Δείτε πού παίζεται η ταινία

Mια αληθινά φρέσκια νέα ταινία, το «Τσεκούρι από Κόκκαλο» του Σ. Κρεγκ Ζάλερ, και μια αληθινά σημαντική παλιότερη σε επανέκδοση, η πολυβραβευμένη «Γιορτή της Μπαμπέτ» του Γκάμπριελ Άξελ, μας προσκαλούν να τις ανακαλύψουμε για πρώτη φορά ή να τις επισκεφτούμε ξανά για πολλοστή, προσφέροντάς μας πειστικά επιχειρήματα τόσο για την αντοχή του καλού σινεμά στο χρόνο, όσο και για την ελκυστικότητά του ανεξαρτήτως εποχής του χρόνου.

Στη μακράν πιο φρικιαστική σκηνή του «Τσεκουριού από Κόκκαλο», γέλασα. Όσο μπορούσα να ακούσω γύρω μου, ήμουν ο μόνος στο σινεμά που γελούσε. Δεν γέλασα επειδή θεώρησα ότι η σκηνή απέτυχε, δεν γέλασα εις βάρος της ταινίας, αλλά όντας με το μέρος της, όντας συντονισμένος με το πνεύμα της.  Δεν εννοώ ότι η σκηνή γυρίστηκε με αυτόν τον σκοπό και ότι εγώ μόνο κατάλαβα πως το σωστό ήταν να γελάσουμε. Αλλά ότι ας πούμε το γέλιο ήταν εξίσου νόμιμη αντίδραση με τη φρίκη. Ότι ναι, η σκηνή γυρίστηκε για να σε σοκάρει, αλλά ότι είναι τόσο ακραία καρτουνίστικη η βία της, που αν την απολαύσεις σινεφιλικά δεν είσαι άκυρος. Άνω τελεία.

Συνέχεια μετά την άνω τελεία. Το επόμενο βράδυ όμως είδα έναν εφιάλτη που με τάραξε. Που για την ακρίβεια την ώρα εκείνη με συντάραξε. Και για πολλή ώρα μετά ακροβατούσα μέχρι ξύπνιου και ύπνου, έχοντας την επίγευση του τρόμου να με έχει κυριεύσει ολοκληρωτικά και προσπαθώντας να μην επιστρέψω πίσω στο μέρος εκείνο. Αν τα όνειρά μας και οι εφιάλτες μας είναι εξ ορισμού ένα μείγμα άσχετων μεταξύ τους ερεθισμάτων που φτιάχνουν ένα τελικό σουρεαλιστικό (ή εν πάση περιπτώσει ρεαλιστικό μιας παράπλευρης πραγματικότητας) προϊόν, δεν ισχυρίζομαι ότι ο εφιάλτης ήταν απότοκος μόνο της ταινίας και της σκηνής με την οποία γέλασα. Μάλλον έπαιξε ρόλο και ο γενικότερος ζόφος των ημερών, με τις τρομοκρατικές ειδήσεις παντού, μάλλον έπαιξαν ρόλο και προσωπικοί φόβοι. Πάντως το αισθητικό περιβάλλον στον εφιάλτη, την αίσθηση του εφιάλτη, την εικόνα του εφιάλτη την έδωσε η ταινία. Άρα, συνοψίζοντάς το, ο Ζάλερ μπορεί να σου προσφέρει μια σκηνή που ακόμη κι αν γελάσεις την ώρα που τη βλέπεις εκτιμώντας όλο το σινεφιλικό φαν της, δεν αποκλείεται καθόλου να βρεις το απωθημένο εκείνη την ώρα σοκ της να σε επισκέπτεται το επόμενο βράδυ στον ύπνο σου.

Στην ταινία του, ο Ζάλερ προσφέρει επί μιάμιση ώρα γουέστερν και το τελευταίο μισάωρο το σκηνικό αλλάζει και μπαίνουμε σε ταινία τρόμου. Νιώθουμε ως «πραγματικό» αυτό που συμβαίνει στους ήρωες; Ναι. Αλλά ταυτόχρονα η πλήρης αλλαγή του σκηνικού είναι σαν να μας τονίζει ότι βρισκόμαστε σε ταινία. Και ίσως αν στο γουέστερν των πολύ παλιών εποχών οι κακοί ήταν οι Ινδιάνοι, εδώ έχει γίνει η διάκριση από αρκετά νωρίτερα: αυτά τα αποτρόπαια πλάσματα δεν είναι Ινδιάνοι και δεν παρακολουθούμε πια γουέστερν, αυτά τα αποτρόπαια πλάσματα είναι τέρατα ταινίας τρόμου. Γιατί όταν σε μια μικρή πόλη του Γουέστ απαχθούν μια γυναίκα, ένας βοηθός σερίφη κι ένας κρατούμενος και όταν στο σαλούν συγκεντρωθούν οι άντρες της πόλης να δουν τι θα κάνουν και όταν κληθεί να γνωμοδοτήσει ο «ειδικός», δηλαδή ένας ενσωματωμένος και αφομοιωμένος Ινδιάνος, εκείνος θα τους τα εξηγήσει όλα για τη φυλή που θα πρέπει να κυνηγήσουν: «Ποιο είδος φυλής δεν έχει όνομα; Αυτό που δεν έχει και γλώσσα». Δεν είναι σαν εμένα. Είναι αιμομίκτες και κανίβαλοι. Πώς μοιάζουν; «Άνθρωποι σαν εσάς δεν θα τους ξεχώριζαν από Ινδιάνους. Ακόμη κι αν είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτούς».

Στο κυνήγι λοιπόν αυτών των Ινδιάνων ή αυτών των τεράτων, τέσσερις άνδρες. Ο Κερτ Ράσελ παραδοσιακός σερίφης και ο Πάτρικ Γουίλσον ευνουχισμένος από τραυματισμό στο πόδι σε σπιτικές δουλειές άντρας είναι επαρκείς στον ρόλο τους, αλλά την παράσταση κλέβουν οι δυο μη alpha male ήρωες, ο κομψευόμενος, ρατσιστής, υπερόπτης αλλά ακόμη και έτσι ανά φάσεις συγκινητικός Μάθιου Φοξ και ακόμη περισσότερο ο πάντα απολαυστικός και εδώ εξόχως απολαυστικός Ρίτσαρντ Τζένκινς ως ο γερασμένος, χήρος, πολυλογάς, αναπληρωματικός βοηθός σερίφης. Κανείς από τους τέσσερις δεν είναι ήρωας, αλλά πάνε να κάνουν κάτι ηρωικά αυτοκτονικό γιατί η αίσθηση του καθήκοντος δεν τίθεται στο μυαλό τους ως επιλογή, αλλά ως υποχρέωση. Αν και οι τέσσερις έχουν αναφορές σε αντίστοιχα καλούπια ηρώων από άλλες ταινίες, ο Ζάλερ φροντίζει να μετατρέψει και τους τέσσερις σε αληθινούς ανθρώπους, σπάζοντας το καλούπι τους. Ο Ζάλερ έχει γράψει 45 σενάρια, τα 21 έχουν αγοραστεί από το Χόλιγουντ, μόνο δυο όμως έχουν γίνει ως τώρα ταινία. Και το ταλέντο του στη γραφή φαίνεται, από την ιστορία που στήνει, από τους χαρακτήρες που φτιάχνει, αλλά κυρίως από τους διαλόγους του, από την εξυπνάδα τους, από τη μουσική τους, από την ακριβή επιλογή των λέξεων.

Σε μια σκηνή που ο Φοξ παραδίδει στον Τζένκινς τα ακριβά του κιάλια, εκείνος κοιτάζει και αναφωνεί «Ω, Θεέ μου», και ενώ περιμένουμε να ακούσουμε τι είδε, αν εντόπισε τους Ινδιάνους – τέρατα, εκείνος αναφέρεται στην ποιότητα των κιαλιών, στην ποιότητα της εικόνας. Τείνουμε να εστιάζουμε στη χρησιμοθηρία του βλέμματος, στο τι θα δούμε μπροστά μας και ξεχνάμε να εστιάσουμε στην ομορφιά της καθαρότητας του βλέμματος, σε αυτό καθαυτό το βλέμμα, στο δώρο να μπορούμε να βλέπουμε κάτι καθαρά.

Στο δανέζικο απομονωμένο και φτωχικό ψαροχώρι των μέσων του 19ου αιώνα, ο πατέρας των δυο κοριτσιών είναι ο αδιαφιλονίκητος σταρ. Πάστορας, επικεφαλής θρησκευτικής ομάδας, μέχρι και προφήτη τον έχουν καθ’ υπερβολή αποκαλέσει. Δεν πιστεύει στο γάμο και σε όλα αυτά τα εγκόσμια τα μάταια. Και όταν τα κορίτσια του, που είναι και τα δύο πανέμορφα, δέχονται προτάσεις γάμου, εκείνος απαντά στους υποψήφιους γαμπρούς ότι στην αποστολή αυτή που έχει να εκπληρώσει, τα κορίτσια είναι το δεξί και το αριστερό του χέρι. Θέλουν να του στερήσουν τα δυο του χέρια; Γιατί όταν αφιερώνεις τη ζωή σου στο Θεό, όταν έχεις τέτοια προνομιακή προσωπική σχέση με το Θεό, τον οποίο ερμηνεύεις και εξηγείς, δεν είναι κακό να είσαι τόσο πολύ εγωκεντρικός, δεν είναι κακό να είσαι το κέντρο του κόσμου και τα παιδιά σου χέρια σου. Αφού άλλωστε ξέρεις πώς πρέπει να ζει κανείς τη ζωή του, δεν είναι και ότι στερείς κάτι από τις κόρες σου, δεν είναι ότι τους στερείς τη ζωή, στην πραγματικότητα τους προσφέρεις το πνευματικό της νέκταρ.

Και δεν είναι ότι τα κορίτσια τα ερωτεύονται μόνο οι ντόπιοι. Αν τύχει και βρεθεί κανείς ξένος στα μέρη τους, το ίδιο παθαίνει: ένας αξιωματικός από καλή οικογένεια με προοπτικές καριέρας ερωτεύεται την μία, ένας διάσημος Γάλλος τραγουδιστής όπερας ερωτεύεται την άλλη. Και τα κορίτσια μολονότι γοητεύονται κι αυτά από τον έρωτα, έχουν εσωτερικεύσει τόσο πολύ την αποστολή τους σε αυτή τη ζωή, που δεν φαίνεται να έχουν καμία φοβερή αμφιταλάντευση. Και οι ερωτευμένοι αποχωρούν, μαζί με την προοπτική μιας άλλης ζωής σε άλλους τόπους. Και τα κορίτσια μεγαλώνουν πια καθώς οι δεκαετίες περνούν και συνεχίζουν το έργο του μακαρίτη πια πατέρα τους και αφιερώνουν τη ζωή τους σε καλές πράξεις. Έναν τρόπο ζωής έμαθαν, αυτόν ακολουθούν αδιαπραγμάτευτα, πιστά και ευλαβικά ακολουθούν το δρόμο της πίστης και της ευλάβειας.

Και η Μπαμπέτ μπαίνει στη ζωή τους με αφορμή τον παλιό έρωτα της μίας. Γιατί οι άνθρωποι που γνωρίζουμε είναι πόρτες προς άλλους ανθρώπους, είναι πόρτες στον κόσμο. Η Μπαμπέτ έχασε την οικογένεια της στο γαλλικό εμφύλιο του 1871 και ο τραγουδιστής της όπερας γράφει γράμμα στις αδελφές παρακαλώντας να την πάρουν στη δούλεψή τους. Η Μπαμπέτ θα ενταχθεί στη ζωή τους και θα αφομοιωθεί από αυτήν, αφήνοντας την έντονη προσωπικότητά της να εμφανίζεται μόνο σε εντελώς εσωτερικά θέματα του χωριού, όπως π.χ. στα παζάρια που κάνει για να αγοράσει τρόφιμα. Δεν προσπαθεί επ’ ουδενί να αλλάξει τον κόσμο στον οποίο ήρθε.

158482

Μέχρι που πολλά χρόνια μετά, πολλά χρόνια περασμένα στην αφάνεια, θα κερδίσει απροσδόκητα ένα σημαντικό χρηματικό ποσό. Και θα ζητήσει ως χάρη από τις αδελφές τι; Να ετοιμάσει ένα πλουσιοπάροχο γαλλικό δείπνο. Οι αδελφές σκόπευαν να γιορτάσουν τα εκατόχρονα από τη γέννηση του πατέρα τους, αλλά με κάτι εντελώς λιτό. Και ενώ το δείπνο προοριζόταν να αφορά μόνο τις αδελφές και τα λιγοστά εναπομείναντα γηρασμένα μέλη του ποιμνίου, εμφανίζεται ο έτερος παλαιός ερωτευμένος, που στα χρόνια που μεσολαβήσαν έχει γίνει στρατηγός. Του τραγουδιστή η καριέρα τέλειωσε, του αξιωματικού η καριέρα απογειώθηκε. Και είναι μόνο αυτός, ο άνθρωπος από τον έξω κόσμο που θα μπορέσει να εκτιμήσει το τραπέζι του άλλου. Ο στρατηγός γίνεται ο ιδανικός αναγνώστης του δείπνου, ο άνθρωπος που μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει εδώ, τι αξία έχει αυτό το τραπέζι. Η Μπαμπέτ ετοίμαζε το δείπνο της χωρίς να περιμένει ούτε καν αυτό το ανεκτίμητο εύγε. Κανείς κανονικά δεν θα ήξερε τι έφτιαξε. Μόνο εκείνη.

Βλέποντας τα ζώα που παγανιστικά θα θυσιασθούν, βλέποντας το κρασί που θα αλλάξει το νου, οι αδελφές φοβούντουσαν ότι θα βρεθούν ενώπιον μιας εμπειρίας που θα τους κολάσει. Μόνο που αντί να κολάσει και αυτές και το ποίμνιο, τους μεταφέρει για λίγες ώρες σε έναν επί γης παράδεισο. Απολαμβάνουν, χαλαρώνουν, ανοίγονται, συγχωρούν, χαίρονται, αγαπούν, υμνούν, καταλαβαίνουν. Η Μπαμπέτ που είδε την οικογένεια της να χάνεται από στρατεύματα φίλια προς αυτά του στρατηγού, πολλά χρόνια μετά μπορεί και ξαναασκεί για ένα και μόνο βράδυ την τέχνη της, την τέχνη που μεταμορφώνει ένα δείπνο σε πνευματική και σωματική εμπειρία.

Και αυτά που κάναμε και αυτά που στερηθήκαμε, όλα μέρος της Θείας Χάρης είναι, θα πει ο εκστασιασμένος στρατηγός. Οι επιλογές ζωής μας, οι φόβοι μας, τα ρίσκα, οι δρόμοι που πήραμε, οι δρόμοι που χάσαμε: είτε έτσι είτε αλλιώς όλα στο ίδιο μέρος καταλήγουν, αφού ο κόσμος είναι καμωμένος καλά. Έχει δίκιο; Όχι. Είναι οι επιλογές μας άνευ σημασίας; Όχι. Είναι ο κόσμος καμωμένος καλά; Όχι. Αλλά η Μπαμπέτ προσέφερε ένα δείπνο που τον έκανε να φαίνεται έτσι για λίγες ώρες και ο Γκάμπριελ Άξελ μια ταινία που τον κάνει να φαίνεται έτσι όποτε ξαναβλέπεις τη Γιορτή του.