Δείτε πού παίζoνται οι ταινίες

Η εμμονή που έχει το αμερικάνικο σινεμά, τόσο το καλό, όσο και του σωρού, με τους ξεχωριστούς ανθρώπους, με εκείνους που διαπρέπουν σε κάποιον τομέα, με εκείνους που αποτελούν τη μεγάλη εξαίρεση και πετυχαίνουν επιδόσεις αδιανόητες για τους υπόλοιπους, είναι πιθανότατα εντελώς αποκαλυπτική του αμερικάνικου φαντασιακού. Η ακραία μορφή αυτού του φαινομένου είναι οι υπερήρωες, ήρωες δηλαδή που δεν χωρούσαν πια σε ανθρώπινο κουστούμι ανθρώπινων δυνάμεων, έστω και τραβηγμένων στο ακραίο μυθοπλαστικό τους όριο και που έπρεπε να φορέσουν τη δική τους στολή για να μπορέσουν να κάνουν τα δικά τους αδιανόητα πράγματα στο δικό τους τομέα ειδίκευσης. Η εμμονή με το να ξεχωρίσεις έναντι όλων, με το να είσαι ο καλύτερος, με το να είσαι ο νικητής. Το αμερικάνικο όνειρο δεν ήταν ένα όνειρο απλώς αξιοπρεπούς διαβίωσης, ήταν ένα διαρκές βλέμμα προς τα πάνω, προς την κορυφή της πυραμίδας, προς τον τελευταίο όροφο του ψηλότερου ουρανοξύστη, ήταν ένα παιχνίδι που στήθηκε στην έννοια της επικράτησης και της ανταμοιβής.

«Ο Λογιστής» του Γκάβιν Ο' Κόνορ

Aν μη τι άλλο, ο «Λογιστής» αποφασίζει να πάει τα πράγματα πιο πέρα, χαρίζοντας έναν ήρωα που περνά σαν οδοστρωτήρας πάνω από οποιοδήποτε εμπόδιο και σαρώνει τον οποιοδήποτε ανταγωνισμό, σε δυο κατηγορίες ανθρώπων που δεν θα το περίμεναν: οι λογιστές και οι άνθρωποι με αυτισμό βρήκαν τον δικό τους «σκληρό καριόλη». Όχι πια χαρτογιακάδες και όχι πια συγκατάβαση: ο Μπεν Άφλεκ είναι ένας από μας και κοιτάξτε πώς κάνει τουλούμι στο ξύλο και πώς εκτελεί πέντε – πέντε τους κακούς. Πρωτοβλέπουμε τον Άφλεκ ως αγόρι που έχει έντονα προβλήματα αυτιστικής συμπεριφοράς. Ο καλός καγαθός ειδικός προτείνει στοργή και προδέρμ, θεραπευτική προσέγγιση προστατευμένο περιβάλλον. Αρνείται όμως ο στρατιωτικός πατέρας, αλλά όχι καραβανάς στρατιωτικός, από τους άλλους τους ψαγμένους των ψυχολογικών επιχειρήσεων. Εξηγεί πως αν αν ο γιος του έχει υπερευαισθησία στο φως και στη μουσική, αυτό που χρειάζεται δεν είναι λιγότερο φως και χαμηλότεροι ήχοι, αυτό που χρειάζεται είναι τέρμα τα γκάζια στο φως και τέρμα το volume στη μουσική για να εκπαιδευτεί στα ερεθίσματα και να μπορέσει να προσαρμοστεί και να λειτουργεί στον κόσμο.

Πριν τρεις δεκαετίες στο υπέροχο «Rain Man» του Μπάρι Λέβινσον, ο Ντάστιν Χόφμαν ήταν ένας «αυτιστικός σοφός», ένας άνθρωπος που μπορούσε μεν να κάνει τους πιο απίθανους μαθηματικούς υπολογισμούς, αλλά τα προβλήματά του παρέμεναν και πάνω σε αυτά, αλλά και στον άνθρωπο πίσω από αυτά, χτιζόταν όλη η ταινία. Στο «Λογιστή» ο Άφλεκ έχει το μαθηματικό μυαλό του Rain Man και τις ικανότητες ενός action hero σαν τον Τζέιμς Μποντ και τον Τζέισον Μπερν. Όσο για τα υπόλοιπα προβλήματα, έχουν σχεδόν εξαφανιστεί από το προσκήνιο: εντάξει δεν είναι και ο πιο χαρισματικός συνομιλητής, δεν είναι και ο πιο επικοινωνιακός τύπος, αλλά αυτό αν κάνει κάτι στην ταινία είναι να της προσδίδει μερικές στιγμές χιούμορ, καθώς ο ήρωας θα έχει κάποια παντελώς παγωμένη αντίδραση σε στιγμές που κανονικά θα απαιτούσαν εκ μέρους του περισσότερη συναισθηματική εμπλοκή.

Στο «Λογιστή» ο Άφλεκ έχει το μαθηματικό μυαλό του Rain Man και τις ικανότητες ενός action hero σαν τον Τζέιμς Μποντ

Εκτός όμως από τη γενική εμμονή για την υπεροχή, υπάρχουν και οι ειδικές. Ο σκηνοθέτης Γκάβιν Ο’ Κόνορ, ας πούμε, έχει εμμονή με οικογενειακά δράματα, με πατρικές φιγούρες που παίζουν βασικό ρόλο στην εξέλιξη των γιων τους και κυρίως με αδέλφια που πλακώνονται στο ξύλο, του δίνουν και καταλαβαίνει και μετά όλο το κακό αίμα έχει βγει αυλακώνοντας τα πρόσωπά τους  και δίνοντας τη θέση του στο καλό. Διαβάζω ότι έχει ένα δίδυμο αδελφό με τον οποίο συνεργάζονται μάλιστα. Μπορώ να ποντάρω όλη τη διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία μου στο ότι με τον αδελφό του έπαιζαν ξύλο μικροί και μετά αγαπιόντουσαν ξανά.

Ο σεναριογράφος Bill Dubuque από την άλλη (δεν τον γράφω στα ελληνικά γιατί θα τον προφέρω εκατό τοις εκατό λάθος), πέρσι στο «Δικαστή» είχε βάλει δίπλα στον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ τον Τζέρεμι Στρονγκ να παίζει τον αυτιστικό αδελφό του. Μπορώ να ποντάρω όλη τη διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία μου στο ότι έχει κάπου στο κοντινό του περιβάλλον αντίστοιχα ερεθίσματα. Επίσης στο «Δικαστή» ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ έχει να μιλήσει πολλά χρόνια με τον πατέρα του Ρόμπερτ Ντιβάλ. Ως έφηβος, ο γιος ήταν πολύ ατίθασος και παραβατικός. Μετά από ένα ατύχημα που προκαλεί, ο πατέρας του τον κλείνει στο αναμορφωτήριο. Ο Ντάουνι τον ρωτάει επιτέλους πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό, τι σόι πατέρας ήταν. Ο πατέρας λέει ότι το έκανε για το καλό του. «Tough love», λέει ειρωνικά και πληγωμένα ο γιος. Ναι, «tough love», συμφωνεί και επικυρώνει ο πατέρας: δες πόσο κακό σου έκανε, δες που έφτασες στη ζωή σου, δες ότι τώρα είσαι πολύ επιτυχημένος δικηγόρος.

«Ο Λογιστής» του Γκάβιν Ο' Κόνορ

Αντίστοιχα, στο «Λογιστή» μοιάζει να δικαιώνεται τελικά ο πατέρας. Μπορεί να βλέπουμε ότι εκπαιδεύει το γιο του με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, αλλά αυτή η σκληρή του αγάπη βγάζει και με το παραπάνω καρπούς. Ο «Λογιστής» είναι μια ταινία με αρκετά μείον και αρκετά συν, αλλά συνολικά είναι μια ταινία ζωντανή και όποιος τη δει ας προσέξει αυτό το πολύ όμορφο πράγμα που αποκαλύπτεται στην τελευταία σκηνή της, γιατί εγώ χαμπάρι δεν πήρα και έπρεπε να διαβάσω για να το καταλάβω. Εκτιμώ τον κινηματογραφάνθρωπο και σκηνοθέτη Μπεν Άφλεκ, ενώ υπάρχουν και ταινίες που δεν με ενοχλεί καθόλου ο ηθοποιός Μπεν Άφλεκ. Ο «Λογιστής» δεν είναι μια από αυτές: δεν καταφέρνει να εκπέμψει τίποτα πίσω από την ανέκφραστη μάσκα, είναι απλά ξύλινος και νομίζω ότι κάνει κακό στην ταινία. Αντίθετα της κάνει πολύ καλό ο Τζον Μπέρνθαλ στο ρόλο του κακού. Η αντιδιαστολή ανάμεσα σε έναν ηθοποιό που το έχει και με το παραπάνω και σε έναν άλλο που μπορεί να αφήσει το στίγμα του στο σινεμά με διάφορες ιδιότητες, πάντως καλός ηθοποιός δεν είναι, είναι εύγλωττη. Μου άρεσε πολύ επίσης το γεγονός ότι το σενάριο μπορεί να έχει όσες απιθανότητες έχει, αλλά έχει και μια υποπλοκή, η οποία αναπτύσσεται με τρόπο απρόσμενα γόνιμο. Ο Τζέι Κέι Σίμονς είναι ο κυβερνητικός αξιωματούχος που αναθέτει σε μια πράκτορα να εντοπίσει και να βρει τον Άφλεκ. Μέχρι ένα σημείο η υποπλοκή αυτή κινείται με τον αναμενόμενο τρόπο, μέχρι που αίφνης η ταινία την παίρνει και τη βάζει στο προσκήνιο. Παίρνει τον Τζέι Κέι Σίμονς και τον βγάζει από τον ρουτινιάρικο χιλιοειδωμένο δεύτερο ρόλο και του δίνει χαρακτήρα και υπόσταση, μας δίνει μέσα σε λίγα λεπτά τη δική του ιστορία.

Μια σκέψη που περνούσε από το μυαλό μου όσο παρακολουθούσα το «Frantz», είναι ότι τέτοιου είδους ταινία θα μπορούσε να κάνει στην εποχή μας μόνο ένας σκηνοθέτης που θα ένιωθε σίγουρος για τον εαυτό του και ότι δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα. Και μάλλον μόνο ένας σκηνοθέτης τόσο παραγωγικός σαν τον Φρανσουά Οζόν, ώστε να μπορεί άνετα να επιτρέψει στον εαυτό του να σκηνοθετήσει ένα υλικό τόσο πρωτογενές και ταπεινό, ένα υλικό επιστροφής στη βάση των ανθρώπινων συναισθημάτων και των ανθρώπινων ιστοριών, χωρίς φιοριτούρες, επιτήδευση και επεξεργασία πάνω στην επεξεργασία.

Τέτοιου είδους ταινία θα μπορούσε να κάνει στην εποχή μας μόνο ένας σκηνοθέτης που θα ένιωθε σίγουρος για τον εαυτό του

Βρισκόμαστε σχεδόν έναν αιώνα πριν, στο 1919, ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει τελειώσει μόλις έναν χρόνο. Κάπου στη γερμανική επαρχία μια πολύ νέα κοπέλα πηγαίνει κάθε μέρα λουλούδια στον τάφο του πολύ νέου αρραβωνιαστικού της. Εκεί θα δει ότι αφήνει λουλούδια και κάποιος άλλος, επίσης πολύ νέος. Αλλά Γάλλος. Εχθρός. Το αίμα είναι ακόμη πολύ νωπό. Η κοπέλα ζούσε κι εξακολουθεί να ζει με τους γονείς του νεκρού αρραβωνιαστικού. Ο μπαμπάς του είναι γιατρός. Όταν ο νεαρός θα τον επισκεφτεί, ο γιατρός μόλις δει ότι είναι Γάλλος θα του πει να φύγει. Κάθε Γάλλος είναι δυνάμει ο δολοφόνος του γιου του. Ο επισκέπτης του λέει ότι έχει δίκιο, ότι κι αυτός στρατιώτης ήταν, άρα κι αυτός ένας δολοφόνος. Αλλά η κοπέλα κεντρίζεται από το νέο. Τον καλεί σπίτι. Εκεί αυτός εξηγεί ότι ήταν πολύ καλός φίλος με τον Φραντζ, από τον καιρό που εκείνος σπούδαζε στο Παρίσι. Η κόρη που δεν λέει να ξεπεράσει τον μακαρίτη και οι γονείς που εξ ορισμού δεν μπορούν να τον ξεπεράσουν, έχουν βρει κάτι να κρατηθούν, έναν άνθρωπο που αγαπούσε το δικό τους αγαπημένο άνθρωπο. Που τον αγαπούσε τόσο πολύ, ώστε να έχει έρθει εδώ για να του πηγαίνει λουλούδια. Που τους μιλάει για αυτόν και δακρύζει. Αλλά γιατί τόση αφοσίωση; Γιατί τόση συγκίνηση; Ποιο είναι το μυστικό; Ήταν μόνο φίλοι και δη τόσο στενοί; Μήπως η σχέση τους ήταν άλλου είδους; Και ποια ακριβώς;

«Frantz» του Φρανσουά Οζόν

Αλλά το «Frantz» δεν είναι μια ταινία κρυμμένων μυστικών. Η απάντηση θα δοθεί σχετικά γρήγορα. Και η ταινία θα συνεχιστεί στο επίπεδο στο οποίο κινούνταν από την αρχή. Μια ταινία που δεν ντρέπεται να είναι απλή. Που δεν ντρέπεται να επιστρέψει στα βασικά συστατικά της συγκίνησης. Και που ακόμη και αν γι’ αυτό δεν καταφέρνει πιθανότατα να εντυπωσιάσει, καταφέρνει με το δικό της τρόπο να λειτουργήσει. Τα πανέμορφα κάδρα που στήνει ο Οζόν, η λειτουργική ασπρόμαυρη φωτογραφία που μάλλον κακώς διακόπτεται από έγχρωμα διαλείμματα, και τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, τόσο των νεότερων όσο και των γηραιότερων, αποτυπώνονται μέσα μας. Αλλά και εκτός αυτών, η Μασσαλιώτιδα θα ακουστεί με τρόπο μη εξυψωτικό, με τρόπο άγριο ως και απεχθή, το πρόσωπο ενός επιβάτη σε βαγόνι θα έχει δυο πλευρές, την πλευρά που κανονικά έχουν τα ανθρώπινα πρόσωπα και την πλευρά που τη σημαδεύει ο πόλεμος. Και τελικά η αμφισβήτηση του πολέμου ως γενική και αφηρημένη ιδέα, η εξέταση των συστατικών που τον συναπαρτίζουν: είναι λάθος να τον αντιμετωπίζουμε ως κάτι πέραν και πάνω από εμάς, πόλεμος δεν υπάρχει αν οι γονείς δεν στείλουν τα παιδιά τους στην πρώτη γραμμή, αν οι άνθρωποι δεν καταταγούν, αν ένας άνθρωπος δεν εκτελέσει έναν άλλο σε ένα χαράκωμα.

«Frantz» του Φρανσουά Οζόν

Και τελικά η αποδοχή του έρωτα ως γενική και αφηρημένη ιδέα, η παραδοχή πως είναι λάθος να αντιμετωπίζεται ως κάτι τόσο εξαρτημένο από τον ένα συγκεκριμένο άλλο. Ο έρωτας είναι και η διάθεση να ζήσεις, η διάθεση να ευτυχήσεις, η διάθεση να συναρπαστείς. Αν είσαι νέος και νέα, υπάρχει μέσα σου αυτοτελώς το ερωτικό δυναμικό και θα ψάξει να βρει ένα άλλο πρόσωπο να ακουμπήσει, να επενδύσει, να εκφραστεί, ακόμη και αν ατυχήσεις και μία και δύο και πολλές φορές.