Η Γη έχει εγκαταλειφθεί και το ανθρώπινο είδος έχει αναζητήσει καταφύγιο στο διάστημα. Τρεις αρχαιολόγοι του μέλλοντος επιστρέφουν, για να αναζητήσουν την πηγή ενός μυστηριώδους πεντάτονου σήματος που εκπέμπεται από τη Γη.

Αυτή είναι, πολύ συνοπτικά, η υπόθεση του “Third Kind”, της νέας ταινίας μικρού μήκους του Γιώργου Ζώη, της οποίας το σενάριο συνυπογράφει με την Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη. Η ταινία κάνει πρεμιέρα στις 12 Μαΐου στην Εβδομάδα Κριτικής, στο τιμητικό τμήμα Ειδικών Προβολών του 71ου Φεστιβάλ Καννών. Η ταινία γυρίστηκε το προηγούμενο καλοκαίρι στο παλιό αεροδρόμιο του Ελληνικού, που είχε μόλις εκκενωθεί από τους πρόσφυγες.

Τo «Third Kind» είναι η τέταρτη μικρού μήκους ταινία του Γιώργου Ζώη, μετά το «Casus Belli», το «Τίτλοι Τέλους» και την «8η Ήπειρο» που έκαναν και τα τρία, όπως και η μεγάλου μήκους ταινία του, το «Interruption». την πρεμιέρα τους στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Με τον Ζώη έχουμε ιστορικό στις συνεντεύξεις. Δεν τις σκηνοθετεί εκείνος, αλλά εγώ, γι’ αυτό πάντα είναι στα πιο απίθανα και ακατάλληλα σημεία: Όταν είχα πρωτοδεί το Casus Belli (και είχα εντυπωσιαστεί), τον πέτυχα σε ένα παγκάκι έξω από το Πάρκο Βενιζέλου. Τώρα η συνέντευξή μας έγινε μέσα στο τραμ. Διαδρομή Σύνταγμα-Βούλα.

Πώς γίνεται και οι ταινίες σου κάνουν πρεμιέρα και συμμετέχουν στα μεγάλα διεθνή φεστιβάλ – Βενετία, Ρότερνταμ, Κάννες;
(γέλια) Νομίζω ότι είναι συγκυρία, είναι τυχαίο. Παράλληλα όμως, μετά από αρκετά χρόνια, ξέρουν τη δουλειά σου, τους αρέσει, τους ταιριάζει θεματικά και κάποιοι εκεί έξω περιμένουν να τη δουν.

Οι δουλειές σου πάντως, όπως και τώρα το Third Kind, έχουν μια έντονη εικαστική φόρμα.
Όταν ήμουν Βερολίνο για τις σπουδές μου στον κινηματογράφο, είδα πολλές εκθέσεις, εικαστικά, μουσεία. Άνοιξε το βλέμμα μου σε σχέση με τα εικαστικά. Και σίγουρα οι θετικές επιστήμες που σπούδασα με επηρέασαν και οι εικόνες μου έχουν μια γεωμετρικότητα, μια συμμετρία. Σ’ αυτή την ταινία πάντως, την οποία και θέλω να κάνω μεγάλου μήκους, έδωσα κυρίως έμφαση στην αφήγηση. Παράλληλα χρησιμοποίησα φακούς από την πρώην Σοβιετική Ένωση, με τους οποίους κινηματογραφούσε ο Ταρκόφσκι. Είναι παλιοί, ελαττωματικοί φακοί, που βγάζουν μια μαλακή, σχεδόν διαλογιστική εικόνα, μεταφυσική κι όχι πεντακάθαρη, σα να βυθίζεσαι σ’ ένα μαγικό κόσμο. Έτσι ήθελα να ενώσω τα δυο είδη επιστημονικής φαντασίας, το αμερικανικό και σοβιετικό μοντέλο, να μπολιάσω το ένα στο άλλο.

Είναι λοιπόν η ταινία σου επιστημονικής φαντασίας;
Μετά την εκκένωση του αεροδρομίου του Ελληνικού από τους πρόσφυγες, ήθελα να μπω και να δω τι είχε γίνει εκεί. Ο ανατολικός τομέας ήταν ήδη επισκέψιμος, ο δυτικός όμως όχι. Αυτό που αντίκρυσα ήταν πρωτοφανές και σοκαριστικό! Είχαν μείνει όλα τα πράγματά τους εκεί, ήταν σαν να εξαφανίστηκε ένας πολιτισμός από τη μια μέρα στην άλλη.

«Το “Third Kind” είναι μια ταινία για τη μνήμη, την Ιστορία, το συλλογικό και ατομικό ασυνείδητο»

Αποφάσισα λοιπόν να κάνω ένα διαφορετικό sci-fi, με τους αρχαιολόγους του μέλλοντος να μπαίνουν εκεί και να προσπαθούν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Όλα τα σκηνικά είναι αληθινά. Είναι τα πραγματικά υπάρχοντά τους που άφησαν πίσω. Αυτός ο συνδυασμός αμερικανικού και σοβιετικού μοντέλου, που σου έλεγα πριν, δίνει ένα ξεχωριστό ύφος στην ταινία.

Εσύ γιατί πήγες καταρχήν εκεί;
Γιατί είμαι πολύ περίεργος σαν άνθρωπος! Μου κάνει εντύπωση αυτός ο συνδυασμός με τα παλιά Ολυμπιακά ακίνητα, τον τεράστιο αεροδιάδρομο, το αεροδρόμιο που είναι ένα μέρος από το οποίο ο κόσμος φεύγει, αλλά για τους πρόσφυγες έγινε ένας τόπος συγκέντρωσης που παρέμεναν καθηλωμένοι. Παλιά είχαμε πάει εθελοντικά ατομικά να βοηθήσουμε. Ήθελα λοιπόν να δω τι απέμεινε εκεί.

Ήταν εύκολο να μπεις μέσα;
Από τη στιγμή που πρωτομπήκαμε και είδαμε το χώρο, μέχρι ν’ αρχίσουμε την κινηματογράφηση πέρασε ένας μήνας, ελάχιστο δηλαδή χρονικό διάστημα. Νομίζω ότι οι άνθρωποι του Ελληνικού θεώρησαν ότι αυτό θα αποτελεί ντοκουμέντο που έπρεπε να καταγραφεί και έδωσαν την άδεια. Είναι σινεμά, όπου βλέπεις τι έγινε μετά, δεν είναι ρεπορτάζ. Έξω υπήρχε ασφάλεια, το μέρος φυλασσόταν για να μη γίνει πλιάτσικο κι εμείς κινηματογραφούσαμε με γάντια και μάσκες. Η δε ταινία έγινε χωρίς κρατική επιχορήγηση, μόνο με στήριξη ιδιωτών για τον εξοπλισμό, οι οποίοι είδαν φωτογραφία του χώρου και ενδιαφέρθηκαν. Και ξέρεις, είμαι πολύ χαρούμενος που έγινε με τέτοιο πάθος. Ένιωσα καθαρτικά, ότι κάπως έτσι πρέπει να γίνονται οι ταινίες, όχι με φοβερές αναμονές!

Φωτογραφία από τα γυρίσματα της ταινίας

Τελικά η ταινία έχει να κάνει με το προσφυγικό;
Η ταινία ξεφεύγει από το προσφυγικό κι είναι μια ταινία για τη μνήμη, την Ιστορία, το συλλογικό και ατομικό ασυνείδητο. Παράλληλα, η ταινία διασώζει την ιστορία αυτού του μέρους. Είναι τεράστιο μνημείο το αεροδρόμιο, που σε λίγο δεν θα υπάρχει. Είναι λοιπόν σα να σώζεις την τελευταία του επιθυμία, την τελευταία του μέρα.

«Το θέμα είναι ένα μπορείς να κάνεις αυτό που έχεις ονειρευτεί. Κι εκεί θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό»

Τα σήματα που εκπέμπουμε, σαν το πεντάτονο μουσικό σήμα που υπάρχει στην ταινία και ουσιαστικά προσελκύει τους αρχαιολόγους, είναι μια κραυγή βοήθειας κι ανάγκης για επικοινωνία με τον έξω κόσμο. Μέχρι να φτάσουν κάπου αυτά τα σήματα, διανύουν ένα τεράστιο ταξίδι στο χώρο και το χρόνο και θ’ απαντηθούν πολύ αργότερα – εάν απαντηθούν ποτέ! Είναι επίσης ένα ειρωνικό σχόλιο για το πώς βλέπουν οι αρχαιολόγοι του μέλλοντος, την ιστορία που ζούμε εμείς. Λένε ότι η ιστορία γράφεται από τους νικητές. Εγώ θα έλεγα ότι γράφεται από τους αρχαιολόγους των νικητών. Αυτοί δίνουν τη δική τους ερμηνεία για την ιστορία. Πιστεύω στον Χόμπσμπαουμ, ότι δεν υπάρχει ιστορία, αλλά ιστορικοί. Έτσι πιστεύω κι ότι δεν υπάρχει κινηματογράφος, αλλά κινηματογραφιστές. Προτιμώ να είμαι με την ιστορία και τους κινηματογραφιστές, που με πείθει το βλέμμα τους!

Χρόνια μετά το βραβευμένο Casus Belli, με μικρού και μεγάλου μήκους ταινίες να συμμετέχουν σε διεθνή φεστιβάλ και να διακρίνονται, πώς νιώθεις την πορεία σου; Κάνεις αναγκαίους συμβιβασμούς, κάνεις τελικά αυτό που θέλεις;
Νιώθω να έχω διανύσει πολλά ταξίδια! Όλες μου οι ταινίες έχουν κάτι διαφορετικό. Παίζω με τα όρια της κινηματογραφικής αφήγησης θέλοντας να κάνω κάτι διαφορετικό. Μ’ αρέσουν πολύ οι μικρού μήκους ταινίες και παράλληλα θέλω να κάνω και μεγάλου μήκους πιο αφηγηματικές. Πιστεύω πάντως ότι και οι δυο είναι σινεμά. Αν θα το πω σε 5 λεπτά, μισή ώρα ή μιάμιση δεν έχει σημασία. Και κάνω αυτό που μ’ αρέσει. Σ’ όλες τις ταινίες κάνεις συμβιβασμούς και υποχωρήσεις για να τα καταφέρεις στην παραγωγή. Αυτές δίνουν όμως τελικά και μια σκηνοθετική ελευθερία – αν είχα απεριόριστο budget δεν ξέρω τι θα μπορούσα να κάνω. Οι παραχωρήσεις θεωρώ ότι είναι απαραίτητος όρος σκηνοθετικής δημιουργίας. Το θέμα είναι ένα μπορείς να κάνεις αυτό που έχεις ονειρευτεί. Κι εκεί θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό.