Ο Επιθεωρητής (1836) του Νικολάι Γκόγκολ, αυτή η εφιαλτική κωμωδία για μια κοινωνία που έχει απολέσει κάθε ανθρώπινη ιδιότητά της, αυτή η σκοτεινή σάτιρα της γραφειοκρατίας, της διαφθοράς, της απάτης ανεβαίνει στο Skrow σε σκηνοθεσία Γιώργου Παπαγεωργίου ως μια ανάλαφρη, παιχνιδιάρικη φαρσοκωμωδία, που μετατοπίζει το κέντρο βάρους του έργου, επιχειρώντας μια υπαρξιακή …άφεση των ανθρώπινων «αμαρτιών».

Η διασκευή (Γιώργος Παπαγεωργίου, Πάνος Παπαδόπουλος) του έργου χρησιμοποιεί ως βασικό τέχνασμα αυτό του θεάτρου μέσα στο θέατρο: ένας περιπλανώμενος θίασος σπαρταριστών θεατρίνων ανεβάζει τον Επιθεωρητή του Γκόγκολ. Η γλώσσα αναδιαμορφώνεται για να ρέει στο σήμερα.

Ο δυσλειτουργικός χώρος του Skrow μεταμορφώνεται καλαίσθητα από την Κατερίνα Αριαννούτσου, ώστε να δημιουργηθεί ένα δίπατο σκηνικό τερέν. Στο άνω διάζωμα τα καμαρίνια του θιάσου, στο κάτω, ο χώρος της σκηνής. Πέντε ηθοποιοί κι ένας μουσικός αναλαμβάνουν να μας ξεναγήσουν στο σύμπαν του Επιθεωρητή, ερμηνεύοντας πολλαπλούς ρόλους, χρησιμοποιώντας στο έπακρο τα θεατρικά υλικά -μια βούρτσα γίνεται τηλέφωνο, βαμβάκια ντεμακιγιάζ γίνονται …ρούβλια- και σχολιάζοντας σατιρικά σκηνικές οδηγίες και σημειώσεις του Γκόγκολ για τους χαρακτήρες και το έργο.

Η υπόθεση είναι λίγο-πολύ γνωστή: σε μια επαρχιακή πόλη της τσαρικής Ρωσίας των αρχών του 19ου αιώνα καταφθάνει η είδηση ότι θα έρθει ινκόγκνιτο ένας Επιθεωρητής. Η είδηση σκορπά τον πανικό στον Έπαρχο και τους διευθυντές ιδρυμάτων και δημόσιων υπηρεσιών της πόλης, που κινητοποιούνται για να καλύψουν τις θλιβερές ατασθαλίες τους. Ο φόβος θολώνει την τοπική κοινωνία που περνά έναν άφραγκο μπον βιβέρ, τον Χλεστιακόφ, για τον Επιθεωρητή. Εκείνος, ένας φαντασμένος υπάλληλος από την Πετρούπολη, ένας καλλιτέχνης του ψέματος, απολαμβάνει τον θαυμασμό, τις αλλεπάλληλες δωροδοκίες, το φλερτ με τη γυναίκα και την κόρη του Επάρχου. Κάποια στιγμή, μάλιστα, υπόσχεται γάμο στην κόρη. Συνειδητοποιώντας τότε ότι το αστείο έχει τραβήξει πολύ, ο Χλεστιακόφ φεύγει με την υπόσχεση ότι θα γυρίσει. Και φυσικά δεν γυρνάει ποτέ. Η απάτη αποκαλύπτεται τυχαία μέσα από ένα γράμμα. Του Χλεστιακόφ προς έναν φίλο του. Το γράμμα έχει ανοίξει, κατά τη συνήθη του …ελεγκτική πρακτική, ο Διευθυντής του Ταχυδρομείου. Σε αυτό, ο Χλεστιακόφ περιγράφει τις περιπέτειές του στην επαρχιακή πόλη, τους γλοιώδεις ανθρώπους της και τα «ανδραγαθήματά» τους. Η είδηση, στο φινάλε, ότι έρχεται ο αληθινός Επιθεωρητής, τους βρίσκει όλους σαν κεραυνός εν αιθρία.

Η διασκευή στον Επιθεωρητή του Παπαγεωργίου, κάπου στη μέση της παράστασης, αρχίζει να λοξοδρομεί από την πλοκή του κειμένου του Γκόγκολ, αντικαθιστώντας την κλιμακούμενη σάτιρα με τσεχοφικές πινελιές. Κομβικό σημείο για αυτήν την αλλαγή πλεύσης είναι ένα λυρικό τραγούδι-αναστεναγμός του Χλεστιακόφ για την Πετρούπολη, τον τόπο όπου «δίνονται τα πιο τρελά φιλιά», τον τόπο κατοικίας μιας χαμένης φαντασιακής, ερωτικής ουτοπίας:

«Στην Πετρούπολη εκεί, ζει η αγάπη μου εκεί… Αχ η Πετρούπολη».

Όσο προχωράει η παράσταση προς τη λύση, μας αποκαλύπτονται, χωρίς ίχνος σκοτεινιάς, οι πιο ανθρώπινες πτυχές των προσώπων. Τα κουσούρια τους. Τα ανεπίδοτα όνειρά τους. Οι ματαιώσεις τους. Ο Τσέχοφ αντικαθιστά τον Γκόγκολ. Με αποκορύφωμα το φινάλε της παράστασης, όπου αντί του γράμματος του Χλεστιακόφ, αλλά και του τρόμου όλης της κοινωνίας μπροστά στην έλευση του αληθινού Επιθεωρητή, βλέπουμε την οικογένεια του Επάρχου να περιμένει –μάταια- να γυρίσει ο Χλεστιακόφ για το γάμο της κόρης τους. Έναν γάμο με τον οποίο θα μπορούσαν πια να εισχωρήσουν στα άδυτα της μεγάλης κοινωνίας της Πετρούπολης (καθώς η κόρη τους θα είχε παντρευτεί τον Επιθεωρητή).

«Ο Επιθεωρητής του Παπαγεωργίου δεν εμβαθύνει σε μια τσεχοφικής υφής σπαραχτική τρυφερότητα για την ανθρώπινη κατάσταση»

Η τελική αυτή σκηνή έχει σαφείς αναφορές και στις τσεχοφικές Τρεις Αδελφές (για παράδειγμα, ατάκες όπως «μακάρι να ξέραμε» ή «να μην μας ξεχάσει» ή η αντικατάσταση του ονείρου της Μόσχας με αυτό της Πετρούπολης), αλλά και μια μπεκετική εσάνς, καθώς ο Χλεστιακόφ είναι πια ένας άλλος Γκοντό.

Η σκηνοθεσία υιοθετεί εξαρχής έναν κωμικό υποκριτικό κώδικα, που βασίζεται στο παιχνίδι, την υπερβολή και την επανάληψη και παραπέμπει σε απολαυστικά στιγμιότυπα των ασπρόμαυρων ελληνικών ταινιών της δεκαετίας του ‘60. Το ταμπεραμέντο των ρόλων χτίζεται πάνω σε συγκεκριμένες μορφές των σπουδαίων εκείνων ηθοποιών με το πηγαίο αυτοσχεδιαστικό ταλέντο τους. Υπάρχουν μάλιστα αρκετά σημεία όπου η σκηνοθεσία αφήνει χώρο για φρι τζαζ αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών. Όλοι (Μαρία Διακοπαναγιώτου, Θανάσης Ζερίτης, Πάνος Παπαδόπουλος, Μαρία Πετεβή, Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος) ανταποκρίνονται με τον καλύτερο τρόπο σε ό,τι τους έχει ζητηθεί από τη σκηνοθεσία: ετοιμότητα, εκρηκτική ενέργεια, καταιγιστικός ρυθμός και επικοινωνιακή διάθεση με το κοινό.

Ωστόσο, η σκηνοθετική ματιά, έτσι όπως αποκρυσταλλώνεται και μέσα από τη διασκευή, αφαιρεί από το έργο τον πυρήνα του και εν τέλει τη δύναμή του. Ακόμη και στην αρχή, όπου η διασκευή είναι πολύ πιο κοντά στη δράση του πρωτότυπου, η σκηνοθεσία, επιλέγοντας το δρόμο της φαρσοκωμωδίας, δεν εστιάζει στην ηθική σήψη και τον τρόμο των ηρώων μπροστά στην έλευση του Επιθεωρητή. Και να μην ξεχνάμε ότι αυτός ο τρόμος, που πηγάζει από την ίδια την ενοχή των προσώπων, είναι το ιδιοφυές εύρημα στο οποίο στηρίζει όλο του το έργο ο Γκόγκολ, το εύρημα που κάνει την τοπική κοινωνία να δει στον Χλεστιακόφ έναν αυστηρό, υποκριτή, ηθικά όμοιό της, Επιθεωρητή.

Η πρόθεση της σκηνοθεσίας να διαβάσει το έργο ως μια λυρική ελεγεία για τις ανθρώπινες αδυναμίες και φαντασιώσεις υποβιβάζει τις λαμογιές των τοπικών αρχόντων, καθιστώντας τους «μικροαπατεώνες» και αποδυναμώνοντας τη ζοφερή ατμόσφαιρα και το ισχυρό κοινωνικοπολιτικό σχόλιο του Γκόγκολ. Από την άλλη, η «τσεχοφική» παράκαμψη που επιχειρείται δεν έχει τον χρόνο να αναπτυχθεί. Έτσι, ο Επιθεωρητής του Παπαγεωργίου δεν εμβαθύνει σε μια τσεχοφικής υφής σπαραχτική τρυφερότητα για την ανθρώπινη κατάσταση, αλλά δεν έχει και τίποτα από τον απειλητικό σαρκασμό του Γκόγκολ για μια κοινωνία σε σημείο μηδέν. Είναι απλώς μια άκρως ευχάριστη, άκρως ανώδυνη παράσταση. Με κάποιες σταλαγματιές νοσταλγίας για μια ευτυχία ανέφικτη.

Info παράστασης:

Ο Επιθεωρητής | 29 Οκτωβρίου 2018 – 5 Φεβρουαρίου 2019 | Skrow theater