Στα γραφεία των εκδόσεων Νήσος με υποδέχεται η Φοίβη, ο σκύλος-φύλακας του οίκου και η εκδότρια Πόλα Καπόλα. Αφορμή για τη συνάντησή μας, τα γενέθλια των εκδόσεων Νήσος που φέτος συμπληρώνουν εικοσιπέντε χρόνια δραστηριότητας στο πεδίο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών. Όσοι ήδη έχουν έρθει σε επαφή με τα βιβλία των εκδόσεων Νήσος, γνωρίζουν ότι είναι ένας από τους λίγους οίκους που διατηρούν σειρές, κάτι που σηματοδοτεί το ρόλο του οίκου στον εκδοτικό χώρο, αλλά και γενικότερα στη δημόσια σφαίρα. Στα γραφεία συναντάμε τον Βασίλη Κάλφα, πρόσφατα βραβευμένο με το Κρατικό Βραβείο Απόδοσης Έργου της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στα Νέα Ελληνικά για τα Φυσικά του Αριστοτέλη, ο οποίος έχει την επιστημονική επιμέλεια της σειράς.

Η σημαντική προσπάθεια να εκδοθούν τα Άπαντα του Αριστοτέλη σε νεοελληνική μετάφραση ξεκίνησε το 2008 και βασική σύλληψη ήταν να δοθεί το έργο του Αριστοτέλη σε μια χρηστική δίγλωσση έκδοση, με ενιαίο ερμηνευτικό σχολιασμό, που θα απευθύνεται τόσο στον ειδικό, όσο και στο γενικό μορφωμένο κοινό. Στα γραφεία της Νήσου παρών και ο καθηγητής Κύρκος Δοξιάδης, το βιβλίο του οποίου «Ιδεολογία: Έξι διαλέξεις» μόλις κυκλοφόρησε. Αυτή η σειρά διαλέξεων στοχεύει σε μια διερεύνηση του όρου, αφ’ ενός με αναφορά στην εν μέρει αόρατη διαδρομή του ανάμεσα σε σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις και αφ’ ετέρου ως προς τον ιδιάζοντα ρόλο του στη νεοτερική σκέψη εν γένει.

Η εκδότρια Πόλα Καπόλα και ο σκύλος-φύλακας Φοίβη

«Οι εκδόσεις μας απευθύνονται σε αναγνώστες με ανησυχίες, σε αναγνώστες που δε θέλουν εύκολες λύσεις, σε αναγνώστες που μπορούν να δουλέψουν με κείμενα απαιτητικά. Δεν είναι ανάγκη να είναι ειδικοί, επιστήμονες στα πεδία που εκδίδουμε των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, αρκεί να έχουν την περιέργεια και τη διάθεση να μην είναι προκατειλημμένοι απέναντι στο απαιτητικό κείμενο και να θέλουν να συνομιλήσουν με αυτό. Αυτοί είναι οι αναγνώστες στους οποίους απευθυνόμαστε αυτό είναι και το προφίλ του εκδοτικού οίκου. Τα βιβλία που βγάζουμε συνομιλούν με τον κόσμο θέτουν και απαντούν σε ερωτήματα», λέει η Πόλα Καπόλα.

«Τα καλά βιβλία βρίσκουν το κοινό τους και δε θα το χάσουν ποτέ»

Αρκετά βιβλία σας είναι πολύ γνωστά στα Πανεπιστήμια και υπάρχει ένα κοινό νέων ανθρώπων που έχουν εξοικειωθεί με τις εκδόσεις σας. Συνεχίζουν να σας «ακολουθούν» και μετά τις σπουδές τους;
Κάποια από τα βιβλία μας πηγαίνουν στα πανεπιστήμια ως διδακτικά εγχειρίδια. Αυτό σημαίνει όντως ότι ένα μεγάλο ποσοστό των φοιτητών της χώρας εκπαιδεύεται με βιβλία που έχουμε επιλέξει και έχουμε βγάλει εμείς. Υποθέτω ότι ένα μέρος αυτών των φοιτητών που θα ακολουθήσουν μεταπτυχιακές σπουδές ή θα θέλουν να διευρύνουν τις αναζητήσεις τους και τα ενδιαφέροντά τους θα συνεχίσουν να μας ακολουθούν και μετά τις σπουδές τους.

Πώς ξεκινήσατε τη Νήσο, τι είχατε σκεφτεί και πού έχετε φτάσει σήμερα;
Οι εκδόσεις Νήσος ξεκίνησαν με πρωτοβουλία τεσσάρων φίλων, διανοούμενων, καθηγητών πανεπιστημίου με σκοπό να εμπλουτίσουν την ελληνική βιβλιογραφία στα πεδία των ανθρωπιστικών σπουδών και να φτιάξουν εργαλεία εκπαιδευτικά για τους φοιτητές τους. Ήταν οι Γεράσιμος Κουζέλης, Παναγιώτης Πούλος, Κωνσταντίνος Βρατσάλης και Θεόδωρος Παρασκευόπουλος. Στη συνέχεια μετά και τη δική μου εμπλοκή, περάσαμε σε μια επόμενη φάση από αυτή μιας πρωτοβουλίας, γίναμε ένας εκδοτικός οίκος, με εκδοτικό πρόγραμμα και προφίλ το οποίο διατηρείται ανέπαφο ως προς τους αρχικούς του στόχους, απλώς σήμερα βγάζει πολύ περισσότερους τίτλους και απευθύνεται σε πολύ μεγαλύτερο κοινό από το αρχικό.

Θα θέλατε να μου μιλήσετε για το, κατά γενική ομολογία, μεγάλο εκδοτικό έργο σας, τη σειρά του Αριστοτέλη;
Η σειρά του Αριστοτέλη είναι μια δουλειά που θα έπρεπε υπό κανονικές συνθήκες να την έχει κάνει η Ακαδημία Αθηνών. Είναι ένα πρότζεκτ που θα έπρεπε να υπάρχει στα ελληνικά γράμματα εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Είναι πολύ περίεργο στη χώρα μας να μην κυκλοφορούν αξιόλογες και πολύ καλές μεταφράσεις του Αριστοτέλη. Η ιδέα ξεκίνησε από τον Γεράσιμο Κουζέλη, που έχει και την ευθύνη της σειράς και την επιστημονική επιμέλεια έχουν ο Βασίλης Κάλφας και ο Παντελής Μπασάκος. Το ενδιαφέρον με το πρότζεκτ του Αριστοτέλη είναι πως δεν πρόκειται για μια ανάθεση σε ένα μεταφραστή που θα πάρει το κείμενο θα το μεταφράσει και θα το παραδώσει, είναι μια δουλειά που γίνεται ομαδικά, ανατίθενται οι μεταφράσεις αλλά από κει και πέρα υπάρχει ένα επιστημονικό εργαστήριο στο οποίο συμμετέχουν οι μεταφραστές και συζητούν για την πορεία της δουλειάς, για τα μεταφραστικά ζητήματα, για τα ζητήματα της θεωρίας του Αριστοτέλη, άρα να παράγεται η δουλειά και από αυτό το εργαστήριο.

Ποιο βιβλίο σας πούλησε περισσότερο το 2017;
«Η θεωρία της αντίληψης» του Μωρίς Μελρώ-Ποντύ. Μας εκπλήσσει όσο και εσάς. Είναι το βασικό έργο του Μελρώ-Ποντύ, στο οποίο έχουν πατήσει διάφοροι θεωρητικοί και υπάρχει όλη η θεωρία για το σώμα που είναι επίκαιρο σε όλες τις τέχνες σήμερα. Οπότε είναι ένα βασικό βιβλίο αναφοράς για όλο αυτό τον κόσμο που ασχολείται με αυτά τα ζητήματα. Και έλειπε όλα αυτά τα χρόνια. Αξιοποιείται σε σπουδές φιλοσοφίας, στις καλές τέχνες στη σχέση του σώματος, τόσο μέσω της τέχνης, όσο και μέσα στην κοινωνία. Πήγε καλά ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους και είναι παρήγορο να βλέπεις ότι καλά βιβλία σαν αυτό βρίσκουν το κοινό τους. Μάλλον δεν είναι παρήγορο, είναι γεγονός. Τα καλά βιβλία βρίσκουν το κοινό τους και δε θα το χάσουν ποτέ.

Πόσο μπορεί να γνωρίζει ένας εκδότης το κοινό του;
Νομίζω πως ξέρουμε το κοινό μας και κάθε εκδότης ξέρει το κοινό του και αυτό φαίνεται από τις εκδοτικές επιλογές που κάνουμε. Εμείς βγάζουμε δοκίμια στις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, άρα το κοινό μας είναι αυτό. Αν βγάλουμε ξαφνικά κάποιο άλλο είδος θα μας δουν κάπως περίεργα. Μπορεί να το φτιάξουμε μελλοντικά, αλλά προς το παρόν το κοινό μας είναι αυτό. Γνωρίζουμε το κοινό μας και ο καθένας από εμάς κάνει τις αντίστοιχες επιλογές βιβλίων, ύφους, δηλαδή ακόμα και η αισθητική των βιβλίων έχει το κοινό της.

Θα μπορούσατε να μου δώσετε μια γενική εικόνα του βιβλίου και των εκδόσεων στην Ελλάδα σήμερα;
Θα σας πω ότι δεν ξέρω ακριβώς ποια είναι η εικόνα των εκδόσεων γιατί δεν υπάρχουν αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία. Δηλαδή δε νομίζω ότι στην Ελλάδα έχουμε σαφή εικόνα για το τι πουλιέται γιατί δεν έχουμε μετρήσεις γι’ αυτό. Υπάρχουν κάποιες έρευνες αναγνωστικής συμπεριφοράς αλλά αυτές δε δείχνουν τις πωλήσεις, οπότε οι επαγγελματίες του χώρου κινούμαστε στα τυφλά. Διαισθητικά μπορώ να σας πω ότι πουλάει περισσότερο η λογοτεχνία ή ότι πουλάνε τα οικονομικά.

Είστε  πρόεδρος του Συλλόγου Εκδοτών Βιβλιοπωλών Αθήνας. Δε θέλουμε ή δεν μπορούμε να έχουμε μετρήσεις;
Στοιχίζουν ακριβά οι μετρήσεις και μάλλον αυτό δεν μπορεί να γίνει. Υπάρχουν τέσσερις σύλλογοι εκδοτών, τα οικονομικά μας δεν είναι τα καλύτερα, οπότε υπάρχει αυτό το χάος. Δεν ξέρουμε πού πουλάμε, τι πουλάμε, πώς πάει η αγορά και η εικόνα που έχουμε είναι αυτή που σου λένε οι φίλοι εκδότες. Δηλαδή, δεν ξέρουμε πού κινείται το πράγμα. Κάποια στοιχεία που κυκλοφόρησαν είναι από τις Ανώνυμες Εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο του βιβλίου, οι οποίες δημοσιεύουν ισολογισμούς και είναι εύκολο να τις βρει κανείς και να δει τι γίνεται. Αλλά αυτό δε δείχνει την πραγματική εικόνα γιατί ειδικά στην Ελλάδα τα εκδοτικά σχήματα είναι κατά βάση μικρά, δηλαδή έχουμε περισσότερο μικρομεσαίους εκδότες παρά μεγάλους. Όσο για αυτό που λένε οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι ότι εκπροσωπούν το 80% της παραγωγής, ναι, το εκπροσωπούν σε τίτλους, αλλά στο βιβλίο υπάρχει μια ποικιλία, δεν είναι ντομάτες τα βιβλία, είμαστε πάρα πολλοί και ο καθένας επενδύει σε αυτό το χώρο το δικό του στιλ και το δικό του ύφος. Δεν μπορούμε να μετράμε με ποσοτικά μόνο στοιχεία.

Τι πιστεύετε πως έχει αλλάξει στο χώρο του βιβλίου τα τελευταία χρόνια;
Και εδώ δεν έχουμε στοιχεία και δεν μπορώ να το απαντήσω πλήρως, αλλά νομίζω ότι αυτό που άλλαξε τα χρόνια της κρίσης είναι ότι αυτοί που διάβαζαν, πήγαιναν και έπαιρναν ένα βιβλίο που τους ήταν χρήσιμο και άλλα δυο για να τα διαβάσουν αργότερα. Αυτό δεν το κάνουν πια, θα πάρουν μόνο το βιβλίο που χρειάζονται. Αυτοί που δεν είχαν επαφή με το βιβλίο, μέσα στην κρίση δεν άλλαξαν αναγνωστική συμπεριφορά. Από κει και πέρα το μεγάλο πρόβλημα -επειδή υπάρχει μεγάλη παραγωγή στη χώρα- είναι η τοποθέτησή τους στα βιβλιοπωλεία γιατί και τα βιβλιοπωλεία δεν έχουν άπειρο φυσικό χώρο. Και φυσικά όπως οι εκδοτικοί οίκοι, έτσι και τα βιβλιοπωλεία έχουν το κοινό τους.

Υπάρχει πολιτική βιβλίου σήμερα;
Δεν υπάρχει πολιτική βιβλίου, ενώ υπάρχει ενδιαφέρον για το ελληνικό βιβλίο. Και δεν εννοώ μόνο τις μεταφράσεις προς μια ξένη γλώσσα. Το ζήτημα είναι τι κάνεις για να μην αδιαφορήσει ο μαθητής που είναι το κοινό στο οποίο θέλεις να επενδύσεις. Το να στέλνεις για παράδειγμα συγγραφείς στα σχολεία,

εντάξει, είναι κάτι καλό, αλλά δεν είναι εκπαιδευτική πολιτική για κανένα λόγο, ούτε γίνεται να θεωρούμε ότι το κάναμε αυτό και ολοκληρώσαμε αυτά που πρέπει να γίνουν.

Μας λείπουν οι βιβλιοθήκες;
Οι βιβλιοθήκες είναι ο φυσικός χώρος του βιβλίου, δηλαδή θα έπρεπε να είναι ζωντανοί οργανισμοί. Να μπορεί κανείς να πηγαίνει εκεί και να ζει ένα κομμάτι της ζωής του, να χρησιμοποιεί τον υπολογιστή, να παρακολουθεί η να συμμετέχει σε δράσεις, να μελετά. Οι βιβλιοθήκες με οργάνωση τέτοια μας λείπουν.

Ας υποθέσουμε πως έρχεται κάποιος τον οποίο απασχολούν ζητήματα όπως η κοινωνία, η πολιτική, και δεν έχει διαβάσει κανένα βιβλίο από τις εκδόσεις σας. Ποιο βιβλίο θα του προτείνατε για να σας γνωρίσει;
Νομίζω θα του πρότεινα να διαβάσει το βιβλίο της Λίλης Χουλιαράκη «Ειρωνικός θεατής». Είναι ένα βιβλίο που έχει να κάνει με την αλληλεγγύη όπως διαμεσολαβείται από τα μίντια και που είναι ένα θέμα πολύ επίκαιρο σήμερα. Μιλάμε όλοι για αλληλεγγύη ή για να το πω αλλιώς, αλληλεγγύη κάνουν όλοι. Ομάδες, ΜΚΟ, εκκλησία. Το βιβλίο κάνει μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση για το πώς η συμπόνια για την ανθρώπινη οδύνη μετατράπηκε από πράξη οίκτου σε ναρκισσιστικό θέαμα, οπότε θα του έλεγα να διαβάσει, ως πρώτο, αυτό το βιβλίο.