Η ιστορία της ελληνικής Δικαιοσύνης εύλογα ακολουθεί (και παρακολουθεί) την ιστορία της χώρας. Πολλές φορές, όπως συμβαίνει και τώρα, η Δικαιοσύνη βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, στο κέντρο και την καρδιά της δημόσιας συζήτησης και του πολιτικού ανταγωνισμού. Εν μέσω της αναταραχής για τις δίκες ενώπιον του ΣτΕ σχετικά με τις άδειες των καναλιών, αλλά και εν όψει καινοφανών εξελίξεων (ματαιώσεις συσκέψεων δικαστηρίων, παραιτήσεις ανώτατων δικαστικών από την Ένωση Δικαστικών Λειτουργών), πολλοί ζητούν «να αφήσουμε ήσυχη τη Δικαιοσύνη να κάνει απερίσπαστη τη δουλειά της», αλλά η ζωή δεν καταλαβαίνει από τέτοια: κι είναι ακριβώς υποχρέωση των δικαστών να κάνουν απερίσπαστοι τη δουλειά τους, ακόμη κι όταν δεν τους αφήνουμε ήσυχους.

Ας θυμηθούμε λοιπόν μερικές από τις πιο πολυσυζητημένες (για καλό ή για κακό) αποφάσεις ή ενέργειες στην ιστορία της ελληνικής Δικαιοσύνης, εστιάζοντας σε όσες είχαν πολιτικές απολήξεις ή συμπαραδηλώσεις.

 H δίκη του Κολοκοτρώνη

1834: H δίκη του Κολοκοτρώνη

Η πιο ντροπιαστική στιγμή στην ιστορία της ελληνικής Δικαιοσύνης ήρθε νωρίς, λίγα χρόνια μετά την ίδρυση του κράτους. Επί βαυαρικής αντιβασιλείας ο αρχηγός της Ελληνικής Επανάστασης, ο Γέρος του Μωριά συλλαμβάνεται και παραπέμπεται σε δίκη μαζί με τον Δημήτριο Πλαπούτα με την παντελώς αστήρικτη κατηγορία της «συνωμοσίας προς διατάραξη της δημοσίας ασφαλείας». Το νεοσύστατο Βασίλειο της Ελλάδος συλλαμβάνει και φυλακίζει τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον άνθρωπο που ηγήθηκε του αγώνα για τη δημιουργία του (το αντίστοιχο θα ήταν αν οι νεοσύστατες ΗΠΑ φυλάκιζαν των Τζορτζ Ουάσινγκτον, για να έχουμε ένα μέτρο των πραγμάτων). Δυο έντιμοι Έλληνες δικαστές, ο Πολυζωίδης και ο Τερτσέτης, αρνούνται να συνεργήσουν στην πολιτικά υποκινούμενη δίωξη και καταδίκη. Δικάστηκαν αργότερα και οι ίδιοι για απείθεια, επειδή αρνήθηκαν να υπογράψουν την απόφαση καταδίκης του Κολοκοτρώνη, και αθωώθηκαν πανηγυρικά. Η αθώωση τους, ράπισμα στο πρόσωπο της βαυαρικής αντιβασιλείας, ήταν ίσως η εξιλέωση της ελληνικής Δικαιοσύνης για το έγκλημα εις βάρος του Κολοκοτρώνη. Ο Όθωνας, αμέσως μετά την ενηλικίωσή του, απένειμε χάρη στον Κολοκοτρώνη, αφουγκραζόμενος τις αντιδράσεις του λαού (πράγμα που πρέπει να κάνει η πολιτική εξουσία, όχι η δικαστική).

1922: Η δίκη των έξι

Η δίκη των έξι

1922: Η δίκη των έξι

Η εμπλοκή της κυρίως ειπείν ελληνικής Δικαιοσύνης στην περίφημη «δίκη των έξι» έγινε με … έναν αιώνα καθυστέρηση. Η τότε δίκη δεν έγινε από δικαστές αλλά από στρατιωτικούς εν μέσω πολιτικής ανωμαλίας. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εκδηλώνεται κίνημα στο στράτευμα με επικεφαλής τους Πλαστήρα, Γονατά και Φωκά και την εξουσία καταλαμβάνει προσωρινά Επαναστατική Επιτροπή που διώχνει το βασιλιά Κωνσταντίνο (ανεβαίνει στο θρόνο ο γιος του Γεώργιος) και ξεκινά τις διώξεις αντιβενιζελικών που κρίθηκαν υπαίτιοι για τη «μεγαλύτερη συμφορά του Ελληνισμού μετά την άλωση της Πόλης», όπως γράφτηκε τότε.

Η δίκη έμεινε στην ιστορία ως «των έξι» διότι μόνο έξι καταδικάστηκαν σε θάνατο

Ο στρατηγός Πάγκαλος (μετέπειτα δικτάτορας) αναλαμβάνει να κάνει ανακρίσεις και τελικά στέλνει σε έκτακτο στρατοδικείο τρεις πρωθυπουργούς και τέσσερις υπουργούς της περιόδου 1920-1922 μαζί με τον στρατηγό Χατζηανέστη που ήταν διοικητής των δυνάμεων στη Μικρά Ασία. Αν στο άθροισμα σας βγαίνουν οκτώ, έχετε δίκιο: η δίκη έμεινε στην ιστορία ως «των έξι» διότι μόνο έξι καταδικάστηκαν σε θάνατο, οι άλλοι δύο καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Όμως πέραν του ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν τελέσει στην πραγματικότητα «εσχάτη προδοσία» (όπως ομολόγησε κατόπιν και ο ίδιος ο Πάγκαλος αλλά και ο Ελ. Βενιζέλος), το έκτακτο στρατοδικείο ήταν και τυπικά παράνομο: οι κατηγορούμενοι ως υπουργοί έπρεπε να έχουν δικαστεί από το Ειδικό Δικαστήριο που προέβλεπε ο τότε νόμος περί ευθύνης υπουργών, όχι από στρατοδικείο και μάλιστα έκτακτο. Το 2010 ο Άρειος Πάγος ακύρωσε τις καταδίκες μετά από αίτηση απογόνων των καταδικασθέντων. Εκείνη την εποχή όμως, το 1922, το «λαϊκό αίσθημα» (ή ο “σφυγμός της κοινωνίας” όπως το λένε κάποιοι) ζητούσε αίμα και τιμωρία και αν κρίνουμε από τις ιστορικές καταγραφές, μάλλον δέχθηκε με ενθουσιασμό την είδηση της καταδίκης και της εκτέλεσης. Αν αυτό σας θυμίζει Κολοσσαίο και όχι Δικαιοσύνη, μάλλον έχετε δίκιο.

Η δίκη του Νίκου Μπελογιάννη

Η δίκη του Νίκου Μπελογιάννη

1952: Η δίκη Μπελογιάννη

Στην Ελλάδα του ’50 η συμμετοχή στο ΚΚΕ ήταν παράνομη, δυνάμει ενός εμφυλιακού νόμου που απειλούσε με ποινή του θανάτου για όσους συμμετείχαν στο «κόμμα που οργάνωσε την ανταρσία». Το 1951 ο Μπελογιάννης και 11 σύντροφοί του καταδικάστηκαν σε θάνατο από το Έκτακτο Στρατοδικείο με βάση το νόμο αυτό.

Ο βασιλιάς Παύλος δέχθηκε μόνο να μην εκτελεστεί η Έλλη Παππά λόγω του ότι είχε προ ολίγου γεννήσει

Ο τότε πρωθυπουργός Νικόλαος Πλαστήρας βιάζεται να δηλώσει ότι οι εκτελέσεις δεν θα γίνουν. Το παρακράτος δεν δέχεται να αφήσει το πράγμα έτσι και οργανώνει την παραπομπή του Μπελογιάννη και των συντρόφων του σε δεύτερη δίκη, αυτή τη φορά στο Διαρκές (τακτικό) Στρατοδικείο Αθηνών και με την κατηγορία της κατασκοπείας εις βάρος της χώρας. Στην πιο μελανή σελίδα της στρατιωτικής Δικαιοσύνης στην Ελλάδα, ο Μπελογιάννης καταδικάζεται σε θάνατο μαζί με πέντε συντρόφους του: τους Έλλη Παππά, Νίκο Καλούμενο, Δημήτρη Μπάτση, Ηλία Αργυριάδη και Τάκη Λαζαρίδη. Ο βασιλιάς Παύλος αρνήθηκε να δώσει χάρη στους καταδικασθέντες παρά τη διεθνή κινητοποίηση: δέχθηκε μόνο να μην εκτελεστεί η Έλλη Παππά, λόγω του ότι είχε προ ολίγου γεννήσει το γιο του Μπελογιάννη και μετέτρεψε την ποινή του Τάκη Λαζαρίδη σε ισόβια κάθειρξη λόγω του νεαρού της ηλικίας του (ήταν μόλις 20 χρονών). Η καταδίκη και η εκτέλεση του Μπελογιάννη και των συντρόφων του πέρασε στην ιστορία ως μια από τις χειρότερες στιγμές του μετεμφυλιακού κράτους.

Γρηγόρης Λαμπράκης

Γρηγόρης Λαμπράκης

1963: Η ανάκριση και η δίκη για τη δολοφονία Λαμπράκη

Το Μάιο του 1963 ο βουλευτής της ΕΔΑ Γρηγόρης Λαμπράκης δολοφονείται από τους Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη στη Θεσσαλονίκη. Η δολοφονία έχει ενορχηστρωθεί από το παρακράτος, από επίορκους αξιωματικούς του στρατού και της χωροφυλακής που δρουν, όπως πιθανολογείται, ανεξέλεγκτοι από την κυβερνητική εξουσία (εξ ου και το περίφημο “Μα ποιος κυβερνάει επί τέλους αυτόν τον τόπο;” του τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή).

 Η επιείκεια της Δικαιοσύνης στους δράστες σκανδαλίζει την κοινή γνώμη που θεωρεί ότι το παρακράτος προστάτεψε τα παιδιά του

Η ηγεσία της Δικαιοσύνης, με επικεφαλής τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ. Κόλλια (μετέπειτα πρωθυπουργό της χούντας) προσπαθεί να συγκαλύψει τις ευθύνες υψηλά ιστάμενων αξιωματικών. Ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης κάνει έντιμα και ευσυνείδητα τη δουλειά του και απαγγέλλει κατηγορίες όχι μόνο στους δράστες, αλλά και στους ηθικούς αυτουργούς, έναν στρατηγό και πέντε αξιωματικούς της αστυνομίας. Τρία χρόνια αργότερα το Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης απαλλάσσει τους Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη από την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από πρόθεση και τους καταδικάζει για πρόκληση θανατηφόρου σωματικής βλάβης (κοινώς δέχεται ότι δεν είχαν πρόθεση να σκοτώσουν τον Λαμπράκη, αλλά μόνο να τον τραυματίσουν). Οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι πέφτουν στα μαλακά. Η αξιοπρεπής στάση του Σαρτζετάκη (που απολύθηκε με την έλευση της δικτατορίας) καταγράφεται θετικά στη λαϊκή συνείδηση και του εξασφαλίζει αργότερα την προεδρία της Δημοκρατίας (στην οποία όμως η θητεία του απεδείχθη μάλλον μη κολακευτική). Η επιείκεια της Δικαιοσύνης στους δράστες σκανδαλίζει την κοινή γνώμη που θεωρεί ότι το παρακράτος προστάτεψε τα παιδιά του.

1968: Η στάση του ΣτΕ επί δικτατορίας

Η δικτατορία των Συνταγματαρχών στην προσπάθειά της να εδραιωθεί απολύει όλους τους δικαστές που είναι ύποπτοι δημοκρατικών φρονημάτων. Όπως διαβάζουμε στο βιβλίο «Ιστορία (κωμικοτραγική) του ελληνικού κράτους» του Βασίλη Ραφαηλίδη: «Το Συμβούλιο Επικράτειας ακυρώνει όλες τις απολύσεις, διότι η απόφαση της χούντας παραβιάζει καταφάνερα την ισοβιότητα των δικαστών.

Ο Στασινόπουλος μένει στην ιστορία ως υπόδειγμα έντιμου δικαστή και δημοκρατικού πολίτη

Ο πρόεδρος του Συμβουλίου Επικράτειας, ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, ο πρώτος μεταχουντικός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, δεν τρομάζει όταν ο Παπαδόπουλος αυτοπροσώπως του λέει πως θα βρεθούν όλοι προ οδυνηρών εκπλήξεων. Και δεν ανακαλεί την απόφαση, όπως του ζητάει ο δικτάτορας. Ο Παπαδόπουλος τον καλεί να υποβάλει την παραίτησή του. Και ο έντιμος Στασινόπουλος, που είναι και ποιητής, του λέει: “Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και η τιμή μου ως δικαστού, μου επιβάλλουν να αρνηθώ την υποβολή της παραιτήσεώς μου”. Και η χούντα τον θέτει σε κατ’ οίκον περιορισμό». Με αυτήν την ηρωική στάση το ΣτΕ διασώζει την τιμή της ελληνικής Δικαιοσύνης (ο Άρειος Πάγος συνεργάστηκε αρμονικά με τους δικτάτορες) και οι διωχθέντες δικαστές επανέρχονται με τη Μεταπολίτευση στην υπηρεσία τους. Ένας εξ αυτών, ο Γεώργιος Κώνστας γίνεται πρόεδρος του Αρείου Πάγου το 1981. Ο Στασινόπουλος μένει στην ιστορία ως υπόδειγμα έντιμου δικαστή και δημοκρατικού πολίτη.

 Η δίκη των πρωταιτίων του πραξικοπήματος

Η δίκη των πρωταιτίων του πραξικοπήματος

1975: Η δίκη των πρωταιτίων του πραξικοπήματος

Τον Ιούλιο του 1975 το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών καταδικάζει τους πρωταίτιους του απριλιανού πραξικοπήματος. Μεταξύ άλλων, καταδικάζονται σε θάνατο οι Γεώργιος Παπαδόπουλος, Στυλιανός Παττακός και Νικόλαος Μακαρέζος, σε ισόβια κάθειρξη οι Γρηγόριος Σπαντιδάκης, Γεώργιος Ζωιτάκης, Δημήτριος Ιωαννίδης, Νικόλαος Ντερτιλής, Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος και άλλοι και σε μικρότερες ποινές πολλοί ακόμη (Οδυσσέας Αγγελής, Ιωάννης Λαδάς κλπ).

Ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής αποφασίζει να μην εκτελεστούν οι θανατικές καταδίκες

Η δίκη υπήρξε υποδειγματική, προεδρεύοντος του Γιάννη Ντεγιάνη, ενός έντιμου και άξιου δικαστή (μετά την συνταξιοδότησή του εκλέχθηκε βουλευτής επικρατείας με το ΠΑΣΟΚ το 1981). Ο πρωθυπουργός Κ. Καραμανλής αποφασίζει να μην εκτελεστούν οι θανατικές καταδίκες. Οι περισσότεροι από τους πραξικοπηματίες πέθαναν στη φυλακή (Παπαδόπουλος, Ιωαννίδης, Ντερτιλής), άλλοι αποφυλακίστηκαν για λόγους υγείας (Παττακός, Μακαρέζος). Η Δημοκρατία πάντως δεν τους φέρθηκε βάναυσα, ούτε μνησίκακα, αποδεικνύοντας το μεγαλείο της. Ο Θεοφιλογιαννάκος δικάστηκε και στις περίφημες δίκες των βασανιστών (μαζί με τους Μάλλιο, Μπάμπαλη κλπ). Η Δικαιοσύνη κατηγορήθηκε τότε ευρέως ότι υπήρξε αναιτιολόγητα και άδικα επιεικής με τους βασανιστές, πράγμα που επικαλέστηκαν και οι τρομοκρατικές οργανώσεις 17Ν και Ιούνης ’78 όταν πήραν το νόμο στα χέρια τους, δολοφονώντας τους ιθύνοντες του άγους που λεγόταν ΕΑΤ-ΕΣΑ.

Ειδικό Δικαστήριο του 1989

Ειδικό Δικαστήριο του 1989

1989: Το Ειδικό Δικαστήριο του 1989

Η πιο πολύκροτη δίκη της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας ήταν αυτή του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και τριών υπουργών του για το σκάνδαλο Κοσκωτά. Οι αποκαλύψεις για το σκάνδαλο προκαλούν σάλο, ενώ συμπίπτουν με τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη. Βαθύτατη πολιτική κρίση συγκλονίζει τη χώρα και η Δικαιοσύνη καλείται να ασκήσει το έργο της εν μέσω του πιο τεταμένου πολιτικού κλίματος μεταπολιτευτικά. Η παραπομπή του Παπανδρέου θεωρείται από πολλούς ως σκευωρία για να πληγεί το ΠΑΣΟΚ.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου καταγγέλλει τη διαδικασία ως «γελοίο πολιτικό θέατρο» και αρνείται να εμφανιστεί

Διακινείται εντόνως ότι ως και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Κ. Καραμανλής διατυπώνει τη δυσφορία του για την εξέλιξη, ασχέτως της αθωότητας ή ενοχής του Παπανδρέου (του αποδίδεται η περίφημη – και προδήλως λανθασμένη – φράση “οι πρωθυπουργοί δεν πάνε στο δικαστήριο, πάνε σπίτι τους”). Ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου Β. Κόκκινος κατηγορείται από το ΠΑΣΟΚ και τη μερίδα των πολιτών που το στηρίζει ως όργανο της δεξιάς και του «βρώμικου ’89». Ο Ανδρέας Παπανδρέου καταγγέλλει τη διαδικασία ως «γελοίο πολιτικό θέατρο» και αρνείται να εμφανιστεί. Σύμφωνα με την κοινώς παραδεδεγμένη αφήγηση (που δεν έχει βέβαια αποδειχθεί – ούτε θα μπορούσε), ο Κ. Μητσοτάκης παρακαλεί τον πρόεδρο Κόκκινο να μην διατάξει την βίαιη προσαγωγή του Παπανδρέου στο δικαστήριο, καθώς αυτό θα πυροδοτούσε ανεξέλεγκτες πιθανώς αντιδράσεις. Ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου δέχεται. Τελικά ο Ανδρέας Παπανδρέου αθωώνεται και ο Μένιος Κουτσόγιωργας πεθαίνει μεσούσης της δίκης. Οι Τσοβόλας και Πέτσος καταδικάζονται. Παρά το πολεμικό κλίμα, το τέλος της δίκης φέρνει και το τέλος της έντασης και μέσα σε λίγα χρόνια η πολιτική αντιπαράθεση απεμπλέκεται από τη δίνη του σκανδάλου Κοσκωτά.

2003: Η δίκη της 17Ν

Το 2003 η Ελληνική Αστυνομία, με τη συνδρομή των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας, καταφέρνει να εξαρθρώσει την οργάνωση 17Ν μετά από περίπου 30 χρόνια δράσης. Τα μέλη της οργάνωσης παραπέμπονται στη Δικαιοσύνη που κατηγορείται τότε για πολλά. Κατ’ αρχήν κατηγορείται για ανοχή σε παράνομες πράξεις των διωκτικών αρχών, τις οποίες ο Σάββας Ξηρός καταγγέλλει για βασανιστήρια προκειμένου να του αποσπάσουν την ομολογία (η κατηγορία δεν απεδείχθη, ενώ αργότερα το ΕΔΔΑ καταδίκασε την Ελλάδα για τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης του Ξηρού μετά την καταδίκη του, όπου, ενώ ήταν βαριά άρρωστος δεν εξασφαλίστηκε η πρόσβασή του στη δέουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη). Παράλληλα, το Πενταμελές Εφετείο που δίκασε την υπόθεση, με πρόεδρο τον Μ. Μαργαρίτη, κατηγορήθηκε για την άρνησή του να αναγνωρίσει τα εγκλήματα της 17Ν ως πολιτικά και να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο να τα δικάσει (εάν τα εγκλήματα κριθούν ως «πολιτικά», τότε σύμφωνα με το Σύνταγμα πρέπει να δικαστούν από δικαστήριο στο οποίο συμμετέχουν και ένορκοι, όχι μόνο τακτικοί δικαστές). Το Εφετείο δέχθηκε (και ο Άρειος Πάγος αργότερα επιβεβαίωσε) ότι «πολιτικά» μπορούν να είναι μόνο τα εγκλήματα που περιγράφονται στο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα με τίτλο «προσβολές του πολιτεύματος», μια άποψη που συνάντησε ευρεία αντίδραση στη νομική κοινότητα, αλλά και έδωσε λαβή σε εκτεταμένη πολιτική κριτική. Κατά τα λοιπά, η διαδικασία στο ακροατήριο ήταν μάλλον άψογη, αρμόζουσα σε ευνομούμενη δημοκρατική πολιτεία. Οι αρχηγοί της οργάνωσης είναι ακόμη στη φυλακή, ενώ ορισμένα κατώτερα μέλη έχουν ήδη αποφυλακιστεί.