Ως ένα φίλτρο για να δούμε -και να ερμηνεύσουμε;- την «ελληνική περίπτωση» σκηνοθέτησε ο Γιάννης Χουβαρδάς την αισχυλική Ορέστεια· δεν ξέρω αν ο σπόρος φυτεύτηκε κατά την ενασχόλησή του, δυο-τρία χρόνια νωρίτερα, με το «Πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» -τη μεταγραφή της αισχυλικής τριλογίας από τον Ευγένιο Ο’ Νηλ στα χρόνια του αμερικάνικου εμφυλίου-, πάντως με την παράστασή του ο Χουβαρδάς προτείνει, με τη σειρά του, μια μετατόπιση του έργου στη νεότερη πολιτική ιστορία της Ελλάδας, με επίκεντρο τα πρώτα μεταπολεμικά και εμφυλιακά χρόνια.

Πάνω σε αυτόν τον άξονα, η δράση μεταφέρεται στα χρόνια του ’40, το παλάτι του Αγαμέμνονα γίνεται ένα αστικό σαλόνι της εποχής, η δράση ντύνεται με μουσική από βαλς και πολεμικά εμβατήρια, ο Χορός (των γερόντων του «Αγαμέμνονα» και των γυναικών των «Χοηφόρων») γίνονται οι, αμήχανοι παρατηρητές των γεγονότων, επισκέπτες της οικίας.

«Ορέστεια», Γιάννης Χουβαρδάς

Το φίλτρο -όπως κάθε φίλτρο- ξεκαθαρίζει την οπτική, περιορίζει όμως το όλον, εστιάζοντας στο συγκεκριμένο. Ειδικά οι πρώτες σκηνές της παράστασης ξεγελούν- ή, μήπως, σαμποτάρουν, την ίδια τη σκηνοθετική πρόθεση; Δημιουργούν την εντύπωση πως παρακολουθούμε ένα οικογενειακό δράμα. Χρειάζεται να εισέλθει ο Κήρυκας (Ιερώνυμος Καλετσάνος) και, έπειτα, ο Αγαμέμνονας (Νίκος Κουρής) για να λειτουργήσει η αναγωγή -και το σκηνοθετικό σχόλιο- πάνω στη ζητούμενη ιστορική και πολιτική συνθήκη. Αλλά κι αυτή δεν κρατάει για πολύ. Οι «Χοηφόρες» που ακολουθούν είναι διαβασμένες κυρίως πάνω σε μια ψυχαναλυτική/φροϋδική ανάγνωση των σχέσεων Ορέστη-Ηλέκτρας και Ορέστη-Κλυταιμνήστρας: την επανένωση των δύο αδερφών έρχονται να επισφραγίσουν ένας δικός τους κώδικας χειρονομιών, σαν παιδικό παιχνίδι, και ένα βαλς, ενώ στη σκηνή της Κλυταιμνήστρας και του Ορέστη κυριαρχεί η υφέρπουσα ατμόσφαιρα του οιδιπόδειου συμπλέγματος.

Η σκηνική συνθήκη, παρ’ όλ’ αυτά, είναι συνεπής σε μια βασική σκέψη: ένας οίκος κλυδωνίζεται, όχι ερήμην της Ιστορίας έξω από αυτόν, ούτε ερήμην του παρελθόντος που γέννησε το κακό. Ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται σκηνικά ο μύθος ευνοεί τον περιορισμό του στο επίπεδο μιας ιδιωτικής ιστορίας, ιδιαίτερα αφού καταργούνται τα χορικά και ο Χορός αποδίδεται ως άτομα που βρίσκονται μέσα στην ίδια με τους υπόλοιπους ιδιωτική συνθήκη και όχι ως μια συλλογική φωνή απέναντί τους· από την άλλη, οι οπτικές και μουσικές αναφορές στην Ελλάδα επιθυμούν να λειτουργήσουν σαν υπενθύμιση, όχι πάντα ιδιαίτερα ισχυρή: αυτός ο οίκος είναι η Ελλάδα, αυτή η ιστορία είναι η ιστορία μας.

«Ορέστεια», Γιάννης Χουβαρδάς

Το μεγάλο ερώτημα είναι: τι κάνουμε, λοιπόν, με τα του οίκου μας; Ο Αισχύλος έκλεισε την τριλογία του με την επίτευξη μιας κοσμοϊστορικής αλλαγής. Η δίκη του Ορέστη ως αφορμή ίδρυσης του Άρειου Πάγου μεταθέτει τη συζήτηση από την αθώωση ενός μητροκτόνου στην αλλαγή μιας κοινωνίας, μέσα από τη σύγκρουση αρχαϊκών και νέων νόμων, αυτοδικίας και θεσμοθετημένης δικαιοσύνης.

«Ορέστεια», Γιάννης Χουβαρδάς

Στην κατά Χουβαρδά «Ορέστεια» η οπτική φαίνεται να στρέφεται στην απόρριψη της αισχυλικής θέσης, έτσι όπως υπερβολικά, στο όριο του γελοίου, διαβάζονται οι ρόλοι του Απόλλωνα (ο Νίκος Ψαρράς τον υποδύεται φορώντας λαμέ κοστούμι), της Πυθίας (στο ρόλο η Άλκηστη Πουλοπούλου επίσης στα λαμέ και οδηγούμενη σε ερμηνευτικές υπερβολές που είχε αποφύγει κατά τον -πιο επικίνδυνο- ρόλο της Κασσάνδρας) και των Ερινύων/Ευμενίδων (που φέρνουν σε χορωδία goth ιερέων). Εικάζω πως η αισθητική αντίθεση που δημιουργεί η δωρική παρουσία της Αθηνάς (Στεφανία Γουλιώτη) είναι ακριβώς σκηνοθετική επιθυμία να ξεχωρίσει η φιγούρα της θεάς, όμως δεν νομίζω πως η πρόθεση καταφέρνει να επιπλεύσει μέσα στο αλλοπρόσαλλο σύμπαν που στήνεται επί σκηνής. Δεκτός και ο πεσσιμισμός του σκηνοθέτη για τη δική μας αλλαγή που φαίνεται να αργεί, θεωρώ, όμως, πως η ανάγνωση που επιφύλαξε στις «Ευμενίδες» αποτελεί βασική αστοχία ως προς το ζητούμενο του έργου. Εξάλλου, και εικαστικά το τρίτο μέρος φαίνεται να ανήκει σε άλλη παράσταση. Δεν εννοώ, φυσικά, πως έπρεπε να ακολουθηθεί η προηγούμενη σκηνογραφική/ενδυματολογική γραμμή, αντιθέτως η αλλαγή μπορεί να θεωρηθεί και επιβεβλημένη, όμως η όψη των «Ευμενίδων» χαρακτηρίστηκε από μια ανυπόφορη κακογουστιά – ως σχόλιο άραγε για κάτι;

Πάντως, η παράσταση δεν φαίνεται να εξαντλείται με την πρώτη· ανοίγει θέματα για συζήτηση που σε παρακινούν να την ξαναδείς, ειδικά σε ευνοϊκότερες συνθήκες κλειστού -ή μικρότερου- χώρου, κι αυτό δεν είναι αμελητέο.

Σχετικά άρθρα:

“Ξεκίνησαν οι πρόβες της «Ορέστειας» στην Επίδαυρο”

“Ξεκίνησαν οι παραστάσεις στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου”, από την  Έλενα Γαλανοπούλου