starΤο 1953, ο Αμερικανός συγγραφέας βιβλίων επιστημονικής φαντασίας Ραίη Μπράντμπερυ μέσα στην Μακαρθική περίοδο γράφει μια δυστοπία. Πρόκειται για το μυθιστόρημα Φαρενάιτ 451. Ο τίτλος του δηλώνει τη θερμοκρασία στην οποία αρχίζει να καίγεται το χαρτί και αναφέρεται στην πρακτική της «καύσης βιβλίων» που ταυτίζεται, ιστορικά και συμβολικά, με την καταστολή της ελευθερίας σκέψης και λόγου σε μια σκοτεινή περίοδο της Αμερικής.

 Θωμάς Μοσχόπουλος

Θωμάς Μοσχόπουλος

Μιλώντας για μια μελλοντική κοινωνία ο Μπράντμπερυ πλάθει ως ήρωα του βιβλίου ένα διακεκριμένο στέλεχος ενός σώματος πυροτεχνουργών που καίνε τα βιβλία, αλλά όταν έρχεται σε επαφή με αυτά και το μυστικό σύμπαν τους, αρχίζει να μαγνητίζεται επικίνδυνα, γοητεύεται και από διώκτης γίνεται διωκόμενος. Μέσα του έχει ξυπνήσει η περιέργεια, η ανησυχία και η επιλογή. Ο ήρωας δεν πρόκειται να είναι ποτέ ξανά ο ήρεμος χειραγωγούμενος άνθρωπος του παρελθόντος.

Το 1979 ο ίδιος ο συγγραφέας ξαναγράφει το έργο σε θεατρική μορφή επεμβαίνοντας σημαντικά στο αρχικό περιεχόμενο του κειμένου και δημιουργώντας έτσι τη βάση για ένα πολύ ενδιαφέρον θεατρικό ανέβασμα. Μια πολυφωνική ανάγνωση που ανατριχιάζει με την επικαιρότητα του έργου. Ο Θωμάς Μοσχόπουλος ο οποίος σκηνοθετεί το έργο που θα ανέβει στο Φεστιβάλ Αθηνών, από τις 8 έως τις 10 Ιουνίου 2018 μας μίλησε για το έργο και τη σημασία του.

«Είναι προφανές το γιατί διάλεξα αυτό το βιβλίο. Γιατί συνδέεται σε απόλυτο σχεδόν βαθμό με μια σύγχρονη πραγματικότητα. Οι ανησυχίες του επιβεβαιώνονται και με ένα τρόπο έχουν ανανεωμένη οπτική και εικόνα αυτή τη στιγμή. Ξαναδιαβάζοντάς το,  διαπιστώνεις ότι μιλά για το τώρα».

Το έργο μιλά για κάτι εφιαλτικό και ιστορικά πολύ παλιό, την καύση των βιβλίων. Κάνοντας και έρευνα η συμβολική λειτουργία της καύσης των βιβλίων δεν είναι μόνο κάτι ναζιστικό. Έχει ρίζες πολύ παλιές, αρχαίες, υπάρχει μια σχεδόν παραδοσιακή και κυκλική σχέση με το καίω, καταστρέφω και σβήνω το παρελθόν, που φαίνεται ότι είναι έμφυτη ως προς τον άνθρωπο. Ο Φρόιντ έλεγε πως πολιτισμός είναι πηγή δυστυχίας. Όντως, γιατί του θυμίζει το παρελθόν και αυτό είναι κάτι που τον θυμώνει πολύ, του υπενθυμίζει την αδυναμία του να διατηρηθεί στο χρόνο. Τον θυμώνει το παρελθόν γιατί με κάποιον τρόπο τον ανταγωνίζεται τον κάνει να νιώθει μικρός.

«Διανύουμε έναν καινούργιο μεσαίωνα και θα προσπαθήσουμε να τον ξεπεράσουμε»

Τι συμβαίνει όταν σβήνουμε το παρελθόν; Δεν μαθαίνουμε ιστορία;
Η ιστορία είναι μια μυθολογία που την έχουμε φτιάξει με συναισθηματικούς όρους κυρίως για να στηρίξει τις επιλογές μας και όχι να αυξήσει την κριτική σκέψη μας. Είναι σοκαριστικό το πόσο διαφορετική είναι πολλές φορές η ιστορική πραγματικότητα από τους ρομαντικούς ήρωες της ιστορίας που διδάσκεσαι στο σχολείο. Αυτούς τους ρομαντικούς ήρωες της ιστορίας μας δε μπορείς να τους βρεις πουθενά. Νομίζω, αυτή την εποχή, υπάρχει η ανάγκη ο άνθρωπος να διασφαλιστεί από μύθους αλλά και να δημιουργήσει νέους. Περισσότερο αναγκαία, μας είναι η συμβολική σημασία του μύθου. Αλλά από εκεί και πέρα δεν μπορείς να έχεις την αυταπάτη ότι το παραμύθι της Κοκκινοσκουφίτσας συνέβη, δεν επιτρέπεται να πιστεύεις ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Με κάποιο τρόπο πρόκειται για έναν παιδισμό, είναι σαν να βασίζεις τα πάντα στο θυμικό και να έχει εκλείψει η λογική.

Τι περισσότερο ή λιγότερο καταλάβατε όταν ξαναδιαβάσατε το έργο και τι έχει αλλάξει στην παράσταση;
Ο Μπράντμπερυ έκανε τη θεατρική διασκευή αλλάζοντας πολλά πράγματα και εγώ άλλαξα και επανέφερα κάποια που υπάρχουν στο μυθιστόρημα. Στο ξαναδιάβασμά του, σε σχέση με το βιβλίο, ο συγγραφέας θεωρώ πως  δίνει ένα ρόλο πρώτο στον κακό του έργου όχι μιλώντας μόνο για την κοινοτοπία του κακού αλλά για τον προδομένο ιδεαλισμό του κεντρικού του ήρωα. Εννοώ τον άνθρωπο που θεωρούν βλάκα και κουτό, αυτόν που θεωρούν πως είναι αδύνατον να συνδεθεί με ένα  διανοουμενίστικο κομμάτι. Αυτό το κομμάτι με συγκινεί βαθύτατα γιατί μου θυμίζει μια αδιαμεσολάβητη σχέση που πρέπει να έχουμε με τα κείμενα αλλά και τη ζημιά που έχει κάνει η υπερδιανοουμενοποίηση των κειμένων. Ότι έχει γίνει ελιτίστικη η λογοτεχνία, η αφέλεια, η γλώσσα. Για μένα αντανακλά και την αγωνία του ίδιου του συγγραφέα που δεν θεωρήθηκε «αληθινός λογοτέχνης» στην εποχή του και αμφισβητήθηκε ως συγγραφέας ενός καλτ βιβλίου. Όλη αυτή η αγωνία μου φαίνεται πιο πραγματική από όσο ένα ενδελεχές πλην απόμακρο δοκίμιο, έχει μια καλώς εννοούμενη άποψη για τα πράγματα που έχει με τη σειρά της τη δική της ποιότητα.

Τι σας γοήτευσε στη μεταστροφή του ήρωα;
Η σχεδόν οργανική του ανάγκη να γίνει κάτι διαφορετικό. Η ανάγκη που εμφανίζεται στην ανθρώπινη φύση για ενσυναίσθηση, η ανάγκη για σύνδεση μέσα από αφηρημένους όρους  και όχι με συγκεκριμένους και μετρήσιμους. Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν έχουν να κάνουν τόσο με τη μόρφωση όσο με την κοινωνική παιδεία. Κάτι που έχει σχέση με το πραγματικό. Ο ήρωας αλλάζει όταν βλέπει μια γυναίκα να προτιμά να αυτοπυρποληθεί παρά να εγκαταλείψει τα βιβλία της. Αναρωτιέται πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να αποχωρίζεται τη ζωή του και όχι τα βιβλία του. Και αυτό αρχίζει πια και τον αρρωσταίνει, είναι ένα είδος νόσου, νοσεί ο ήρωας μέσα από τη βιολογική ανάγκη του να καταλάβει και όχι μέσα από τη διανοητική.

Η περίοδος που διανύουμε είναι ένας μεσαίωνας;
Ναι, διανύουμε έναν καινούργιο μεσαίωνα και θα προσπαθήσουμε να τον ξεπεράσουμε αλλά πάντα θα υπάρχει και κάποιος άλλος που προσπαθεί να τον ξεπεράσει και να διαφύγει. Υπάρχουν πάντα θύλακες, οι φωτεινές εξαιρέσεις. Μέσα στα σκοτεινά μοναστήρια υπήρχαν άνθρωποι που αντέγραφαν και έσωζαν τα κείμενα. Θα υπάρχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πάντα αυτές οι περιπτώσεις.