες» για να ζούμε για μιάμιση ώρα τη ζωή αλλιώς.

Το «Μετά τον Χωρισμό» ξεκινά σε μια κλειστή αίθουσα δικαστικού μεγάρου, γύρω από ένα τραπέζι, στην κεφαλή του οποίου κάθεται η δικαστής και η γραμματέας, στη μια πλευρά του ο πρώην σύζυγος με τη δικηγόρο του και στην άλλη, απέναντί τους, η πρώην σύζυγος με τη δική της δικηγόρο. Το ζευγάρι έχει δυο παιδιά από το γάμο τους, τα οποία ζουν με τη μητέρα τους, η κόρη βρίσκεται λίγους μήνες από την ενηλικίωση οπότε πρακτικά είναι άσκοπο να βγει απόφαση για την επιμέλεια και την επικοινωνία, για το γιο όμως που είναι ακόμη έντεκα η ρύθμιση της επιμέλειας και της επικοινωνίας είναι ζωτικής σημασίας. Η δικαστής ξεκινά διαβάζοντας τα έγγραφα της δικογραφίας και κυρίως τις καταθέσεις και των δύο παιδιών. Και τα δυο κατηγορούν τον πατέρα τους. Ο γιος είναι στην κατάθεσή του όσο πιο σαφής γίνεται: δεν θέλει επαφές μαζί του, δεν θέλει να τον παίρνει από τη μάνα του, δεν θέλει να τον βλέπει. Αλλά πόσο υγιές είναι αυτό; Πόσο του έχει ή δεν του έχει βάλει λόγια η μάνα του; Κυρίως, πόσο προς το συμφέρον του ίδιου του αγοριού και της ψυχικής του ανάπτυξης είναι να μεγαλώνει μακριά από τον πατέρα του και διακείμενος εχθρικά απέναντί του;

Τον λόγο μετά παίρνουν οι δικηγόροι. Καταπέλτης η μία εις βάρος του πατέρα. Καταπέλτης η άλλη εις βάρος της μάνας. Άγγελος ο πατέρας κατά τη μία. Διάβολος ο πατέρας κατά την άλλη. Απαρίθμηση περιστατικών που τρόμαξαν τη γυναίκα και τα παιδιά και τα αποξένωσαν από τον πατέρα η μία. Αμφισβήτηση και υποβάθμιση των περιστατικών η άλλη. Θύτης ή θύμα ο πατέρας; Πώς γίνεται να στερηθεί ένας γονιός τελείως τα παιδιά του, όταν δεν έχει κάνει κάτι εντελώς ακραίο που να δικαιολογεί τέτοια απόφαση; Και τι γίνεται όμως όταν τα ίδια τα παιδιά, είτε επειδή έχουν βάσιμους λόγους, είτε επειδή έχουν σχηματίσει διαστρεβλωμένη εικόνα, δεν θέλουν να βλέπουν τον πατέρα τους;

Η σκηνή στην αίθουσα διαρκεί αρκετά λεπτά και το ξεκίνημα της ταινίας είναι σχεδόν ιδανικό: ο Λεγκράν σεναριακά σε βάζει αμέσως αντιμέτωπο, σαν τη δικαστή, με δύο σχεδόν διαμετρικά αντίθετες αλήθειες και σκηνοθετικά ο τρόπος που εισάγει τα πρόσωπα των ηθοποιών στα πλάνα του είναι αξιοσημείωτα ευρηματικός. Φαίνεται να ξέρει καλά τη δουλειά του. Και το επιβεβαιώνει και στη συνέχεια της ταινίας, όταν εξακολουθεί να χτίζει εντάσεις μέσα από λεπτομέρειες, όπως ο τρόπος που κινηματογραφεί την οδήγηση ενός αυτοκινήτου στο οποίο μέσα είναι μπαμπάς και γιος. Επιδεικνύει μια σκηνοθετική και σεναριακή οικονομία, ώστε να μας δείξει τη συσσωρευμένη ματαίωση και οργή του πατέρα.

Το μόνο που σε βάζει σε υποψίες ως θεατή, είναι ότι η έμφαση στην πλευρά του πατέρα δεν υποστηρίζεται από αντίστοιχο φωτισμό της πλευράς της μητέρας. Αλλά ενώ μέχρι τα δύο τρίτα του το «Μετά τον Χωρισμό» έχει χτίσει έναν αρκετά συμπαγή κόσμο, στο τελευταίο τρίτο χάνει εντυπωσιακά το δρόμο του, με αποτέλεσμα να σε κάνει να αναρωτιέσαι κι αναδρομικά για τον κόσμο που χτιζόταν τόση ώρα, σε κάνει να αναρωτιέσαι για τη συνολική οπτική της ταινίας. Μια ταινία που ξεκινά φέρνοντάς μας ενώπιον δυο πλευρών, δυο αληθειών, δυο αφηγήσεων, μια ταινία που συνεχίζεται δείχνοντάς μας ένα μικρό παιδί παγιδευμένο θύμα αυτής της σύγκρουσης, καταλήγει να δείχνει μία και μοναδική αλήθεια, με εντελώς θύτες και εντελώς θύματα, αλήθεια που το πρόβλημα δεν είναι η ακρότητά της, το πρόβλημα είναι κυρίως η δυσανάλογη κλιμάκωσή της, το πρόβλημα είναι κυρίως ότι το «Μετά τον Χωρισμό» σε παραπλανά ότι πρόκειται να ασχοληθεί με πιο σύνθετες σχέσεις αλληλεπίδρασης και πιο υπόγειους τρόπους αλληλοσπαραγμού και καταλήγει να μετατρέπεται σε κακής ποιότητας αμερικάνικο θρίλερ.

Το «Πρόσωπα & Ιστορίες» κάτι ήθελε να μας δείξει και μας το έδειξε, το «Μετά τον Χωρισμό» κάτι ήθελε να μας πει. Στο σινεμά προτιμότερο είναι πάντα να βλέπεις. Αυτό που θέλει να σου πει ο άλλος, μπορεί να στο πει και με λόγια.