Για τον Ορέστη Ανδρεαδάκη το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης είναι «ο τόπος που μεγάλωσε». Εδώ και λίγους μήνες είναι ο νέος διευθυντής του και όλοι ομολογούν ότι «ο Ορέστης είναι άνθρωπος της δουλειάς» και ότι «με τον Ορέστη, τα πράγματα πάνε καλύτερα». Ο ίδιος βρίσκεται σε γνώριμα νερά με πολλές προκλήσεις, οικονομικές δυσκολίες, αλλά αποφεύγει τη γκρίνια. «Κανένας δεν έχει χρήματα, οπότε δε γίνεται να διαμαρτυρηθούμε μόνο εμείς», μου λέει χαμογελώντας πριν καλά καλά ξεκινήσουμε τη συζήτηση, όταν τον ρωτώ αν θα μιλήσουμε για τα οικονομικά. Τον ενδιαφέρει περισσότερο να διευρύνει τις δραστηριότητες του Φεστιβάλ και να το συνδέσει με την πόλη που το φιλοξενεί και με αυτό ξεκίνησε η συζήτησή μας.

«Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου δεν είναι δέκα μέρες το Νοέμβριο και άλλες τόσες το Μάρτιο»

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου δεν είναι δέκα μέρες το Νοέμβριο και άλλες τόσες το Μάρτιο, λέει, είναι μια ετήσια δραστηριότητα. Έχουμε δυο κινηματογράφους και άλλες δυο αίθουσες που πήραμε στο λιμάνι, ένα Μουσείο Κινηματογράφου, μια Ταινιοθήκη και όλα πρέπει να δουλεύουν συνεχώς, να συμβάλλουν στον πολιτισμό και στην καθημερινότητα της πόλης. Αυτό ήταν το πρώτο που κάναμε. Το μουσείο είναι ενεργό, έρχονται χιλιάδες μαθητές, κάνουμε εκπαιδευτικά προγράμματα, αναπτύσσουμε τη συμμετοχή του κόσμου με δωρεάν προβολές και θέλουμε να επεκταθούμε και γύρω από την πόλη, στα προάστια και στους νομούς της Κεντρικής Μακεδονίας».

Σε σχέση με τον κόσμο του κινηματογράφου, τι είναι αυτό που σας ενδιαφέρει περισσότερο;
Να ξανακερδίσουμε την εμπιστοσύνη του κινηματογραφικού κόσμου. Το 2009 δημιουργήθηκε το κίνημα των «Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη» και από εκεί και ύστερα δημιουργήθηκε μια δυσπιστία των Ελλήνων επαγγελματιών του κινηματογράφου προς το φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Και μια αλυσίδα παρεξηγήσεων. Εμείς μιλήσαμε με όλους τους φορείς του κινηματογραφικού κόσμου, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό δημιουργών, σκηνοθετών, παραγωγών, με προσωπικότητες, μαζέψαμε όλες τις ιδέες τους και κάναμε αυτό που λέει ο νόμος. Δημιουργήσαμε το φεστιβάλ ελληνικού κινηματογράφου μέσα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το οποίο θα υποδέχεται όσες ελληνικές ταινίες είναι έτοιμες. Αυξήσαμε τις ελληνικές ταινίες στο διεθνές διαγωνιστικό από δυο σε τρεις και δημιουργήσαμε νέα ανεξάρτητα βραβεία. Φτιάξαμε και ένα γραφείο δικτύωσης των Ελλήνων με τους ξένους, για να έχουν εξειδικευμένη επαφή με τους ξένους καλεσμένους μας.

Ορέστης Aνδρεαδάκης

Υπάρχει κάποιος τομέας που θέλετε να ενισχύσετε;
Ναι, θέλουμε να ενισχύσουμε το διεθνή χαρακτήρα του φεστιβάλ. Έχει καταφέρει το φεστιβάλ, από την αρχή που το ίδρυσε ο Μισέλ Δημόπουλος και άνοιξε αυτό το δρόμο, η Δέσποινα Μουζάκη που του έδωσε μια λάμψη και άνοιξε το τμήμα της αγοράς, -το πιο δυναμικό τμήμα- και ο Δημήτρης Εϊπίδης ο οποίος στην πραγματικότητα μας έμαθε να διαλέγουμε ταινίες και να αγαπάμε το καλό σινεμά, χάρη σε αυτούς, να έχει ένα τεράστιο κύρος. Θα σας πω ένα παράδειγμα. Όταν πήγα στις Κάννες την ημέρα που είχε αποφασίσει το Δ.Σ. το διορισμό μου και το είχαν γράψει τα ξένα περιοδικά, μου έκανε εντύπωση πως ερχόντουσαν οι ξένοι στο περίπτερο το ελληνικό για να πούνε μια καλή κουβέντα, όχι για μένα, αλλά για το φεστιβάλ, με θαυμασμό και εκτίμηση. Αυτό θα πρέπει να το ενισχύσουμε.

«Δεν μπορούμε να μας συγκρίνουμε με τη Γαλλία που ανακάλυψε το σινεμά»

Αν σας ζητήσω να μου περιγράψετε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τι θα λέγατε;
Είναι ένα μεγάλο φεστιβάλ που έχει λάμψη και παίζει σημαντικό ρόλο στο δίκτυο των φεστιβάλ σίγουρα σε όλη τη νοτιοανατολική Ευρώπη και αρκετά μέσα στα φεστιβάλ της υπόλοιπης. Είναι ένα μεσαίο φεστιβάλ, αλλά με πολύ ισχυρή σχέση με τα άλλα μεσαία φεστιβάλ. Δεν πρόκειται να γίνει ποτέ Κάννες, δεν πρόκειται να γίνει Βερολίνο, Βενετία και είναι και λάθος να το συγκρίνουμε με αυτά τα φεστιβάλ. Είναι δυνατόν να συγκρίνουμε την ανύπαρκτη ελληνική αυτοκινητοβιομηχανία με τη Μερσεντές; Μπορούμε όμως να έχουμε ένα πολύ καλό φεστιβάλ, να βοηθά τον ελληνικό κινηματόγραφο, να βοηθά τον πολιτισμό, να δίνει ελπίδα και χαρά στον κόσμο που έρχεται και να έχει μια συνεχή παρέμβαση στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Όλα είναι ταυτόχρονα εφικτά και δύσκολα και τα προσπαθούμε όλα μαζί.

Ας μιλήσουμε για την ελληνική παραγωγή.
Φέτος θα έχουμε περισσότερες από είκοσι ταινίες. Μια παραγωγή είκοσι ταινιών σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, είναι κάτι που το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Έχουμε νομίζω 26 ταινίες μεγάλου μήκους, είναι περίπου όλη η ελληνική παραγωγή της χρονιάς. Κάποιες έσκισαν στις αίθουσες και αν αθροίσεις τα εισιτήριά τους είναι σχεδόν ένα εκατομμύριο, μπορεί και παραπάνω. Φέτος το «Άφτερλωβ» του Στέργιου Πάσχου βραβεύτηκε στο φεστιβάλ του Λοκάρνο, στο τέταρτο μεγαλύτερο φεστιβάλ στον κόσμο. To «Park» της Σοφίας Εξάρχου κέρδισε το βραβείο νέων σκηνοθετών στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν. Πότε ξανάδαμε μέσα σε μια χρονιά να πάρουν δυο σημαντικότατα βραβεία δυο πολύ νέοι άνθρωποι; Τι άλλο θέλουμε; Για παράδειγμα το Βέλγιο και οι χώρες με αντίστοιχους πληθυσμούς δεν είχαν σημαντικότερες επιτυχίες. Δεν μπορούμε να μας συγκρίνουμε με τη Γαλλία που ανακάλυψε το σινεμά.

H αφίσα του φετινού Φεστιβάλ από τον Δημήτρη Παπάζογλου

H αφίσα του φετινού Φεστιβάλ από τον Δημήτρη Παπάζογλου

Θα μου πείτε κάτι που είναι δύσκολο, αλλά σας κάνει και υπερήφανο;
Είμαι πιο περήφανος για τη συνεργασία που έχουμε πετύχει με όλους τους εργαζόμενους του φεστιβάλ. Από την αρχή και η Ελίζ Ζαλαντό κι εγώ, θέλαμε να αντιμετωπίσουμε το φεστιβάλ σαν μια συλλογική διαδικασία. Γι’ αυτό το φεστιβάλ του Νοεμβρίου θα έχει υπεύθυνο προγραμματισμού τον Γιώργο Κρασσακόπουλο, ένα στέλεχος του φεστιβάλ που έχει μεγάλη πείρα, με τον οποίο ξεκινήσαμε μαζί τις Νύχτες Πρεμιέρας πριν από 22 χρόνια. Στο φεστιβάλ του Μαρτίου υπεύθυνος θα είναι ο Δημήτρης Κερκινός. Στην αγορά  η Γιάννα Σαρρή. Έτσι δημιουργούμε ομάδες και φτιάχνουμε το φεστιβάλ με τρόπο διαφορετικό από ότι γίνονται άλλα φεστιβάλ ή διοργανώσεις.

Ποιες δυσκολίες έχει αυτό το μοντέλο;
Είναι πιο δύσκολο, όπως και η δημοκρατία είναι ένα δύσκολο πολίτευμα, αλλά είναι το καλύτερο πολίτευμα. Προφανώς το πιο εύκολο είναι το να είσαι απόλυτος μονάρχης και να αποφασίσεις ό,τι θες. Η δημοκρατία είναι και δύσκολη, γιατί κάθε τόσο πρέπει να σε ψηφίζουν και να συνεργάζεσαι συνέχεια με πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους. Ακόμα και αν υπάρχουν δυσκολίες, με αυτό τον τρόπο είναι ο καλύτερος τρόπος.

Ντοκιμαντέρ «90 χρόνια ΠΑΟΚ – νοσταλγώντας το μέλλον» του Νίκου Τριανταφυλλίδη

Ντοκιμαντέρ «90 χρόνια ΠΑΟΚ – νοσταλγώντας το μέλλον» του Νίκου Τριανταφυλλίδη

Ποια είναι η προβολή που περιμένεις πιο πολύ φέτος;
Η προβολή που περιμένω πιο πολύ από όλες στο φεστιβάλ, χωρίς να θέλω να αδικήσω τις ταινίες, είναι κάτι προσωπικό, είναι η τελευταία ταινία του Νίκου Τριανταφυλλίδη για τον ΠΑΟΚ. Είναι το ντοκιμαντέρ που γύριζε όσο ήταν άρρωστος, το μόνταρε, σχεδόν το ολοκλήρωσε και άφησε λεπτομερείς οδηγίες στη σύντροφό του, σκηνοθέτη Μαρίνα Δανέζη, η οποία το ολοκλήρωσε και τώρα θα το προβάλλουμε σε μια ειδική τελετή στη Θεσσαλονίκη. Ο Νίκος, εκτός από σημαντικός κινηματογραφιστής και άνθρωπος που έπαιξε ρόλο, όχι μόνο στον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά και τη διαμόρφωση μιας ολόκληρης κουλτούρας της γενιάς μας, ήταν φανατικός Παοκτζής και Θεσσαλονικιός. Είναι η προβολή που περιμένω πιο πολύ απ όλα.

«Μια παραγωγή 20 ταινιών σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον»

Αν πάει κάποιος για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη τι θα του προτείνεις να κάνει για να μπει στο κλίμα;
Προτείνω σε κάποιον που φτάνει πρώτη φορά στο φεστιβάλ, να πάει και να πάρει το ωρολόγιο πρόγραμμα και μετά να κοιτάξει στο λιμάνι, την πλατεία Αριστοτέλους, την προβλήτα, σε κάποιο από τα καφέ να βρει ένα πηγαδάκι, μια παρέα με ανθρώπους του σινεμά και να αρχίσει να ζυμώνεται μαζί τους για να βγάλει το πρόγραμμά του. Έτσι κάνουμε κι εμείς όταν πηγαίνουμε πρώτη φορά σ’ ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ, γιατί τις ταινίες  στο κάτω-κάτω της γραφής μπορείς να τις βρεις σπίτι σου κατεβάζοντάς τες νόμιμα ή παράνομα, αλλά το να πάρεις το πρόγραμμα και να ακούσεις τι γίνεται και να πας σε μια άλλη ταινία και να διαφωνήσεις ή να συμφωνήσεις, μόνο έτσι μπορείς να το ζήσεις.

Υπάρχει ακόμα αυτός ο τζόγος στη Θεσσαλονίκη;
Ευνοεί η πόλη όλη αυτή την κουβέντα γιατί είναι μια πόλη που ζει πολύ έξω. Έχει καταφέρει επίσης η Θεσσαλονίκη να κρατάει χαμηλά τις τιμές της, οπότε ο κόσμος βρίσκεται εκεί και στις πλατείες και στους δρόμους υπάρχουν παρέες όλων των ηλικιών και των φυλών της πόλης. Αυτό είναι το φεστιβάλ.

Υπάρχει κάποια ιστορία από τις πολλές που υπάρχουν που σου έκανε μεγάλη εντύπωση;
Αυτό το τελευταίο που θυμάμαι πάρα πολύ έντονα είναι πως ο Τζιμ Τζάρμους, που ήταν πρόπερσι καλεσμένος, βγήκε από το Ολύμπιον για να πάει απέναντι στο ξενοδοχείο Ηλέκτρα που έμενε και αυτή την απόσταση των 150 μέτρων την έκανε νομίζω σε τρία τέταρτα, γιατί τον σταμάταγαν όλοι και αυτός καθόταν και μιλούσε με όλους και δεν απαντούσε μόνο, αλλά ρωτούσε και αυτός, υπέγραψε ό,τι αυτόγραφα του δώσανε και δεν είχε την αλαζονεία του σταρ «αφήστε με και πάω». Είναι ένας άνθρωπος που έχει γεννηθεί στα φεστιβάλ και εκεί είχε μια αληθινή επαφή με το κοινό που βλέπει τις ταινίες του.

Και η πιο συγκινητική ιστορία σου;
Πέρσι η κόρη μου η Χλόη που το 1994 ήταν δυο χρονών όταν δούλευε η μητέρα της στο φεστιβάλ και ίσα -ίσα που περπατούσε, πέρσι ήταν εθελόντρια στα 24 της και μάζευε τις ψήφους για το βραβείο κοινού και φορούσε τη μπλούζα του εθελοντή και αυτό είναι για ‘μένα το πιο συγκινητικό.

Info: 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης | Από 3 έως 13 Νοεμβρίου 2016

Σχετικά  άρθρα:

– Με Τζιμ Τζάρμους ανοίγει αυλαία το 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

– 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Τα highlights της φετινής διοργάνωσης

– Το ΦΚΘ συμπράττει με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο και φέρνει το Locarno Industry Academy International στη Θεσσαλονίκη

90 χρόνια ΠΑΟΚ – νοσταλγώντας το μέλλον: Η τελευταία αφιέρωση του Νίκου Τριανταφυλλίδη στο 57ο ΦΚΘ