Σφηνωμένη ανάμεσα στην Αργεντινή και τη Βραζιλία, δυο χώρες που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο νιώθουμε ότι μας αφορούν, η Παραγουάη μοιάζει στα μάτια μας αρκετά πιο ξένη, αρκετά πιο άγνωστη, σίγουρα αρκετά πιο αδιάφορη. Και μόνο που φτάνει να ξεχωρίσει μια ταινία από την Παραγουάη (με βραβεύσεις στο Berlinale και στις Νύχτες Πρεμιέρας) και να φτάσει μέχρι και τις κινηματογραφικές μας αίθουσες, καταλαβαίνεις ότι κάτι αξιοσημείωτο θα έχει να προσφέρει. Από την άλλη υπάρχει πάντα και ο κίνδυνος να ξεχωρίζει μια ταινία από χώρα που δεν διακρίνεται για την κινηματογραφία της, για λόγους φολκλόρ. Απομένει λοιπόν να διαπιστώσεις ιδίοις όμμασι τι από τα δύο ισχύει. Διαπιστώνεις ότι ισχύει το πρώτο και το διαπιστώνεις όσο η ταινία ξετυλίγεται, το διαπιστώνεις όσο η ταινία στην πορεία της αρχίζει να σου φανερώνει που κρυβόταν η καρδιά της, ποια ήταν η κινητήρια δύναμή της, για τι ήθελε τελικά να μας μιλήσει, τι ήθελε τελικά να μας δείξει.

Το γεγονός ότι παίρνει το χρόνο της για να ξεκινήσει να αποκαλύπτεται μπροστά μας, δεν σημαίνει ότι κυλά ως τότε με αργούς ρυθμούς, δεν σημαίνει ότι κυλά ως τότε χωρίς επεισόδια, δεν σημαίνει ότι περνά η ώρα και ψάχνεις από πού να συνδεθείς μαζί της. Σημαίνει κυρίως ότι τα ως τότε επεισόδια σε έχουν ως ένα βαθμό παραπλανήσει, σημαίνει κυρίως ότι το αρχικό σου φόκους θα ξεκινήσει να μετατοπίζεται, όσο μαεστρικά ο Μαρσέλο Μαρτινέσι θα αρχίσει να εστιάζει σε κάτι άλλο, αρχικά με τρόπο διακριτικό και υπαινικτικό και μόνο προς το τέλος με τρόπο ξεκάθαρο.

Ένα ζευγάρι γυναικών. Κοντά στα εξήντα, ίσως η Τσικίτα λίγο πιο πάνω, ίσως η Τσέλα λίγο πιο κάτω. Είναι οι κληρονόμοι του τίτλου. Κυρίως η Τσέλα δηλαδή. Το σπίτι που ζουν είναι το πατρικό της. Σπίτι που έχει σίγουρα γνωρίσει στο παρελθόν μεγαλεία, η Τσέλα μεγάλωσε σε πλούσια οικογένεια της Παραγουάης. Η Παραγουάη που έχει μεγάλο μέρος του πληθυσμού της να ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας και μια ισχυρή ελίτ, η Παραγουάη που πέρασε κι αυτή 35 χρόνια δικτατορίας από το 1954 ως το 1989. Τα μεγαλεία του σπιτιού είναι περασμένα, οι δυο γυναίκες αναγκάζονται και πουλάνε ό,τι αξίας έχει το σπίτι μέσα του για να τα βγάλουν πέρα. Στην πρώτη σκηνή μια υποψήφια αγοράστρια επιθεωρεί τα έπιπλα και τα κρύσταλλα στην τραπεζαρία. Της τραβά την προσοχή κι ένα ρολόι τοίχου. Είναι εκτός λειτουργίας εδώ και λίγο καιρό. Ο χρόνος του σπιτιού ανήκει στο παρελθόν.

Κι ο χρόνος των δύο γυναικών; Όχι τόσο της Τσικίτα που τρέχει και τα διαδικαστικά της πώλησης, της επίδειξης στους αγοραστές, συνολικά των απαραίτητων για την επιβίωση. Η Τσέλα είναι σχεδόν παραδομένη στην κατάθλιψη. Ξαπλωμένη, δεν βγαίνει έξω, παρακολουθεί πίσω από μισάνοιχτες πόρτες την εκποίηση όσων ήταν κάποτε δικά της. Απόψε μια καλή φίλη του ζευγαριού γίνεται πενήντα και κάνει πάρτι. Η Τσέλα δεν θέλει να πάει. Η Τσικίτα της λέει ότι ακόμη κι αν τελικά δεν έρθει, εκείνη θα πάει. Η Τσικίτα έχει ακόμη μέσα της δίψα για ζωή και για χαρά. Για να φιλοτιμήσει λίγο την Τσέλα, την ρωτά αν θυμάται όσα είχε κάνει η φίλη τους στα πεντηκοστά γενέθλια της Τσέλα. Η Τσέλα της απαντά ότι ήταν τα τεσσαρακοστά. Οι δεκαετίες μπερδεύονται στο μυαλό, οι δεκαετίες περνάνε, η ζωή περνάει, τα γηρατειά είναι κοντά, η φθορά είναι πολύ παρούσα, η κατάπτωση όμως με λίγη τύχη αργεί ακόμη αρκετά, ένα ζευγάρι που έχει ζήσει δεκαετίες μαζί, ένα ζευγάρι που μεγαλώνει μαζί, ένα ζευγάρι που βρίσκεται στα πρόθυρα του κοινού γήρατος.

Κι όλα βέβαια θα ανατραπούν, όταν η Τσικίτα κλείνεται στη φυλακή. Για χρέη απέναντι σε τράπεζα. Λογικά θα είναι για λίγους μήνες μόνο, φαίνεται ότι στην Παραγουάη είναι πρακτική που ακολουθείται, μαθαίνουμε ότι είναι κι άλλες σαν την Τσικίτα που περνούν από αυτό το λούκι. Κι αν η Τσικίτα μοιάζει έτοιμη να τα βγάλει μια χαρά πέρα ακόμη και μέσα στη γυναικεία φυλακή, το πώς θα την παλέψει η Τσέλα είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Η Τσικίτα έκανε κουμάντο στο σπίτι και στη ζωή τους, η Τσικίτα είχε αναλάβει όλο το πρακτικό μέρος όσο η Τσέλα είχε παραιτηθεί και σχεδόν αποσυρθεί.

Κάθε σχέση έχει τους ρόλους της. Μπαίνουμε σε κάθε σχέση, πόσο μάλλον σε μια σχέση ζωής, με χαρακτηριστικά που κουβαλάμε, με χαρακτηριστικά που μας προδιαθέτουν για ένα συγκεκριμένο φάσμα ρόλων μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθούμε. Αλλά το σε ποια ακριβώς θέση του φάσματος θα κλειδώσει ο ρόλος μας εξαρτάται από τον χαρακτήρα του άλλου ανθρώπου, καθώς το αμοιβαίο κλείδωμα των ρόλων είναι αποτέλεσμα δυναμικής αλληλεπίδρασης ανάμεσά τους, είναι κάτι το οποίο συντελείται από κοινού, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά. Πιθανότατα και η αρχική έλξη έχει να κάνει με την προοπτική ταιριάσματος ρόλων, πιθανότατα πριν ακόμη το ζευγάρι σχηματιστεί να διακρίνεις -ξανά περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά- πάνω στον άλλον ιδιότητες συμβατές με τις δικές σου. Όπου ο όρος συμβατές μπορεί κάλλιστα να σημαίνει αντίθετες μεν, αλλά αλληλοσυμπληρούμενες και άρα εν τέλει λειτουργικές.

Κι έπειτα οι ρόλοι σε μια σχέση ζωής εξαρτώνται επίσης καθοριστικά από τις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος. Ούτε οι εξωτερικές συνθήκες παραμένουν ίδιες στο πέρασμα των χρόνων και των δεκαετιών, ούτε ως άνθρωποι παραμένουμε ολόιδιοι στο πέρασμα των χρόνων και των δεκαετιών. Η αλλαγή είναι η φύση των πραγμάτων, η ζωή είναι αλλαγή, αλλαγή δεν υπάρχει μόνο στον θάνατο. Ίσως λοιπόν η Τσέλα δεν ήταν πάντα η παραιτημένη της υπόθεσης, ίσως η Τσέλα παραιτήθηκε υπό το βάρος των χρόνων, το βάρος της έκπτωσης από το κοινωνικό και οικονομικό της στάτους, ίσως η Τσέλα δεν μπορεί να βρει πια χαρά ούτε στη σχέση της με την Τσικίτα, ούτε πουθενά. Και όταν ο άλλος κάνει τα πάντα πρακτικά, μπορείς πολύ πιο εύκολα να πεις κι εσύ, ωραία τώρα εμένα με παίρνει να μελαγχολήσω.

Μια αρχαία Μερσεντές που κληρονόμησε κι αυτή η Τσέλα. Πωλείται στο πίσω τζάμι. Η Τσικίτα οδηγούσε, ποιος άλλος; Η Τσικίτα οδηγούσε τη ζωή τους, η Τσικίτα πουλά τη ζωή τους. Δεν μπορείς να οδηγήσεις, δεν κάνει να οδηγήσεις, δεν έχεις δίπλωμα, είναι επικίνδυνο, μη, εσύ δεν, εγώ ναι. Εγώ η δυνατή. Εσύ η αδύνατη. Εγώ που παλιά μπορεί και να ήμουν ο φτωχός συγγενής στη σχέση. Εγώ που παλιά θα το ένιωθα το κόμπλεξ μου για το στάτους σου. Εγώ κι εσύ που ερωτευτήκαμε, αγαπηθήκαμε, δεν μας ένοιαξαν οι συμβάσεις και ζούμε μια ζωή μαζί.

Απροσδόκητα μια ακόμη πλούσια γηραιά γειτόνισσα ζητά από την Τσέλα να της κάνει τον σοφέρ στα χαρτάκια που παίζει με άλλες ακόμη πλούσιες γηραιές φίλες. Το νέο διαδίδεται στους κύκλους των ακόμη πλουσίων και η Τσέλα αρχίζει να οδηγεί και φίλες. Θα βγει και στον αυτοκινητόδρομο. Δεν το έχει κάνει ποτέ, φοβάται, αλλά θα βγει. Η Τσικίτα από τη φυλακή της λέει πόσο ανησυχεί. Η Τσέλα όμως οδηγεί πια.

Και η Τσέλα δεν έχει παραιτηθεί από τη ζωή. Η Τσέλα νιώθει ξανά. Αντί για αντικαταθλιπτικά χαπάκια, η ναρκωτική ευφορία του έρωτα. Του έρωτα; Του ερωτισμού πάντως. Της λαχτάρας για ζωή. Της επιθυμίας. Η Τσέλα δεν πίστευε ότι μπορεί να επιθυμήσει ξανά. Πίστευε ότι όλα όδευαν προς την αργόσυρτη αποσύνθεσή τους. Αν όχι στο τέλος της ταινίας, σίγουρα στο τέλος της ζωής της, η Τσέλα θα χάσει ξανά. Δεν μπορεί να γυρίσει τα ρολόγια πίσω. Ούτε με νεότερα πρόσωπα δίπλα της, ούτε με κανένα άλλο τρικ. Μπορεί όμως να βάλει σε λειτουργία τα ρολόγια ξανά. Μπορεί να ζήσει τώρα. Με επιθυμία και χαρά. Με τον κίνδυνο να προκαλέσει στον αυτοκινητόδρομο πολύνεκρα ατυχήματα. Με φόβο δηλαδή. Και με κάτι ισχυρότερο από φόβο. Με ερωτισμό. Με λαχτάρα για ζωή.