Εκθέματα που προσελκύουν εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο, τα πιο διάσημα ίσως των μουσείων, είναι πέντε κορυφαία εκθέματα που προέρχονται από την Αρχαία Ελλάδα. Η έκθεσή τους είναι ένας μαγνήτης για τους επισκέπτες και ένας σπουδαίος θησαυρός για το μουσείο στο οποίο βρίσκονται. Οι ιστορίες τους είναι μυθιστορηματικές.

Τα Γλυπτά του Παρθενώνα – Βρετανικό Μουσείο
Από την κατασκευή του Παρθενώνα έχουν περάσει σχεδόν 25 αιώνες. Ο ναός γνώρισε πολλές περιπέτειες. Η πρώτη µεγάλη καταστροφή έγινε στο τέλος του 4ου αι. µ.Χ. και οφειλόταν σε εµπρησµό. Tότε απολαξεύτηκαν και πολλά από τα γλυπτά του ναού. Tον 6ο αι. µ.X. ο Παρθενώνας µετατράπηκε σε εκκλησία. Κατά το Μεσαίωνα ήταν γνωστή ως Παναγία η Αθηνιώτισσα. Tο 1205 έγινε εκκλησία λατινικού δόγµατος. Το 1458, οι Οθωµανοί Τούρκοι µετέτρεψαν το µεγάλο ναό σε µουσουλµανικό τέµενος. Κατά την εκστρατεία του Φραγκίσκου Μοροζίνι, το 1687, ένα µεγάλο τµήµα του ναού κατέρρευσε από έκρηξη. Από τότε το µνηµείο λεηλατήθηκε συστηµατικά κυρίως από το Λόρδο Έλγιν, ο οποίος εκµεταλλευόµενος τις συνθήκες της εποχής, λίγο µετά το 1800, προχώρησε στην απόσπαση και αρπαγή πολλών γλυπτών του ναού που βρίσκονται τώρα στο Βρετανικό Μουσείο, στο Λονδίνο.

Τα γλυπτά του Παρθενώνα

Ο πρόεδρος του Μουσείου της Ακρόπολης, Καθηγητής Δημήτρης Παντερμαλής, έχει τονίσει ότι «είναι θέμα πολιτιστικής ηθικής η επιστροφή τους. Υπάρχουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και τα σπουδαία μνημεία έχουν τα δικά τους δικαιώματα. Τα δικαιώματα της ακεραιότητάς τους. Δεν μπορείς να τεμαχίζεις ένα σπουδαίο μνημείο».

Η  συλλογή γλυπτών περιλαμβάνει μερικά από τα γλυπτά των αετωμάτων, των μετοπών, που απεικονίζουν μάχες μεταξύ των Λαπίθων και των Κενταύρων, αλλά και της ζωφόρου του Παρθενώνα που κοσμούσε το ανώτερο τμήμα των τοίχων του σηκού του ναού σε όλο τους το μήκος. Αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 1/2 από ό,τι απομένει από το γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα που διασώθηκε: 75 μέτρα από τα αρχικά 160 μέτρα, 15 από τις 92 μετόπες, 17 τμηματικές μορφές από τα αετώματα, όπως επίσης και άλλα τμήματα της αρχιτεκτονικής.

Αφροδίτη της Μήλου – Μουσείο Λούβρου
Το 1820 ο αγρότης Γιώργος Κεντρωτάς ανακαλύπτει το περίφημο άγαλμα της Αφροδίτης σκάβοντας στο κτήμα του στη Μήλο. Δίπλα του βρισκόταν ο Γάλλος Βουτιέ που έψαχνε για αρχαία. Γράφει στο ημερολόγιό του: «Είχε ανακαλύψει το επάνω μέρος ενός αγάλματος, σε πολύ κακή κατάσταση και αφού δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή του, ετοιμαζόταν να το ξανασκεπάσει με γκρεμίδια». Άρχισαν να ψάχνουν για το κάτω μέρος του αγάλματος και όταν το συναρμολόγησαν είδαν ότι έλειπε ένα μέρος από τη μέση. Ο Βουτιέ μπόρεσε και έστησε το άγαλμα. Δεν γράφει αν το στήσιμο έγινε μέσα στην τρύπα ή έξω από αυτή, στην επιφάνεια του εδάφους. Το κάτω μέρος του αγάλματος, πολύ βαρύ, πάνω από 500 κιλά. Οι Γάλλοι αξιωματούχοι έβαλαν τον Κεντρωτά να υποσχεθεί ότι δε θα δηλώσει σε άλλον το άγαλμα.  Εν τω μεταξύ, από την πρώτη στιγμή η ανακάλυψη του ωραίου αγάλματος διαδόθηκε στη μικρή κοινωνία της Μήλου. Ένας πρόκριτος, ο Ιάκωβος Ταταράκης […] προσπαθούσε να σταματήσει τις διαπραγματεύσεις με τους Γάλλους. Έλεγε στον Κεντρωτά πως ο πρίγκιπας Μουρούζης, Δραγουμάνος του Τουρκικού Στόλου, του είχε αναθέσει να αγοράζει κάθε αρχαίο που θα βρισκόταν στη Μήλο και να του το στέλνει στην Πόλη.

Η Αφροδίτη της Μήλου

«Το άγαλμα δεν ήταν, έτσι απλά, δύο μέρη και ένα κομμάτι της μέσης. Είχε αποσπασθεί ο κότσος των μαλλιών», όπως γράφει ο Βουτιέ. Το ενδιάμεσο κομμάτι δεν ήταν ένα αλλά τέσσερα. Ήταν ακόμα το κομμάτι της παλάμης που κρατά το μήλο και ένα κομμάτι αριστερού βραχίονα,[…] Έτσι το άγαλμα της Αφροδίτης βρέθηκε σε επτά κομμάτια, και αυτά, συναρμολογημένα, το απαρτίζουν από το 1821 που μεταφέρθηκε στο Λούβρο.  Στο μουσείο της Μήλου υπάρχει πιστό αντίγραφό του, το οποίο έστειλε αργότερα ως δωρεά το Λούβρο. Η Αφροδίτη της Μήλου θεωρείται καταπληκτικό έργο της ελληνιστικής τέχνης, το οποίο συνδυάζει αρμονικά τη γυναικεία ομορφιά και θηλυκότητα. Άλλοτε θεωρείτο έργο του Πραξιτέλη, σήμερα όμως είναι σαφές ότι ο δημιουργός της είναι άλλος. Είναι σήμα κατατεθέν της Μήλου ή προσδιοριστικό στοιχείο του τουρισμού της και ένα από τα σημαντικότερα αποκτήματα του Λούβρου.

Νίκη της Σαμοθράκης – Μουσείο Λούβρου
Βρίσκεται στη λίστα των πέντε πιο δημοφιλών έργων του μουσείου του Λούβρου και προσελκύει περισσότερα από 10 εκατομμύρια επισκέπτες το χρόνο. Θεωρείται το σπουδαιότερο μνημείο του Λούβρου. Το έργο σταρ του μουσείου του Λούβρου αποσύρθηκε από τη θέση του στις 15 Σεπτεμβρίου του 2013 και οδηγήθηκε στα εργαστήρια συντήρησης στον οποίο παρέμεινε για ένα τουλάχιστον χρόνο. Το άγαλμα χρονολογείται από το 190 π.Χ. και είναι κατασκευασμένο από λευκό  παριανό μάρμαρο. Είναι έργο άγνωστου καλλιτέχνη της ελληνιστικής εποχής που βρέθηκε στο ναό των «Μεγάλων Θεών» ή Καβείρων στη Σαμοθράκη και παριστάνει φτερωτή τη θεά Νίκη. Κατά τη συντήρηση διαπιστώθηκαν φθορές που είχαν προκληθεί στη διάρκεια της μεταφοράς του γιγαντιαίου αγάλματος από τους Γάλλους.

Η Νίκη της Σαμοθράκης

Η Νίκη της Σαμοθράκης μεταφέρεται στο Château de Valençay, 1939

Η Νίκη της Σαμοθράκης μεταφέρεται στο Château de Valençay, 1939

Η Νίκη της Σαμοθράκης έχει ύψος 3,28 μ (με τα φτερά) και 5,58 με την πλώρη του πλοίου πάνω στην οποία είναι τοποθετημένη σήμερα. Το γλυπτό εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου από το 1884. Η ιστορική σημασία της Νίκης είναι μεγάλη. Τον Αύγουστο του 1939 η «Νίκη της Σαμοθράκης» μεταφέρθηκε με μεγάλη δυσκολία με μια ξύλινη ράμπα, ώστε να απομακρυνθεί, όπως και όλα τα πολύτιμα εκθέματα του Μουσείου, σε ασφαλέστερη τοποθεσία λόγω του πολέμου -φυλάχτηκε μαζί με την Αφροδίτη της Μήλου και τους «Σκλάβους» του Μιχαήλ Αγγέλου στο Château de Valençay. Το 1950 συναρμολογήθηκε και η δεξιά παλάμη της, οπότε και εκτέθηκε και αυτή. Η επανατοποθέτηση του αγάλματος στο κεφαλόσκαλο στην περίφημη σκάλα Daru, το 1945, θεωρήθηκε «ως ισχυρό σύμβολο της ανακτημένης ελευθερίας».

Βωμός του Ναού του Διός της Περγάμου – Μουσείο Περγάμου στο Βερολίνο
Ο βωμός της Περγάμου (181-159 π.Χ.) αποτελεί ίσως το περισσότερο ακέραια σωζόμενο γλυπτό σύνολο της Ελληνιστικής περιόδου. Η κατασκευή (διαστάσεων 35,65 μέτρα πλάτος και 33,4 μέτρα βάθος) του έργου ξεκίνησε μετά τις νίκες του Ευμένη επί του Πόντου και της Βιθυνίας και την καθιέρωση της γιορτής των Νικηφορίων. Η Πέργαμος δημιουργήθηκε, με πρότυπο την Αθήνα, γύρω από μια ακρόπολη, πάνω στην οποία κτίστηκε αυτός ο ναός αφιερωμένος στον Δία.

Βωμός του Ναού του Διός της Περγάμου

Στην πραγματικότητα αποτελούσε έναν ανεξάρτητο τόπο λατρείας, χωρίς να συνδέεται με κάποιο συγκεκριμένο ναό. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει ο βωμός, εκτός βέβαια από τις μνημειακές του διαστάσεις, έγκειται στις ανάγλυφες παραστάσεις της ζωφόρου (ύψους 2,3 μέτρων και μήκους περίπου 120 μέτρων), η οποία κοσμούσε το πόδιο του βωμού. Απεικονίζεται μία πολυπρόσωπη -περίπου στις 100 μορφές χωρίς να υπολογίζονται τα ζώα- και γεμάτη ένταση μάχη μεταξύ των θεών και των γιγάντων. Το 1978 ο Γερμανός μηχανικός Carl Humann ξεκίνησε επίσημες ανασκαφές στην ακρόπολη της Περγάμου. Μετά από διαπραγματεύσεις με την Τουρκική κυβέρνηση, η οποία συνεργάστηκε στην ανασκαφή, συμφωνήθηκε ο βωμός και η ζωφόρος να περάσουν στην κυριότητα των Μουσείων του Βερολίνου.

Αρπιστής – Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης (ΜΕΤ)
Τα μαρμάρινα ειδώλια αποτελούν το κορυφαίο δημιούργημα του Κυκλαδικού πολιτισμού και ανάμεσα σ’ αυτά εξέχουσα θέση κατέχει το αγαλματίδιο του «Αρπιστή». Η χρονολογία κατασκευής του πιθανολογείται κάπου ανάµεσα στο 2800 – 2300 π.Χ., και ειδικότερα πλησίον του 2700 π.Χ.. Όπως τα περισσότερα κυκλαδικά ειδώλια, έτσι και το συγκεκριμένο είναι φιλοτεχνημένο από παριανό μάρμαρο, το οποίο χρησιμοποιούσαν σχεδόν αποκλειστικά οι καλλιτέχνες της εποχής, γιατί ήταν ολόλευκο, φωτεινό, χωρίς «νερά», σμιλευόταν με ευκολία και έδινε ωραίο αποτέλεσμα.

Αρπιστής

Με τη στάση του σώµατός του, ο Αρπιστής φαίνεται να κλείνει στην αγκαλιά του την άρπα σαν να θέλει να την προστατεύσει. Την ίδια κίνηση, αυτό το αγκάλιασµα, το επαναλαµβάνουν και οι σύγχρονοι µουσικοί µε το µουσικό όργανο το οποίο κρατάνε στα χέρια τους όταν παίζουν κάποια μελωδία. Το αγαλματίδιο έχει ύψος µόνον 29,21 εκατοστών και αναπαριστά έναν µουσικό καθήμενο σε µία καρέκλα – πιθανόν θρόνο – µε ψηλή πλάτη και κοντά πόδια. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του αποτελεί η κομψότατη, ασυνήθιστη για την εποχή, ελαστικότητα που αναδεικνύεται στα χέρια του, αλλά και περίτεχνη πλάτη του. Κρατά το εμπρός μέρος της άρπας, και με τα δύο χέρια, εναποθέτοντας το βάρος του μουσικού οργάνου πάνω στο δεξί του πόδι και το δεξί του ώμο. Ο δεξής του αντίχειρας είναι ανασηκωμένος, σα να παίζει μία νότα, στην αντηχούσα χορδή, την οποία ακούει με τα κοίλα του αυτιά. Οι μύες των χεριών του και οι ευκρινείς κλειδώσεις των αγκώνων του είναι σκαλισμένες υποδειγματικά, με ασυνήθιστη ευαισθησία. Παίζει αγέρωχος μια μελωδία μνήμης που επιζεί των αιώνων.

Σύμφωνα με το Μητροπολιτικό Μουσείο, στο οποίο εκτίθεται, ο «Αρπιστής» αποκτήθηκε από το ίδρυμα Fletcher το 1947 και βρίσκεται στην αίθουσα «Robert and Renee Belfer Court» του ΜΕΤ που φιλοξενεί έργα κυκλαδικού πολιτισμού. Κατά άλλες πηγές, το ειδώλιο αποκτήθηκε από το ίδρυμα Rogers, την ίδια χρονολογία.