Dear Harold,

Ξέρω ότι δεν μιλάς ελληνικά, αλλά είμαι βέβαιος πως θα με συγχωρέσεις που σου γράφω σε μια άγνωστη για σένα γλώσσα, αφού είναι για καλό σκοπό. Και η βεβαιότητά μου ενισχύεται από έναν επιπλέον λόγο, ότι δηλαδή γνωρίζεις πολύ καλά να χειρίζεσαι άγνωστες γλώσσες, αφού τα έργα σου, ακόμα και μεταφρασμένα, μοιάζουν σαν να είναι γραμμένα σε μια άγνωστη γλώσσα. Μια γλώσσα απολύτως δική σου, εντελώς επινοημένη από σένα.

Και ακριβώς αυτό θέλω να σου εκμυστηρευτώ, dear Harold, ότι όλους αυτούς τους μήνες που πατάμε, η ομάδα μου κι εγώ, το έδαφος των «Παλιών καιρών» σου, αυτό παραμένει πεισματικά ομιχλώδες (γοητευτικά ομιχλώδες, δεν λέω) και επτασφράγιστο, μεταβαλλόμενο και μετατοπιζόμενο, σαν κινούμενη άμμος.

Βέβαια κάποια στιγμή ανακαλύψαμε ότι μάλλον αυτό ακριβώς επιδιώκεις, ότι παίζεις μαζί μας (και με το κοινό, εννοείται) το παιχνίδι των αντικατοπτρισμών στην έρημο, αλλά όπως φυσικά ξέρεις πολύ καλά, η ανθρώπινη περιέργεια, η ανάγκη για εξερεύνηση του αγνώστου και εξήγηση των μυστηρίων του (το γνωστό κυνήγι της “αλήθειας”) είναι ακαταμάχητη.

Κι έτσι πέσαμε στην αριστοτεχνικά στημένη παγίδα σου. Η συνέχεια αυτής της ιστορίας, που είμαι σίγουρος πως θα την έχεις ακούσει άπειρες φορές, ίσως έχει ένα κάποιο ενδιαφέρον.

Αφού περιπλανηθήκαμε άσκοπα στις ατελεύτητες διαδρομές που συνεχώς απλώνονταν μπροστά μας προσπαθώντας χωρίς αποτέλεσμα να βρούμε την άκρη του νήματος, πέσαμε εξαντλημένοι να κοιμηθούμε μέσα στον λαβύρινθό σου. Κι ελπίζοντας ότι έτσι θα μπορούσαμε τουλάχιστον να ονειρευτούμε την απόδρασή μας. Και ως προς το θέμα απόδραση δεν μπορώ να πω κάτι σίγουρο, όμως μάλλον θα πρέπει να ονειρευτήκαμε.

Γιατί, ώ του θαύματος, dear Harold, ο λαβύρινθος μεταμορφώθηκε μέσα στον ύπνο μας σε υπέροχες, καταπράσινες αλέες, μικροσκοπικά, δαντελωτά δρομάκια και διάπλατες, ανοιχτόκαρδες λεωφόρους, που μας οδηγούσαν στις ευρύχωρες πλατείες της μνήμης.

Κι εκεί, σ’ αυτές τις θεόρατες ανοιχτωσιές με τα απόκρυφα αλλά πολύβουα καφέ, συναντήσαμε όλους τους ήρωές σου και όλες τις ιστορίες σου ταυτόχρονα. Και πια δεν μας ένοιαζε ποιος είχε πει ποια, ούτε αν η μία είχε συμβεί στην πραγματικότητα και η άλλη όχι.

Γιατί όλες ανήκαν σε όλους. Και όλες είχαν συμβεί.

Όταν ξυπνήσαμε, ήταν ήδη ώρα για χτυπήσει το τρίτο κουδούνι.

Dear Harold,

Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις τι εννοώ. Αλλά είμαι βέβαιος πως ακόμα κι αν καταλάβαινες, δεν θα μου το έλεγες. Κι έτσι θα ήταν, φυσικά, πολύ καλύτερα.

Info:

Ο Γιάννης Χουβαρδάς σκηνοθετεί το έργο «Παλιοί Καιροί» του Χάρολντ Πίντερ στο Θέατρο Τέχνης