Ο Κρίστοφερ είναι 15 χρονών, 3 μηνών και 3 ημερών. Ξέρει όλες τις χώρες του κόσμου με τις πρωτεύουσές τους. Και όλους τους πρώτους αριθμούς μέχρι το 7.507. Αγαπάει το κόκκινο χρώμα, τα μαθηματικά, τον Σέρλοκ Χολμς και τις μηχανές. Αλλά δεν του αρέσει να τον ακουμπούν. Για την ακρίβεια δεν αντέχει να τον ακουμπούν. Και δεν μπορεί να είναι μόνος του με ξένους. Μπορεί να παρατηρεί με φοβερή ακρίβεια το περιβάλλον του και να το αναπαράγει με κάθε λεπτομέρεια. Να περνάει ώρες μελετώντας τα αστέρια. Αλλά σκοντάφτει σε απλά πράγματα της καθημερινότητας. Ο ίδιος λέει ότι έχει κάποια «προβλήματα συμπεριφοράς», ενώ η κοινωνία τον έχει κατατάξει στους ανθρώπους που παλεύουν με το Σύνδρομο Asperger.

Μια νύχτα, 7 λεπτά μετά τα μεσάνυχτα, ο Κρίστοφερ βλέπει τον Γουέλινγκτον, τον σκύλο της γειτόνισσάς του, να στέκεται σφαγιασμένος στην αυλή. Παρά την αντίδραση του πατέρα του, αποφασίζει να λύσει το μυστήριο, γιατί πιστεύει πως ο δολοφόνος του σκύλου δεν μπορεί να κυκλοφορεί ελεύθερος. Αρχίζει λοιπόν τη δική του αστυνομική έρευνα και με την υποστήριξη της δασκάλας του, καταγράφει όλα τα στοιχεία και τα συγκεντρώνει σ’ ένα βιβλίο. Το βιβλίο αυτό δεν είναι άλλο από το ίδιο το έργο, το Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα; Έτσι, ο συγγραφέας-αφηγητής της ιστορίας είναι ο ίδιος ο Κρίστοφερ. Και τα καταφέρνει να λύσει το μυστήριο μέσα από μια διαδρομή-διαβατήρια τελετή ενηλικίωσης. Που εμπεριέχει και χαρά και αυτοπεποίθηση για την επίτευξη του στόχου του, αλλά και κλονισμό από σκληρές αλήθειες, καθώς ανακαλύπτει ότι ο δολοφόνος του σκύλου δεν είναι άλλος από τον πατέρα του ή ότι η μητέρα του, που τη νόμιζε νεκρή, τους είχε αφήσει και ζει στο Λονδίνο με τον σύντροφό της.

Το Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα; του Σάιμον Στίβενς, μια πιστή και πολυβραβευμένη διασκευή, του επίσης πολυβραβευμένου ομώνυμου μυθιστορήματος του Μαρκ Χάντον είναι ένα καταπληκτικό έργο, που μιλά για τη διαφορετικότητα, για έναν άλλον κόσμο, τόσο διπλανό και τόσο μακρινό ταυτόχρονα. Η ιδιοφυΐα του έγκειται στο ότι παρουσιάζει την κοινωνία μέσα από το βλέμμα ενός διαφορετικού παιδιού, ενός …Άλλου. Μια οπτική που ξαφνιάζει, που κάνει ανοίκειο το οικείο, ασυνήθιστο το συνηθισμένο: «Είναι μικρό έγκλημα η δολοφονία ενός σκύλου;», ρωτά κάποια στιγμή έκπληκτος ο έφηβος Κρίστοφερ τη μητέρα του, η οποία φαίνεται να υποβιβάζει το γεγονός ως όχι και τόσο σοβαρό. Η μη συμβατική αντίδραση στην πραγματικότητα γίνεται μάλιστα και κινητήριος μοχλός της πλοκής:

«Ένας άνθρωπος που σκοτώνει έναν σκύλο είναι επικίνδυνος, ακόμη κι αν είναι ο μπαμπάς σου», λέει ο Κρίστοφερ και αποφασίζει να φύγει για πρώτη φορά μόνος του από το σπίτι και να αναζητήσει τη μητέρα του, επειδή δεν αισθάνεται πια ασφαλής σε αυτό. Εισχωρεί σε μια μεγάλη περιπέτεια -το να βρει το μετρό, να βγάλει εισιτήριο, να κυκλοφορήσει σε μια μεγαλούπολη είναι μια μικρή Οδύσσεια για εκείνον- επειδή δεν εμπιστεύεται πια τον πατέρα του. Και εδώ πια υποκλίνεσαι στο έργο, που ενσωματώνει μια ευφυέστατη αντιστροφή: δεν είναι ο γονιός, που, ως είθισται, δεν εμπιστεύεται το παιδί, αλλά το παιδί που δεν εμπιστεύεται τον γονιό.

Η παράσταση σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου μας παίρνει από το χέρι και μας βάζει στον κόσμο του Κρίστοφερ και του έργου. Υπηρετώντας ένα δυνατό κείμενο χωρίς περιττούς σκηνοθετισμούς ή τεχνάσματα. Αναδεικνύοντας το χιούμορ που προκύπτει από τη διαφορετική αντίληψη του κόσμου. Αγγίζοντας με ευαισθησία ένα δύσκολο θέμα, αυτό της αναπηρίας, που είναι δυστυχώς ακόμη ταμπού στη χώρα μας. Και σταδιακά επιχειρώντας μια συνάντηση, ώστε τα διαχωριστικά τείχη να πέσουν και ο δρόμος προς την αμοιβαία κατανόηση να γίνει λίγο πιο σύντομος.

Παρά τις αδυναμίες, η παράσταση σε κερδίζει

Η μεγαλύτερη κατάκτηση, όμως, της παράστασης είναι η έξοχη ερμηνεία του Γιάννη Νιάρρου στο ρόλο του Κρίστοφερ. Έναν ρόλο δύσβατο, γεμάτο νάρκες και αγκάθια. Γιατί δεν είναι καθόλου αυτονόητο να καταφέρει ένας ηθοποιός να αναπαραστήσει την αναπηρία. Χωρίς να προβεί σε υπερβολές, χωρίς να φαίνεται επιτηδευμένα αλλόκοτο το αποτέλεσμα. Ο Γιάννης Νιάρρος, με τα κόκκινα παπούτσια και το κόκκινο φούτερ του, φτιάχνει έναν Κρίστοφερ με σάρκα και οστά, με ένα παραξένισμα, με ένα τικ στο πρόσωπο, που γίνεται κάτι σαν στοιχείο ταυτότητας, και μια αδιόρατη αλλοκοτιά στο περπάτημα–κάπως στραβώνει το πέλμα του, κάπως αλλάζει το κέντρο βάρους του σώματός του– που σου δίνει την αίσθηση της διαφορετικότητας και ταυτόχρονα υπερασπίζεται το δικαίωμα σε αυτήν. Και το πιο σπουδαίο: έχει μια ζεστασιά η ερμηνεία του, αγαπάει τον Κρίστοφερ και μας κάνει να τον αγαπήσουμε κι εμείς.

Η Μαρία Καλλιμάνη πλάθει μια μητέρα (Τζούντι), που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανημπόρια της να χειριστεί την κατάσταση, τα λάθη της και την πάντα κρατημένη συναισθηματικά σχέση με το παιδί της: η στιγμή που πάει να αγκαλιάσει τον γιο της, όταν έρχεται να τη βρει και η απώθηση του Κρίστοφερ που δεν θέλει να τον ακουμπάει ούτε η μητέρα του, εντυπώνεται στον θεατή. Ο Θέμης Πάνου ως πατέρας (Εντ) αποδεικνύεται ο αδύναμος κρίκος της παράστασης. Έχεις την αίσθηση ότι βλέπεις έναν άυλο άνθρωπο να λέει λόγια. Εάν η οδηγία είναι ότι και ο πατέρας έχει στοιχεία αυτισμού, τότε ο ρόλος έχει πολύ δρόμο ακόμη να διανύσει. Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη ως δασκάλα, που διαβάζει μάλιστα και το τετράδιο-βιβλίο του Κρίστοφερ, υιοθετεί μια ουδέτερη στάση αφήγησης, όχι πάντα ενδιαφέρουσα θεατρικά, αλλά επιτυγχάνει μια αδιόρατη σχέση-σύνδεση με τον μαθητή της. Οι ηθοποιοί που συμπληρώνουν τη διανομή (Μαρία Κατσανδρή, Θύμιος Κούκιος, Γιώργος Γιαννακάκος, Σπύρος Κυριαζόπουλος, Βάσια Χρήστου) και που εμφανίζονται στο μυαλό του Κρίστοφερ ως φιγούρες σχηματικές συνθέτουν την κοινωνία που περιβάλλει τον κεντρικό χαρακτήρα.

Ο σκηνικός χώρος (Μαγδαληνή Αυγερινού) απαρτίζεται από κουτιά, λευκούς κύβους, μια ιδέα που φαίνεται να πηγάζει από το ίδιο το κείμενο, από τους κύβους των απόλυτων μαθηματικών, που κατοικούν στο μυαλό του Κρίστοφερ, ίσως και από την ανάγκη συστηματοποίησης και αυστηρής καταγραφής των σκέψεών του. Σαν να λειτουργεί, δηλαδή, η σκηνογραφία ως ένας αντικατοπτρισμός του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ο εγκέφαλός του. Σε κάθε σκηνή αλλάζει η διάταξη των κύβων –στοιχείο βέβαια που από ένα σημείο και μετά κουράζει– για να φτιάξει κάτι διαφορετικό: το φόντο μιας πόλης, ένα διαστημόπλοιο, διαδρομές… Και ενώ η ιδέα έχει ενδιαφέρον, η εκτέλεσή της δίνει μια εντύπωση γύμνιας. Σε σκηνές, μάλιστα, όπως αυτή στον σταθμό των τρένων με τον Κρίστοφερ λίγο πριν τον πανικό από τα πολλαπλά ερεθίσματα, το σκηνικό χάνει την ικανότητά του να πείθει και αμβλύνει την αποτελεσματικότητα της δραματουργίας.

Παρά τις αδυναμίες, όμως, η παράσταση σε κερδίζει. Γιατί έχεις καταφέρει να δεις τον κόσμο αλλιώς. Μέσα από τα μάτια ενός διαφορετικού παιδιού, που ξαφνιάζεσαι με το ξάφνιασμά του, που χαίρεσαι με τη χαρά του. Και που η αισιοδοξία του στο τέλος σε συν-κινεί: «…θα γίνω επιστήμονας. Μπορώ. Γιατί πήγα στο Λονδίνο μόνος μου. Έλυσα το μυστήριο του Ποιος σκότωσε τον Γουέλινγκτον. Βρήκα τη μαμά μου. Ήμουν πολύ γενναίος. Και έγραψα και βιβλίο…». Και σου δίνει δύναμη και θάρρος και αγάπη για να αντιμετωπίσεις τις δικές σου αναπηρίες. Το Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα; στο θέατρο Τζένη Καρέζη είναι μια παράσταση για όλους μας. Αξίζει να τη δείτε. Γιατί δεν είναι και πολλές οι ευκαιρίες που έχουμε για να συζητήσουμε για δύσκολα θέματα, να δούμε μέσα από τα μάτια ενός άλλου, να βιώσουμε συλλογικά την έννοια της ενσυναίσθησης.

Info παράστασης:

Ποιος σκότωσε το σκύλο τα μεσάνυχτα | 15 Νοεμβρίου – 23 Δεκεμβρίου 2018 | Θέατρο Τζένη Καρέζη