Το 1896, ο Βρετανός ζωγράφος Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ, οπαδός των Προραφαηλιτών καλλιτεχνών και συνεχιστής του έργου τους, στα τέλη της Βικτωριανής εποχής ζωγράφισε τον αριστουργηματικό πίνακα «Ύλας και Νύμφες» ο οποίος βρίσκεται στην Πινακοθήκη Τέχνης στο Μάντσεστερ, υιοθετώντας τα λαμπερά χρώματα και το γυναικείο τύπο των «μοιραίων γυναικών» της προραφαηλιτικής τεχνοτροπίας του Ροσέτι και του ΜπερνΤζόουνς.

Καθώς ο συντηρητισμός και τα ήθη της εποχής δεν επέτρεπαν τη δημόσια έκθεση του γυναικείου γυμνού, ο τρόπος που βρήκαν οι καλλιτέχνες της εποχής να παρακάμψουν τα κοινωνικά ταμπού ήταν η ρεαλιστική απεικόνιση μυθολογικών κυρίως σκηνών, με προκλητικές παρά ταύτα παραστάσεις του γυναικείου γυμνού, που η συντηρητική αγγλική κοινωνία άρχισε βαθμιαία να κάνει αποδεκτές.

Στον πίνακα «Ύλας και Νύμφες» ο Γουότερχάουζ διηγείται τον κλασικό μύθο από την «Οδύσσεια» του Ομήρου: Ο Ύλας ήταν ένας από τους Αργοναύτες, συντρόφους του Ηρακλή. Όταν αποβιβάστηκαν στην Τροία, ο Ύλας βγήκε στη στεριά να βρει νερό κι ανακάλυψε μια πηγή που την κατοικούσαν νύμφες, οι οποίες με την αμβροσία διατηρούνταν πάντα νέες και όμορφες. Οι νύμφες αποπλάνησαν τον όμορφο Ύλα και ποτέ κανείς δεν ξανάκουσε γι’ αυτόν.

Οι νύμφες με μακριά ξέπλεκα μαλλιά στο έργο της πινακοθήκης του Μάντσεστερ,  με προκλητικά στήθη και αισθησιακά πρόσωπα, προσκαλούν τον Ύλα στο βασίλειο των ερωτικών απολαύσεων, ενώ εκθειάζονται οι αχαλίνωτες δυνάμεις της φύσης. Οι έφηβες γυμνές νύμφες που συνδέονται και με μια βικτωριανή ερωτική φαντασίωση, είναι άραγε σήμερα προσβλητικές και ακατάλληλες για το σύγχρονο κοινό;

Ύλας και Νύμφες

Η ερώτηση τέθηκε από την Πινακοθήκη του Μάντσεστερ, αφού αφαιρέθηκε ο πίνακας, ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους της πινακοθήκης αλλά και των προραφαηλιτικών ζωγράφων. Όχι μόνο ο πίνακας, αλλά και οι κάρτες με το έργο που υπήρχαν στο πωλητήριο. Η εξήγηση που δόθηκε από το μουσείο ήταν ότι προέβη σε αυτή την κίνηση «για να προωθήσουμε συνομιλίες για το πώς προβάλλουμε και ερμηνεύουμε τα έργα τέχνης στη δημόσια συλλογή του Μάντσεστερ». Αυτό ωστόσο δεν άρεσε καθόλου στο κοινό, το οποίο έσπευσε και κόλλησε σημειώματα διαμαρτυρίας γύρω από τον κενό χώρο, στον οποίο υπήρχε μέχρι την προηγούμενη μέρα ο πίνακας.

Η επιμελήτρια της Πινακοθήκης Κλερ Γκάναγουει δήλωσε ότι στόχος της απομάκρυνσης του έργου ήταν να προκαλέσει συζήτηση και όχι λογοκρισία, πως οι άντρες καλλιτέχνες απεικόνιζαν τις γυναίκες με ένα συγκεκριμένο τρόπο ως όντα παθητικά και πως οι συζητήσεις γύρω από το Time’s Up και το #MeToo είχαν τροφοδοτήσει την απόφαση.

Η μπερδεμένη απάντηση της επιμελήτριας δημιουργεί δυο ρεύματα. Οι μεν μιλούν για ένα επικίνδυνο προηγούμενο και οι δε κρίνουν την απόφαση πολιτικά ορθή. Όμως αυτού του είδους η πολιτική ορθότητα ασκεί βέτο στις συλλογές έργων τέχνης και μάλιστα σε δημόσιες συλλογές.

Υπάρχουν έργα που με αυτό το σκεπτικό μπορεί να μείνουν για πάντα στις αποθήκες και να μην εκτεθούν στο κοινό. Πόσο σεξιστικά μπορεί να είναι τα έργα του Πικάσο, τα γυμνά του Μοντιλιάνι; Αξίζει να τα δούμε και να τα κρίνουμε ή να μείνουν για πάντα στο σκοτάδι; Μερικά έργα του Γουότερχαουζ, όπως «η Δεσποσύνη του Σάλοτ» που είναι ένα από τα πιο δημοφιλή, με τα αντίγραφά του να βρίσκονται πολύ ψηλά σε πωλήσεις στην Tate Britain, έχουν κατηγορηθεί ότι βρίσκονται πολύ κοντά στην πορνογραφία, κάτι που μπορεί κάποιος να το πει για χιλιάδες διάσημα έργα τέχνης. Μπορεί να είναι τα επόμενα που θα αποκαθηλωθούν; Και πόσο μπορεί τα μουσεία να λογοκρίνουν τα έργα τέχνης για λόγους πολιτικής ορθότητας;

Η Δεσποσύνη του Σάλοτ

Η χειρονομία του μουσείου έρχεται σε μια εποχή στην οποία με πρόσχημα τα δικαιώματα, η λογοκρισία βρίσκει ένα μεγάλο πεδίο άνθησης και ο συντηρητισμός με τον πουριτανισμό βασιλεύουν φορώντας το παλτό της πολιτικής ορθότητας που υπαγορεύει να μην υπάρχει κάτι προκλητικό, επιδιώκοντας να επιβάλλει τη δική του ανάγνωση στην τέχνη. Όταν μια πινακοθήκη κατεβάζει ένα έργο που κάποιος μπορεί να θεωρήσει προκλητικό ή μη προοδευτικό για την εποχή μας, είναι σαν να υιοθετεί με τη σπασμωδική του χειρονομία τη λάθος πλευρά της ιστορίας. Το συγκεκριμένο έργο μετρά περισσότερο έναν αιώνα, πώς είναι δυνατόν να το εξετάζουμε με τα μέτρα της σύγχρονης εποχής;

Η κίνηση της Πινακοθήκης του Μάντσεστερ δε θα είναι η μοναδική. Αυτός μπορεί να είναι ο νέος αυταρχισμός που με πρόσχημα τα δικαιώματα, μας στέλνει πίσω σε ένα καταπιεστικό παρελθόν και στην ουσία καθοδηγεί και ακυρώνει τη δύναμη της δημιουργίας.