Είναι φορές που τα πιο μικρά θεατρικά θαύματα συμβαίνουν στους πιο ανύποπτους τόπους. Αυτή είναι η περίπτωση του Θείου Βάνια της Μαρίας Μαγκανάρη. Μια από τις πιο ουσιαστικές τσεχοφικές προτάσεις των τελευταίων ετών, αναμφισβήτητη νίκη του ελεύθερου θεάτρου απέναντι στην περιθωριοποίησή του από το ΥΠΠΟ, έλαβε χώρα μακριά από τα μάτια των πολλών, όχι σε έναν πολιτιστικό οργανισμό με δυνατότητες, αλλά σε ένα παλιό υπόγειο-συνεργείο επισκευής τηλεοράσεων στην Κυψέλη, στο ΚΕΤ.

Θυμίζοντας τις μεγάλες κατακτήσεις του ελεύθερου επιχορηγούμενου θεάτρου, που σήμερα «υποφέρει καρτερικά τις δοκιμασίες», που μεταμορφώνει τους λευκούς, άχαρους τοίχους ενός υπογείου σε «ουρανούς σπαρμένους με διαμάντια», και που κατορθώνει, τελικά, να μας χαρίσει μια παράσταση «ήρεμη, τρυφερή, γλυκιά σαν χάδι».

Είναι εντυπωσιακό το πόσο καλά χωνεμένη είναι η παράσταση στο χώρο (σκηνικά Διδώ Γκόγκου). Σαν να γεννήθηκε μέσα από τα σπλάχνα του, σαν να προοριζόταν από πάντα αυτός ο χώρος για να μεταμορφωθεί στο σπίτι του Θείου Βάνια, που μέσα στην παρακμιακή θαλπωρή του, ανοίγει φιλόξενα τις πόρτες του στους θεατές, καθιστώντας τους συνένοχους σε μια θεατρική εμπειρία intime, ιδιωτική, και, με έναν τρόπο, ποιητική. Ένα τραπέζι, δύο χαλιά, ένα σαμοβάρι, κάποια μουσικά όργανα κι ένα …πάθος.

Πολλά έχουν ειπωθεί και γραφτεί για το τραγικωμικό στον Τσέχοφ. Που, εάν το εκβιάσεις, μοιάζει μια τσεχοφική παράσταση να πάσχει από νευρική διαταραχή (χαρακτηριστικός, δυστυχώς, ως προς αυτήν την «ασθένεια», είναι ο Βυσσινόκηπος του Μαρκουλάκη στο Χορν). Η τραγικωμική κατάσταση, όμως, στο τσεχοφικό σύμπαν δεν έχει να κάνει με ευρήματα, με αλλοκοτιές για την αλλοκοτιά, αλλά, με τα, εγγεγραμμένα στο σώμα, μικροκουσούρια, με μια αυτοσαρκαστική διάθεση, αλλά και την αντίστιξη που δημιουργείται από τις διαφορετικές εμμονές του κάθε προσώπου. Εμμονές που μοιάζει να φτιάχνουν όλες μαζί μια μουσική συμφωνία για την απεγνωσμένη αναζήτηση της αγάπης. Που μπορεί να σκοντάψει σε κάτι πολύ γήινο, όπως …μια βροχερή μέρα. Αυτήν την ευαίσθητη, αβίαστη, τραγικωμική κατάσταση συλλαμβάνει η Μαγκανάρη, με την πολύτιμη αρωγή των ηθοποιών της, και αυτό συνιστά την πρώτη και πολύ σημαντική κατάθεση αυτής της δουλειάς.

Έτσι, ο Θείος Βάνιας της Μαγκανάρη μιλά, με έναν σπαραχτικά τραγικωμικό τόνο, για τις ανθρώπινες ματαιώσεις, για τα «νιάτα τα αμεταχείριστα», για όσα σπαταλήσαμε και ποτέ δεν ζήσαμε, για «εκείνο το άγουρο φιλί που το αφήσαμε και χάθηκε εκεί μέσα στη ζάλη. Τι σπατάλη! Τι σπατάλη!», για τα παράπονα, την πλανεύτρα δύναμη του έρωτα, τις ψυχοθεραπευτικές ιδιότητες της δουλειάς, αλλά κυρίως για την πίστη. Την ακράδαντη πίστη ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει μια δικαιοσύνη για όσους δεν χάρηκαν, για όσους δεν αγαπήθηκαν, για όσους μόχθησαν, για όσους ευχήθηκαν απεγνωσμένα: «αχ να ‘χαμε μια ζωή για πρόχειρο και μια για καθαρό». Για τους εξόριστους της ζωής δηλαδή.

Η σκηνοθεσία, έχοντας στη φαρέτρα της την έξοχη μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, αφηγείται με ρεαλιστικό τρόπο την ιστορία του έργου, δίνοντας όμως ταυτόχρονα χώρο στη μουσική (υπέροχο το μουσικό θέμα της παράστασης από τον Παναγιώτη Καλαντζόπουλο) και την κινησιολογία της παράστασης να κινηθούν σε ένα πιο ποιητικό, ελεύθερο πεδίο. Έτσι, ένα τραγούδι εκφράζει στην ολότητά του τον ψυχικό κόσμο των προσώπων, αυτό το τραχύ, γεμάτο γρέζια, μονοπάτι για την αναζήτηση της ευτυχίας. Συχνά, ένα cut της δράσης μπορεί να οδηγήσει σε έναν μουσικό σκοπό –η εκτέλεση του τραγουδιού της Α’ πράξης, ακριβώς μετά την ατάκα του Βάνια:

«ωραίος καιρός σήμερα. Ό,τι πρέπει για να κρεμαστεί κανείς»,

είναι απλώς ανατριχιαστική-, ένας ήχος, όπως ο συριστικός ήχος από το σαμοβάρι υπογραμμίζει σημεία ψυχικού «βρασμού» των προσώπων, ενώ μια αναπάντεχη κίνηση μπορεί να εκφράζει όσα δε λέει ο λόγος: για παράδειγμα, ο Άστροφ, ξαπλωμένος στο πάτωμα, αρπάζει απότομα από τον αστράγαλο την Ελένα και την ξαπλώνει στο χαλί ή τα «τυχαία» αγγίγματα της Σόνιας στο κορμί του Άστροφ αφήνουν εκείνον απολύτως αδιάφορο, ενώ εκείνην εκστασιασμένη.

Η Μαγκανάρη αναδεικνύει και τη γυναικεία δυναμική του κειμένου. Ο Θείος Βάνιας θεωρείται από πολλούς «αντρικό» έργο. Ίσως γιατί έχει στο κέντρο του τη σύγκρουση ανάμεσα στον Βάνια και τον Σερεμπριάκωφ. Αυτό όμως που φωτίζει η παράσταση είναι ότι ο φανερός μοχλός της δράσης πυροδοτείται από την Ελένα, αυτή τη «μάγισσα» που γύρω της δημιουργείται και το τρίγωνο των αντρών που τη διεκδικούν και που αποσυντονίζει τους ρυθμούς της ζωής των ανθρώπων με την άφιξή της στην επαρχία. Και φυσικά αναδεικνύεται και η υπόγεια δυναμική της Σόνιας, αυτής της βαθιά γειωμένης γυναίκας-ρίζας, που μέσα από το βλέμμα της ξεπηδά και ο ίδιος ο τίτλος του έργου: Θείος Βάνιας…

Τίποτα από τα παραπάνω δεν θα ήταν εφικτό βεβαίως χωρίς μια δεμένη ομάδα ηθοποιών που επιδεικνύουν αξιοζήλευτη λειτουργία συνόλου. Έχεις την αίσθηση ότι οι ηθοποιοί συλλαμβάνουν, ανάμεσα στις λέξεις, ένα ολόκληρο άρρητο πλέγμα δράσεων και σκέψεων, που εμπλουτίζουν τις σχέσεις αναπάντεχα. Ο Θείος Βάνιας του Κώστα Κουτσολέλου, ο καλύτερος Βάνιας που έχω δει, είναι ένα πρόσωπο με τη σωματική ορμή ενός εφήβου, με την ωριμότητα και τον αυτοσαρκασμό ενός ανθρώπου που η ζωή του έχει φύγει μέσα από τα χέρια, με την τραγική ποιότητα ενός πλάσματος που δεν ξέρει πώς να ξαναρχίσει, πώς να συνεχίσει… Και που το μεγάλο του ταλέντο είναι …να αστοχεί. Η Ελένα της εξαιρετικής Ανθής Ευστρατιάδη έχει κάτι ερεβώδες, κάτι υστερικό, κάτι βαθιά ανικανοποίητο. Η λεπτεπίλεπτη κίνησή της, που, σαν σαγηνευτική γυναίκα-αράχνη, τυλίγει στον ιστό της ατελείωτης πλήξης της τα θύματά της, δικαιώνει τη φράση του Βάνια:

«αυτή η αργόσχολη ζωή, δεν γίνεται να είναι αγνή».

Η Σόνια της Σύρμως Κεκέ, γήινη και ταυτόχρονα αλλούτερη, διακατέχεται από μια ακαταμάχητη πίστη στην ελπίδα. Στον τελικό μονόλογο του έργου αισθάνεσαι ότι γραπώνεται από τις λέξεις και ριζώνει στη γη, με ακατάπαυστο πείσμα, μεταφέροντάς μας ατόφια συγκίνηση για το μεγαλείο της ανθρώπινης κατάστασης. Ο Γιωργής Τσαμπουράκης ως Άστροφ έχει μια δίκοπη ποιότητα, εκστατικός και τραγικός μαζί, ωστόσο, είναι στιγμές που «λέει λόγια». Ο Δημήτρης Ντάσκας, η Υβόννη Μαλτέζου και η Μαρία Μαγκανάρη δίνουν τις απαραίτητες νότες των ανθρώπων που έχουν αποδεχτεί τη ζωή ως έχει, ενώ ο απολαυστικός Παναγιώτης Καλαντζόπουλος προέρχεται σταθερά από μια άλλη συχνότητα (υπέροχη σκηνοθετικά η ιδέα να απομονωθεί, στο μεγαλύτερο μέρος, στο παταράκι του ΚΕΤ). Η μόνη μου αντίρρηση για την παράσταση αφορά τα κοστούμια. Καταλαβαίνω ότι η ένδεια έχει τις συνέπειές της. Ωστόσο, ιδιαίτερα όταν η εγγύτητα ηθοποιών-θεατών είναι τέτοια, το κομμάτι των κοστουμιών χρειάζεται προσοχή για να μην εκτίθεται αισθητικά μια δουλειά.

Ο Θείος Βάνιας της Μαγκανάρη συγκροτεί συνολικά μια στέρεη και σημαντική πρόταση. Που μας επιστρέφει στη δύναμη της απλότητας, μας ανοίγει έναν δρόμο για την κατανόηση της τσεχοφικής δραματουργίας και μας δείχνει πόσο βαθιά συγκινητικός (και όχι ανελέητα βαρετός) είναι αυτός ο κορυφαίος δραματουργός. Θα ήταν ωραίο να επαναληφθεί σύντομα η παράσταση. Και θα ήταν επίσης ωραίο να ξαναδούμε τη Μαρία Μαγκανάρη να αναμετριέται με ένα τσεχοφικό αριστούργημα, σε μεγαλύτερη κλίμακα την επόμενη φορά.

♦  Για το θέμα των επιχορηγήσεων στο ελεύθερο θέατρο έχω γράψει σχετικά – δυστυχώς δεν έχει αλλάξει κάτι έκτοτε.

Info παράστασης:

Ο θείος Βάνιας | έως 5 Ιανουαρίου 2020 | Bios Main