Αν οι αμερικάνικες ταινίες που αφορούν τον πόλεμο στο Αφγανιστάν κα τον πόλεμο στο Ιράκ αντανακλούν τόσο την αμερικάνικη εμπλοκή στην πρώτη γραμμή του πυρός όσο και τα ανάλογα χολιγουντιανά μπάτζετ για την αναπαράσταση των πολεμικών τοπίων και των μαχών, μια δανέζικη ταινία σαν την «Απόφαση» αντανακλά την πολύ μικρότερη εμπλοκή της χώρας (διαδραματίζεται το 2003 όταν ακόμα η Δανία συμμετείχε στον πόλεμο του Αφγανιστάν υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ σε συγκριτικά πιο ασφαλείς περιοχές, ενώ από το 2006 άρχισε να συμμετέχει πιο ενεργά), ακόμη όμως αυτής της μικρότερης εμπλοκής η αναπαράσταση είναι φτωχή και με λιγοστά σκηνικά, απαιτώντας από το θεατή πολλή καλή θέληση για την αναστολή της δυσπιστίας του. Η συγκεκριμένη δανέζικη μονάδα της ταινίας λοιπόν διενεργεί περιπολίες και προσπαθεί να κάνει τους ανθρώπους να τους εμπιστευτούν. Ακόμη κι έτσι όμως, δεν έπαυαν να είναι στρατιώτες που βρίσκονταν σε μια χώρα σε πόλεμο, δεν έπαυαν να υπάρχουν κίνδυνοι μεγάλοι: νάρκες εδώ κι εκεί, Ταλιμπάν εδώ κι εκεί.

Παρακολουθούμε παράλληλα τη ζωή του διοικητή της μονάδας και των στρατιωτών του στο Αφγανιστάν, καθώς και τη ζωή της οικογένειάς του στη Δανία. Η γυναίκα του προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τα τρία τους μικρά παιδιά, ενώ όλοι τους περιμένουν να λήξει σε λίγους μήνες η αποστολή του και να γυρίσει σπίτι. Τίποτα συγκλονιστικό δε συμβαίνει στη Δανία, κάτι κάπως πιο ενδιαφέρον συμβαίνει στο Αφγανιστάν, μέχρι να φτάσουμε στη μέση της ταινίας και να συμβεί το μεγάλο γεγονός της, που θα οδηγήσει στη συνέχεια την πλοκή ως το τέλος της. Το πρόβλημα με την «Απόφαση» είναι ότι μπορείς να τη διηγηθείς μέσα σε μια μεγάλη πρόταση, άντε μέσα σε δυο αν δε θες να βάλεις πολλά κόμματα. Μπορείς να διηγηθείς δηλαδή την ουσία της, καθώς όλα τα υπόλοιπα βρίσκονται εκεί για να βρίσκονται. Υπάρχει μια αξιόλογη αρχική κεντρική ιδέα, που απλώνεται σε κοντά δυο κινηματογραφικές ώρες.

Το πρόβλημα με την «Απόφαση» είναι ότι μπορείς να τη διηγηθείς μέσα σε μια μεγάλη πρόταση

Κι όμως έφτασε στην πεντάδα υποψηφιοτήτων για όσκαρ, κι όμως γενικά επαινείται παγκοσμίως από την κριτική κι όμως ο δημιουργός της, ο Τομπάιας Λίντχολμ (δημιουργός του τηλεοπτικού “Borgen”, της «Πειρατείας στον Ωκεανό» και σεναριογράφος του «Κυνηγιού» του Βίντερμπεργκ) είναι κατά βάση σεναριογράφος. Ίσως είμαι υπερβολικά αυστηρός με το έργο, το οποίο, εντάξει, αν καταφέρεις να φτάσεις με σχετική δυσθυμία στο πρώτο του μισό, μετά βλέπεται, αλλά από το βλέπεται ως το είναι και κάτι σημαντικό, υπάρχει τεράστια απόσταση. Γιατί τότε αυτή η αποδοχή; Λόγω του θέματός της. Το οποίο όντως καθόλου δεν το ευτελίζει. Βάζει ένα θέμα προς σκέψη και συζήτηση και το αντιμετωπίζει σοβαρά. Αλλά είναι κι ένα θέμα που θα μπορούσε να τεθεί και με τις μια – δυο προτάσεις. Ο Λίντχολμ μοιάζει να αρκείται στο πόσο αυτοτελώς δυνατό είναι. Και εκ του αποτελέσματος της αποδοχής δεν ήταν ο μόνος που αρκέστηκε σε αυτό.

krigen-still-thumbnail

Τα παιδιά του διοικητή στη Δανία – τα παιδιά στο Αφγανιστάν. Είναι της ίδιας τάξεως παιδιά; Με πόσους τρόπους μπορεί να σκοτώσει κανείς παιδιά; Αν δεχτούμε ότι το να τα σκοτώνεις εσύ με άμεσο δόλο παιδιά είναι χαρακτηριστικό μόνο εντελώς ψυχοπαθών ή εντελώς φανατικών ανθρώπων, πηγαίνουμε στις επόμενες κατηγορίες που είναι να σκοτώνεις παιδιά με ενδεχόμενο δόλο (να γνωρίζεις ότι είναι ενδεχόμενο να σκοτωθούν και να το αποδέχεσαι ως παράπλευρες απώλειες), να σκοτώνεις παιδιά με ενσυνείδητη αμέλεια, να σκοτώνεις παιδιά με απλή αμέλεια. Αυτές είναι μόνο οι κατηγορίες, αυτές που αναγνωρίζουν οι ποινικοί κώδικες; Όχι. Κατ’ αρχάς άλλο ο πόλεμος, άλλο η ειρήνη. Είναι πάρα πολύ ευκολότερο να σκοτώνεις στον πόλεμο. Και παιδιά ακόμη. Αλλά είναι μόνο ο πόλεμος; Πόσο ουσιωδώς διαφορετικό είναι να σκοτώνεις και εν τη δική σου ειρήνη, αδιαφορώντας για τις συνέπειες του πολέμου των άλλων; Πολύ περισσότερο αν ο πόλεμος των άλλων υπήρξε και δικός σου πόλεμος. Το να δίνεις εντολή να κλείνουν τα τείχη και τα σύνορα πόσο διαφορετικό είναι ως αιτία θανάτου παιδιών από το να βομβαρδίζεις μια περιοχή; Κι αυτοί που φεύγουν από τις περιοχές που βομβάρδισες; Τα παιδιά που φτάνουν αυτή τη στιγμή από το Αφγανιστάν τι είναι; Παιδιά που προσπαθούν να ξεφύγουν από τους Ταλιμπάν; Μικροί Ταλιμπάν; Προσφυγόπουλα; Παράτυποι – παράνομοι – λαθρομετανάστες;

Πριν μερικές μέρες ο Ντόναλντ Τράμπ απήγγειλε σε μια συγκέντρωσή του τους στίχους ενός τραγουδιού. Ήταν το “The Snake” του Αλ Γουίλσον: μια ψυχοπονιάρα γυναίκα βρίσκει ένα φίδι παγωμένο και ωχρό, το λυπάται, το παίρνει σπίτι της, το περιθάλπει, το κάνει καλά κι όταν το φίδι αναρρώνει τη δαγκώνει. Εγώ σε έσωσα, γιατί με τσίμπησες, το ρωτά, ξέρεις ότι είναι δηλητηριώδες το τσίμπημά σου κι ότι τώρα θα πεθάνω. Πάψε, ανόητη γυναίκα, ήξερες πολύ καλά ότι είμαι φίδι κι όμως με πήρες. Σε τέτοια επίπεδα έχει φτάσει ο λόγος τού σχεδόν σίγουρου υποψηφίου των Ρεπουμπλικανών, οι μετανάστες είναι φίδια που αν τους βάλεις στον κόρφο σου θα σε τσιμπήσουν γιατί αυτή είναι η φύση τους. Κι αυτός που συμπονά και νομίζει ότι κάνει το καλό είναι αυθεντικά ηλίθιος που θα καταστραφεί από την ηλιθιότητά του.

Η «Ζωούπολη» είναι ένα ανιμέισον της Ντίσνεϊ βγαλμένο από τους εφιάλτες του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς φίδια μπορεί να μην υπάρχουν, υπάρχει όμως μια κοινωνία ζώων πολυπολιτισμική, που συμβαίνει το αδιανόητο, όλοι ζουν μαζί λύκοι και λαγοί, λιοντάρια και πρόβατα, συνυπάρχοντας ειρηνικά, μέχρι που σπέρνεται η αμφιβολία και μετά ο πανικός, καθώς τα αρπακτικά ζώα στοχοποιούνται σαν το φίδι του Τραμπ. Δεν μπορείς να ξεφύγεις από τη φύση σου κλπ. Εμείς τα μη άγρια ζώα που είμαστε η συντριπτική πλειοψηφία των ψηφοφόρων μπορούμε να τους βάλουμε στην άκρη για να είμαστε ασφαλείς. Προφανώς και η ταινία (η οποία, εννοείται, γράφτηκε και ξεκίνησε να γυρίζεται όταν ακόμα δεν υπήρχε Τραμπ στον ορίζοντα) όχι μόνο δε θα πτοήσει τον Τραμπ, αλλά αντίθετα θα μπορούσε κάλλιστα ο ίδιος ο Τραμπ να την επικαλεστεί εξίσου θριαμβευτικά, όπως επικαλέστηκε τους στίχους του τραγουδιού, λέγοντας βάλε μια αληθινή αλεπού κι έναν αληθινό λαγό στο ίδιο μέρος ή ένα αληθινό λιοντάρι κι ένα αληθινό πρόβατο και δες τι έχει να γίνει. Και επί του κυριολεκτικού θα είχε και δίκιο. Επί του μεταφορικού είναι θέμα ιδεολογικής προσέγγισης: είναι οι μετανάστες και οι πρόσφυγες φίδια που θα σε δαγκώσουν; Όπως τα ζώα είναι δέσμιοι της φύσης τους, έτσι και οι άνθρωποι είναι δέσμιοι της εθνικής τους προέλευσης ή της θρησκευτικής τους πίστης; Οι κοινωνίες πρέπει να είναι καθαρές, χωρίς προσμείξεις, τα λευκά προτεσταντικά ζώα από εδώ, τα υπόλοιπα κάπου αλλού; Βλέπουμε λοιπόν δυο περιπτώσεις τέχνης, όπου στη μια ένας πολιτικός αλλοιώνει το μήνυμα ενός τραγουδιού για να σπείρει τον ρατσισμό και στην άλλη ένα ανιμέισον προσπαθεί να πει ότι δεν είμαστε οι ταμπέλες μας και ότι πρέπει να κοιτάμε πέρα από αυτές.

Zootopia-2016-after-credits-hq

Η λαγουδίνα Τζούντι Χοπς θέλει να ξεπεράσει τις προσχηματισμένες ιδέες και αντιλήψεις για το τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει ένας λαγός και γίνεται αστυνομικίνα. Όλοι της λένε δεν μπορείς, δεν είσαι για αυτά, εσύ είσαι λαγός, αλλά εκείνη θέλει να αποφασίσει η ίδια για τον εαυτό της. Προκαταλήψεις από το σπίτι, προκαταλήψεις ακόμη κι όταν τα καταφέρνει και τελειώνει πρώτη στη σχολή της στο επαγγελματικό της περιβάλλον. Ο Νικ Γουάιλντ είναι μια αλεπού που είχε να αντιμετωπίσει παρόμοιες προκαταλήψεις, μέχρι που πήρε τον άλλο δρόμο και είπε πως αφού όλοι αυτό σκέφτονται για μένα, τότε γιατί να προσπαθώ. Τώρα μαζί με την Τζούντι θα το πάρει κι αυτός αλλιώς προσπαθώντας να λύσουν ένα μεγάλο αστυνομικό μυστήριο.

zootopia-09

Ένα ερώτημα είναι αν τέτοιου είδους ταινίες καλών ιδεολογικών προθέσεων περνάνε αποτελεσματικά τα μηνύματά τους ή αν αυτό τελικά συμβαίνει σε πολύ μικρότερο βαθμό. Θα έλεγα ότι δεν έχει και τόσο σημασία. Γιατί δεν είναι στρατευμένη τέχνη, είναι κατ’ αρχάς ψυχαγωγία. Περνούν δεν περνούν τα μηνύματα, η ψυχαγωγία μένει. Και στην περίπτωση της «Ζωούπολης» είναι μια ψυχαγωγία εξαιρετική και για ενήλικους. Στο σινεμά σε δυο σκηνές τα δυνατότερα γέλια ήταν των γονιών παρά των παιδιών. Κι αν στη μία ήταν πιο δικαιολογημένο γιατί υπήρχε μια υπέροχη αναφορά στο «Νονό» την οποία τα παιδιά δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν (ή θα την καταλάβουν ίσως αργότερα όταν μεγαλώνοντας πρωτοδούν το «Νονό») η άλλη (η σκηνή με τους βραδύποδες) είναι σκηνή κωμικής ανθολογίας για κάθε είδος κινηματογράφου, ενήλικου και ανήλικου: παίζει ακριβώς με τους χρόνους και τις προσδοκίες σου. Βασίζεται στο χρόνο και αξιοποιεί το χρόνο.

Όπως λέει ευφυέστατα μια άλλη σκηνή, πριν πούμε τίποτα άλλο ας δούμε ότι υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο. Στην ταινία υπήρχε όντως ένας ελέφαντας. Έξω από αυτή ο ελέφαντας μιλάει για φίδια που δαγκώνουν, κλείνει σύνορα, βομβαρδίζει στον πόλεμο, ανατινάσσει τρομοκρατικά πόλεις.