Τον Ιανουάριο του 1984 πεθαίνει στην Αθήνα ο συνθέτης Γιάννης Κωνσταντινίδης. Οι περισσότεροι τον ήξεραν με το ψευδώνυμό του, Κώστας Γιαννίδης και αν δεν ήξεραν ούτε αυτό, είχαν σίγουρα σιγοψιθυρίσει κάποιο τραγούδι του. Πέθανε στην αφάνεια, στην κηδεία του μεγάλου και χαρισματικού συνθέτη των επιτυχιών του ελαφρού τραγουδιού παρευρέθηκαν μόλις δώδεκα άτομα, μαζί με τους συγγενείς. Ο Γιαννίδης ζούσε με μια πενιχρή σύνταξη από το ελληνικό κράτος, ενώ είχε αναγκαστεί για πολλά χρόνια, προκειμένου να συμπληρώσει τα ένσημά του, να δουλεύει στη ραδιοφωνία γύρω στο 1965 ως κατώτερος υπάλληλος. Εκεί, όπου είχε διατελέσει διευθυντής του τμήματος ελαφράς μουσικής του ΕΙΡ την περίοδο 1946-1952, καθώς και μουσικός διευθυντής στην ΥΕΝΕΔ την περίοδο 1952-1960.

Κώστας Γιαννίδης, Νάνα Μούσχουρη

Κώστας Γιαννίδης, Νάνα Μούσχουρη

Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης γεννήθηκε σε εύπορο σπίτι της Σμύρνης το 1903. Ο πατέρας του, Γιώργος Κωνσταντινίδης, ασχολήθηκε με το εμπόριο σταφίδας. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή ζούσε σε ένα σπίτι αστικό και καλλιεργημένο. Σε αυτό το περιβάλλον μεγαλώνει ο Κωνσταντινίδης με μια μητέρα δυναμική, με ισχυρή προσωπικότητα και έντονες καλλιτεχνικές τάσεις, η οποία επηρέασε το γιο της στον καλλιτεχνικό του προσανατολισμό. Στη μητέρα του αφιέρωσε, πολλά χρόνια αργότερα –όταν την ολοκλήρωσε, το 1975- τη Μικρασιατική Ραψωδία, «ένα μουσικό επιτύμβιο μιας ζωής και ενός κόσμου για πάντα χαμένων», όπως έλεγε. Η Μικρασιατική Ραψωδία παίχτηκε για πρώτη φορά από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, υπό τη μουσική διεύθυνση του Βύρωνα Κολάση στις 16 Φεβρουαρίου 1981, αν και το Πρελούδιο και Οστινάτο (που αργότερα ενσωματώθηκε ως πρώτο μέρος της Ραψωδίας) είχε παιχτεί αυτοτελώς από την Κ.Ο.Α. ήδη από το 1949. Ο Κωνσταντινίδης πήρε τα πρώτα μαθήματα πιάνου και αρμονίας με τον Δημοσθένη Μιλανάκη, άνθρωπο που καθόρισε τη μουσική του κουλτούρα με τρόπο καθοριστικό.

Γιάννης Νικολαΐδης, Κώστας Γιαννίδης

Γιάννης Νικολαΐδης, Κώστας Γιαννίδης

Παραμονές της Μικρασιατικής καταστροφής του 1922, με τη σύμφωνη γνώμη των οικονομικά κατεστραμμένων γονιών του, κατέφυγε στη Γερμανία, όπου για αρκετά χρόνια σπούδασε μουσική, αρχικά στη Δρέσδη και μετά στο Βερολίνο, στην Ανώτατη Μουσική Ακαδημία και στο Ωδείο Στερν. Το πρώτο διάστημα της παραμονής του σε γερμανικό έδαφος αναγκάζεται, για βιοποριστικούς λόγους, να παίζει πιάνο σε ζαχαροπλαστεία, καμπαρέ, θέατρα και κινηματογράφους, αναλαμβάνοντας τη μουσική συνοδεία διαφόρων ταινιών. Κάποια στιγμή αποφάσισε να ασχοληθεί και με τη ζωγραφική και τη σκιτσογραφία, επηρεασμένος από τις καρικατούρες του Τζορτζ Γκρος. Συνδέεται φιλικά με τον κύκλο των Ελλήνων σπουδαστών της Γερμανίας και κυρίως με τον νεαρό Νίκο Σκαλκώτα, που βρισκόταν επίσης στα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα. Ερχόμενος σε επαφή με μια υψηλού επιπέδου μουσική ζωή, είχε πλέον τη δυνατότητα να συναναστραφεί και να γνωρίσει από κοντά μεγάλες μουσικές προσωπικότητες, όπως ο Στραβίνσκι, ο Προκόφιεφ, ο Μπάρτοκ, ενώ συγχρόνως σπούδασε θεωρητικά, σύνθεση και διεύθυνση ορχήστρας με σημαντικούς δασκάλους, μεταξύ των οποίων ο Καρλ Έρενμπεργκ και ο Κουρτ Βάιλ. Η πρώτη του εμφάνιση ως συνθέτη, στο Θέατρο του Στράλσουντ της Βόρειας Γερμανίας, πραγματοποιήθηκε με την οπερέτα Το μικρόβιο της αγάπης το 1927, ενώ το φθινόπωρο του 1931 ήρθε στην Ελλάδα με σκοπό να συνοδέψει ελληνολάτρες φίλους του σε διακοπές τους στην Αστυπάλαια. Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης ερωτεύεται την Ελλάδα σε αυτό το ταξίδι, το τοπίο ασκεί επάνω του ακαταμάχητη γοητεία και αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα.

Ο Κωνσταντινίδης αρχίζει να εξασκεί αυτό που αγαπούσε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. Να συνθέτει μελωδίες και να αναζητά συνεχώς νέα ερεθίσματα για να εμπλουτίζει το ρεπερτόριο της καλλιτεχνικής του δράσης. Παρουσίασε περίπου 50 οπερέτες, μουσικές κωμωδίες και πολλές επιθεωρήσεις και παράλληλα διετέλεσε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων και της Ένωσης Μουσουργών Ελλάδος, διευθυντής του Τμήματος Ελαφράς Μουσικής του ΕΙΡ από το 1946 έως το 1952, καθώς και μουσικός διευθυντής στην ΥΕΝΕΔ, την περίοδο 1952-1960. Η πρώτη του επιθεώρηση είχε τίτλο Αέρας φρέσκος και ανέβηκε στο θέατρο Έντεν στο Θησείο. Το 1960 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο του Φεστιβάλ Μεσογειακού Τραγουδιού της Βαρκελώνης με το εξαίρετο τραγούδι του «Ξύπνα αγάπη μου», που ερμήνευσε η Νάνα Μούσχουρη. Στον ελληνικό κινηματογράφο υπογράφει τη μουσική επένδυση σε επτά ταινίες, μεταξύ των οποίων Η προσφυγοπούλα, Οι Γερμανοί ξανάρχονται και Ο μεθύστακας. Για τα ελαφρά τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες στην εποχή του, υπέγραφε με το όνομα Κώστας Γιαννίδης.

Ο Γιάννης Κωνσταντινίδης, ένας άνθρωπος λιγομίλητος, λιτός και λακωνικός, βρίσκει το πρόχειρο σύστημα των ηχογραφήσεων και του θεάτρου ανυπόφορο. Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε το 1983 στον Γιώργο Παπαστεφάνου, αναφέρθηκε στις μάχες που αναγκαζόταν να δίνει με τον θεατρικό επιχειρηματία Φώτη Σαμαρτζή, προκειμένου να γράψει και κάτι διαφορετικό από ταγκό, με τον επιχειρηματία να του απαντά: «Κύριε Γιαννίδη, δεν μπορείτε εσείς να παίζετε με τα λεφτά μου… Απαιτώ να φύγει το κομμάτι!». Ο λόγος για το κομμάτι «Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα», που ο συνθέτης έγραψε για τη Σοφία Βέμπο. Η συνεργασία του με τη Σοφία Βέμπο αποτέλεσε κομβικό σημείο στη σταδιοδρομία του, γιατί χάρη στη φωνή της κατάφερε να κάνει τη στροφή του, μη αντέχοντας να γράφει πια μόνο ταγκό, όπως απαιτούσαν οι θεατρικοί επιχειρηματίες και ο τότε κόσμος της δισκογραφίας. Ωστόσο, η πρώτη αδιαφιλονίκητη μεγάλη επιτυχία του ήρθε το 1933, όταν, μαζί με τον πρωτοεμφανιζόμενο τότε Αλέκο Σακελλάριο, έγραψε το πασίγνωστο «Θα ξανάρθεις», το οποίο τραγούδησε το «φιντάνι» στη δισκογραφία εκείνης της εποχής, η Δανάη. Περισσότερα από 100 τραγούδια του Κώστα Γιαννίδη έγιναν επιτυχίες, αλλά η συμβολή του στη σύγχρονη ελληνική μουσική είναι εξαιρετικά σημαντική.

Ο διευθυντής του Ωδείου Αθηνών Σπύρος Φαραντάτος του ζητά ελληνικά κομμάτια για πιάνο για να παίζουν τα παιδιά, μια ιδέα από την οποία ο Γιαννίδης εμπνέεται και χρησιμοποιώντας ελληνικές μελωδίες γράφει (ως Γιάννης Κωνσταντινίδης) τα 44 παιδικά κομμάτια, που τυχαίνουν καθολικής αναγνώρισης ως βασικά θεμέλια ενός μελλοντικού αξιοσέβαστου ρεπερτορίου για κάθε πιανίστα, ενώ αποφασίζει, έπειτα από προτροπή του Δημήτρη Μητρόπουλου, να γράψει έργα για ορχήστρα: τις Δύο Δωδεκανησιακές Σουίτες και τη Μικρασιατική Ραψωδία. Σήμερα, πολλά χρόνια αργότερα, κυρίως μέσω του Εργαστηρίου Ελληνικής Μουσικής «Γιάννης Κωνσταντινίδης», το έργο του Κωνσταντινίδη έχει διασωθεί και αποτελεί αντικείμενο μελέτης μέσα από επανεκδόσεις, ηχογραφήσεις και συναυλιακές παρουσιάσεις τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό.

Σημαντικότερα από τα 100 περίπου τραγούδια του, που είχαν σχεδόν όλα μεγάλη επιτυχία, είναι τα: «Συγγνώμη σου ζητώ, συγχώρεσέ με», «Κάποιο μυστικό», «Καλό σου ταξίδι», «Θάρθω μια νύχτα με φεγγάρι», «Λίγα λουλούδια αν θέλεις στείλε μου», «Λες και ήταν χτες», «Σπιτάκι μου παλιό», «Σαν κι απόψε», «Ερι-Ερήνη», «Το τραγούδι της Μαρίνας», «Λες και δεν είν’ αλήθεια», «Όταν γυρίζουν τα χελιδόνια», που υπήρξε και σπουδαία θεατρική παράσταση στο θέατρο Βέμπο, «Τα δικά σου τα μάτια», «Πάμε σαν άλλοτε», «Για σένα μονάχα», «Εκείνοι που δεν κλάψανε», “Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα”, «Βαρκαρόλα», “Κοιμήσου”, “Όλο μου λες πως πια δε μ’ αγαπάς”, “Μη φύγεις”, “Πέρσι τέτοιο καιρό”, “Ας σταματήσουμε ως εδώ”, «Θα σε πάρω, θα με πάρεις», «Ζητώ να σε ξεχάσω», «Σ’ αγαπώ», «Ο Γιάννος κι η Παγώνα», «Του Γιάννου η φλογέρα», «Μια γυναίκα», «Έτσι είν’ η ζωή μωρό μου», «Ο κουμπάρος κι η κουμπάρα», κ.λπ. Έγραψε επίσης μουσική για 7 ταινίες, μεταξύ των οποίων: «Προσφυγοπούλα» (1938), “Τελευταία αποστολή”, “Οι Γερμανοί ξανάρχονται”, “Ο μεθύστακας”, κ.λπ. Τέλος, έγραψε κι ένα τουλάχιστον ρεμπέτικο, το περίφημο “Το τάβλι” ή “Τα νέα της Αλεξάντρας”, σε δικούς του στίχους.

H Μικρασιατική Ραψωδία του Γιάννη Κωνσταντινίδη είναι ένα από τα τρία μεγαλειώδη συμφωνικά έργα του 20ού αιώνα, γραμμένα από συνθέτες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη γενέτειρά τους, κατορθώνοντας ωστόσο να διατηρήσουν στη νέα τους πατρίδα τη δημιουργικότητά τους και να μεγαλουργήσουν, που περιλαμβάνει το πρόγραμμα της συναυλίας «Πρόσφυγες Συνθέτες» που θα δώσει η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών την Παρασκευή 21 Οκτωβρίου, στις 20.30, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Ιnfo: Πρόσφυγες Συνθέτες | Παρασκευή 21 Οκτωβρίου, στις 20.30 | Μέγαρο Μουσικής Αθηνών | Είσοδος 5 – 25 ευρώ