Δείτε πού παίζεται η ταινία

Βρισκόμαστε στο 1951, στην πιο άγρια και ερημική περιοχή της αυστραλιανής ενδοχώρας, το outback, κι όταν μια γυναίκα καταφθάνει νύχτα σε έναν οικισμό, είναι σαν να βρισκόμαστε σε σκηνικό μικρής «πόλης» του Φαρ Ουέστ σε γουέστερν. Γιατί «Η Μοδίστρα» μπορεί να κινείται ανάμεσα στα όρια πολλών κινηματογραφικών ειδών και όχι πάντα για το καλό της (αλλά νομίζω όχι και τόσο προς το κακό της, όσο θεώρησε η κριτική), ωστόσο το βασικό μοτίβο πάνω στο οποίο στήνεται είναι αυτό: πρόκειται για ένα μεταλλαγμένο γουέστερν και δη ένα μεταλλαγμένο γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε, στον οποίο οι αναφορές περισσεύουν.

«Μοδίστρα» της Τζόσελιν Μουρχάουζ

Καθώς λοιπόν η Κέιτ Γουίνσλετ μπαίνει νύχτα στην πόλη, ακουμπά τις βαλίτσες της στο μουλιασμένο χώμα και λέει «Επέστρεψα καθάρματα», θα περίμενες καουμπόηδες να βγουν από κάποιο σαλούν στην άκρη του πλάνου. Ή έστω να έρθει ο σερίφης με το άλογό του για να τη ρωτήσει τι γυρεύει στα μέρη τους. Αντ’ αυτού έρχεται με το περιπολικό ο αστυνομικός της πόλης (ο Χιούγκο Γουίβινγκ εξαιρετικός σε βαθμό που να κλέβει την παράσταση) κι όταν αντικρίζει την Γουίνσλετ το πρώτο πράγμα που της λέει με δέος είναι: «Ω, Θεέ μου. Είναι Ντιόρ αυτό που φοράς;». Κι αμέσως μετά της σηκώνει τις βαλίτσες από τη λάσπη για να μη χαλάσει το υπέροχο δέρμα τους από την υγρασία. Πάνω σε αυτή την αντίθεση ποντάρει η ταινία: η Γουίνσλετ επιστρέφει γεμάτη κλάση και φινέτσα σε ένα μέρος που τα στερείται εντελώς λόγω γεωγραφικών συνθηκών κι απομόνωσης. Η μια της βαλίτσα γράφει SINGER, γιατί έχει μέσα ραπτομηχανή και εκείνη είναι μοδίστρα. Και το επόμενο πρωί αντί για σφαίρες από περίστροφο πυροβολεί με μπαλάκια του γκολφ τους στόχους της από το μακρινό παρελθόν: έναν λιγδιάρη τοπικό αξιωματούχο, έναν φαρμακοποιό που χτυπούσε  διαρκώς τη γυναίκα του, μια στριμμένη γεροντοκόρη δασκάλα.

Εκδιώχθηκε από την πόλη όταν ήταν ακόμη παιδί, πέρασαν 25 χρόνια, η μάνα της είναι η τρελή της πόλης και μαζί η τσούλα της πόλης, τσούλα την έλεγαν και προτού την πουν τρελή, πάντα έτσι γίνεται, προηγείται η μία κατακραυγή της άλλης, τώρα ζει εντελώς απομονωμένη, πολλοί τη θεωρούν και πεθαμένη. Η Γουίνσλετ γύρισε για την μάνα της, αλλά και για να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με το παρελθόν. Όντως σκότωσε; Είναι δυνατόν ένα μικρό κορίτσι να κάνει φόνο; Είναι δυνατόν να ξεχάσει κανείς κάτι τέτοιο;

Είναι η επαναενσωμάτωση κι η αποδοχή η υπέρτατη μορφή εκδίκησης;

Ό,τι κι αν έκανε, η μνήμη της το έχει απωθήσει και τώρα προσπαθεί να το επαναφέρει προκειμένουν να καταλάβει επιτέλους τι άνθρωπος είναι. Για όποιον λόγο κι αν εκδιώχθηκε και όποια κι αν ήταν ως παιδί, η εκδίωξη της έκανε τελικά καλό, μεγαλώνοντας ταξίδεψε στις πιο μεγάλες πόλεις της Ευρώπης μαθαίνοντας την υψηλή ραπτική. Και επιστρέφοντας στη γενέτειρά της αρχίζει να την μεταμορφώνει μεταμορφώνοντας τις γυναίκες της. Είναι η επαναενσωμάτωση κι η αποδοχή η υπέρτατη μορφή εκδίκησης; Έφυγε ως απόβλητη και χειρότερη όλων τους, επιστρέφει ως καλύτερη τους. Κι ας τη φωνάζουν ακόμα φόνισσα. Συγκεντρώνει στο πρόσωπό της όλες τις δαιμονικές ιδιότητες: φόνισσα – μοδίστρα – μάγισσα – γυναίκα. Γιατί ως μοδίστρα είναι μάγισσα, δεν ντύνει απλώς τις γυναίκες του τόπου, τις μεταμορφώνει ολικά.

«Μοδίστρα» της Τζόσελιν Μουρχάουζ

Ενώ λοιπόν η Γουίνσλετ έχει εγκατασταθεί στην πόλη, την οποία μεταμορφώνει μαγικά, προσπαθώντας παράλληλα να εξιχνιάσει το παρελθόν της, κι ενώ για τα δικά μου γούστα η ταινία κυλάει πολύ ευχάριστα, θα συμβεί εντελώς ξεκάρφωτα μια τραγωδία. Τα τραγικά περιστατικά στη ζωή είναι δύσκολο να εξηγηθούν. Προσπαθούμε να βρούμε ένα νόημα σε αυτά, ενίοτε και απεγνωσμένα, φοβούμενοι να παραδεχτούμε ότι μπορεί και να μην κρύβεται κανένα απολύτως νόημα από πίσω τους, φοβούμενοι να παραδεχτούμε ότι η ανθρώπινη ζωή ξεκινά και τελειώνει εντελώς τυχαία, πως η ανθρώπινη ύπαρξη διέπεται όχι από κάποιο μεγάλο σχέδιο αλλά από το τυχαίο και το α-νόητο. Υπό αυτή την έννοια, οποιοδήποτε έργο περιέχει ξαφνικά τραγικά συμβάντα δεν κάνει κάτι αναληθοφανές, αλλά μεταγράφει κάτι που όντως συμβαίνει και στην πραγματικότητα. Οπότε γιατί να τσινάμε σε αυτό; Τσινάμε ακριβώς επειδή ο συγγραφέας ενός βιβλίου ή ο σεναριογράφος μιας ταινίας έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν οι ίδιοι τις συντεταγμένες του του μυθοπλαστικού τους κόσμου. Όταν λοιπόν ένας «δημιουργός» βάζει στο έργο του τέτοιου είδους τραγωδίες, ή θα πρέπει να έχει κάποιο ισχυρό λόγο για τον οποίο τις βάζει (μπορώντας ας πούμε να μιλήσει μόνο μέσω αυτών για πράγματα που αλλιώς δεν θα μπορούσε), ή μπορεί ακριβώς να διερωτηθεί πάνω στη φύση των τραγωδιών και του τι είναι τελικά η ζωή μας. Αν τίποτα από τα δύο δεν συμβαίνει, τότε είναι εξαιρετικά ενοχλητικό, εξαιρετικά φτηνό και βρισκόμαστε στην επικράτεια του μελό.

«Μοδίστρα» της Τζόσελιν Μουρχάουζ

Η «Μοδίστρα» όχι, δεν θα μετατραπεί σε μελό. Και για να είμαι δίκαιος θα προσπαθήσει να δώσει κι ένα λόγο ύπαρξης στην τραγωδία της, ο οποίος όμως μοιάζει σαν δικαιολογία. Κι αυτό το -σημαντικό πάντως- παραπάτημα είναι το μόνο που θα καταλογίσω στην ταινία. Γιατί σε όλα τα υπόλοιπα δεν με ενοχλεί αυτή η αμφιθυμία της μεταξύ κωμικού και σοβαρού, ούτε το ότι μια σκηνή που προσπαθεί να είναι αστεία ακολουθείται από μια σκηνή που προσπαθεί να είναι συγκινητική και ούτω καθεξής. Πράγματι, αν η «Μοδίστρα» φιλοδοξούσε να τα πετύχει όλα, προφανώς δεν τα κατάφερε. Αν όμως ανεξάρτητα από το πώς παίρνει εκείνη τον εαυτό της, εσύ δεν την πάρεις στα πολύ σοβαρά και τη δεις ως ταινία με την οποία βασικά περνάς καλά και οκ μπορεί να σου αφήσει και ένα δυο πράγματα από πίσω (π.χ. για τη θυματοποίηση και το πώς ξεφεύγεις από αυτήν), τότε, ναι, εγώ πέρασα καλά.

«Μοδίστρα» της Τζόσελιν Μουρχάουζ

Η Κέιτ Γουίνσλετ εκτός από στιβαρή ηθοποιός παραμένει εντελώς όμορφη κι εντελώς ερωτεύσιμη. Και σε ένα άλλο επίπεδο, βρίσκω ιδιαίτερα παρήγορο το γεγονός ότι, ανεξάρτητα από το ότι στην ταινία είναι περίπου συνομήλικοι, στην πραγματικότητα ρίχνει 15 χρόνια στον Λίαμ Χέμσγουορθ. Από τις αναρίθμητες φορές που ο άντρας σταρ ρίχνει 15 και 25 και 30 χρόνια στη γυναίκα σταρ με την οποία θα ερωτευθούν και μας φαίνεται και απολύτως νορμάλ, επιτέλους και μια φορά που συμβαίνει το αντίθετο. Την Τζούντι Ντέιβις (που παίζει τη μητέρα της Γουίνσλετ) ως ηθοποιό ή τη λατρεύεις ή δεν την αντέχεις, εγώ τείνω κυρίως προς το δεύτερο, όχι γιατί δεν θεωρώ τη μανιέρα της εντελώς ιδιαίτερη, αλλά επειδή νομίζω πως τη χρησιμοποιεί διαρκώς και υπερβολικά. Εδώ πάντως τη χρησιμοποιεί πολύ λιγότερο. Μουσική, φωτογραφία, σκηνικά και κουστούμια βοηθούν την ταινία να αποκτήσει την ξεχωριστή της ταυτότητα, ενώ η σκηνοθεσία της Τζόσελιν Μουρχάουζ και το σενάριο που συνυπογράφει με τον Πι Τζέι Χόγκαν (βασισμένο σε μυθιστόρημα που έκανε μεγάλη επιτυχία), θυμίζουν παλιότερες ταινίες και των δύο, κι αυτό το αναφέρω ως προσόν, καθώς πρόκειται για σινεμά με ευδιάκριτο στίγμα σχολής και προέλευσης.