Όταν τον Απρίλιο του 2013, στα βραβεία JUNO (τα Grammy του Καναδά), ο Λέοναρντ Κοέν νίκησε κατά μέτωπο το νεαρό ποπ αστέρα Τζάστιν Μπίμπερ, κερδίζοντας το βραβείο του «Καλλιτέχνη της χρονιάς», τα σόσιαλ μίντια πήραν φωτιά. Σύσσωμοι οι φανατικοί «Μπίμπερς»  αναρωτιόντουσαν με θυμό στο τουίτερ ποιος είναι αυτός ο «υπερήλικας» κύριος που κλέβει τη δόξα της βράβευσης από το ίνδαλμά τους. Άλλοι, περισσότερο διαλλακτικοί, άφησαν κατά μέρος τα δάκρυα και τις προσβολές και δήλωσαν: «Είναι κακό που είμαστε Καναδοί και δεν έχουμε ιδέα για το ποιος είναι ο Κοέν». Μετά από μια μικρή έρευνα στο YouTube, συνειδητοποίησαν τελικά ότι τον ήξεραν. Γιατί «το Dance me to the end of love», όπως έγραψε χαρακτηριστικά ένας «Μπίμπερ φαν», «είναι σαν να το ξέρω από τότε που γεννήθηκα. Ακόμα κι αν δεν γνωρίζω φατσικά τον κύριο αυτό».

«Μοναδική μου φιλοδοξία ήταν να κάνω κάτι για να με θυμούνται»

Η αλήθεια είναι ότι ο Καναδός σταρ της μουσικής, που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα πριν ένα χρόνο στα 82 του χρόνια, είχε το μυστικό, την πολυτέλεια, το χάρισμα ή το ταλέντο, να γράψει τραγούδια που νομίζεις ότι έκαναν παρέα με τις μελωδίες των πρώτων παιδικών σου ακουσμάτων. Κομμάτια ξεκομμένα από ένα κοινό παγκόσμιο υποσυνείδητο, που ξυπνάει κάθε φορά που έρχεται σε επαφή με καταστάσεις ανθρώπινες: τον έρωτα, την αγάπη, τη μοναξιά, τον πόλεμο ή τη θρησκεία. «Δεν είχα ποτέ κάποιο πρόγραμμα, ούτε πίστεψα ποτέ ότι θα άλλαζα τα δεδομένα. Μοναδική μου φιλοδοξία ήταν να κάνω κάτι για να με θυμούνται. Ήθελα με το δικό μου τρόπο να είμαι χρήσιμος στους άλλους», έγραφε σ’ έναν βαθιά εξομολογητικό του μονόλογο λίγο μετά την κυκλοφορία του δίσκου του «Τhe Heather». «Κάθε τραγούδι έχει παράθυρα και πόρτες και αν θέλεις περνάς μέσα του. Το ίδιο τραγούδι όμως πρέπει να μετακινείται από καρδιά σε καρδιά. Αν δεν το καταφέρνει αυτό, του αξίζει να ξεχαστεί». Να γιατί δεν ξεχνάμε εύκολα κανένα. Να γιατί δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ.

Λέοναρντ Κοέν

Γεννήθηκε στο Μόντρεαλ το 1934 και μόλις στα εννιά του χρόνια θα χάσει τον πατέρα του, έναν ευκατάστατο έμπορο υφασμάτων εβραϊκής καταγωγής.  Αυτή η απώλεια ίσως να δίνει μια καλή εξήγηση για την μελαγχολική του φύση. Ίσως πάλι να ανήκει σε όλα εκείνα τα μοιραία γεγονότα που οφείλει να έχει κάθε σωστή ζωή ενός αποκαλούμενου «θρύλου της μουσικής». Ο ίδιος ποτέ δεν κατάλαβε, όπως έχει παραδεχτεί, από πού προέρχεται η κατάθλιψη, ούτε κατάφερε ποτέ να την αποτινάξει. «Δοκίμασα να απαλλαγώ από αυτή με ένα καλό κρασί, μια γυναίκα, ένα τραγούδι, μια θρησκεία, ένα φάρμακο, αλλά δεν τα κατάφερα», θα πει. Αλλά και το γράψιμο  ήταν σίγουρα ένας αγαπημένος του τρόπος να ξεφεύγει απ’ το θεριό που τον έτρωγε εσωτερικά. Φοιτητής ακόμα, στο Πανεπιστήμιο του Μακ Γκιλ, εξέδωσε τα πρώτα του ποιήματα και έκανε το όνομά του θέμα συζήτησης στα λογοτεχνικά πηγαδάκια του Καναδά.  Πίστευε ότι ήθελε να γίνει ποιητής και συγγραφέας, αναζητούσε όμως το μέρος που θα ενέπνεε την φαντασία του. Κάπως έτσι, ένα κρύο βράδυ  του Απρίλη του ’60, περπατάει στο Λονδίνο και πέφτει μπροστά στην «Τράπεζα της Ελλάδος». Ρωτάει τον ταμία «τι καιρό κάνει αυτή την εποχή στην Ελλάδα» και μόλις άκουσε «Άνοιξη», άρχισε να φτιάχνει βαλίτσες για τη χώρα μας.

Πρώτος σταθμός η Αθήνα. Δεύτερος και παντοτινός η Ύδρα. Στο νησί του Αργοσαρωνικού ο Κοέν θα βρει για αρκετά χρόνια τον προσωπικό του επίγειο παράδεισο. Τριγυρνά στα σοκάκια του νησιού, μαγεύεται απ’ το μπλε του Αιγαίου και στον τρίτο όροφο του αρχοντικού που αγόρασε με την κληρονομιά της γιαγιάς του, γράφει και συνθέτει διαρκώς. Σε ένα παντοπωλείο θα γνωρίσει και τον μεγάλο του έρωτα, την Νορβηγίδα Μαριάν Ιλέν. Το περίφημο κορίτσι πίσω απ’ τους στίχους του τραγουδιού «So long Marianne» είναι αυτό που σημάδεψε την ψυχή του ευαίσθητου καλλιτέχνη.

Μαριάν Ιλέν. Το κορίτσι πίσω απ’ τους στίχους του τραγουδιού «So long Marianne», στο οπισθόφυλλο του δίσκου του Κοέν, «Songs from a Room»

Έμειναν μαζί για δέκα χρόνια, αλλά η  αγάπη τούς ένωσε για πάντα. Το κορίτσι που ποζάρει μπροστά απ’ τη γραφομηχανή του, στο σπίτι της Ύδρας, για το οπισθόφυλλο του δεύτερου δίσκου του τραγουδιστή, «Songs from a Room», που ξεκινά με το θρυλικό «Bird on the wire», έφυγε από τη ζωή τον Ιούλιο του 2016 σε ηλικία 81 ετών, χτυπημένη από λευχαιμία. Όταν ο Λέοναρντ ειδοποιήθηκε για τον επικείμενο θάνατό της, έγραψε ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα που της το διάβασε ο γιατρός της στο νοσοκομείο λίγες μέρες πριν πεθάνει. Τα λίγα λόγια του, που δόθηκαν στη δημοσιότητα, έγιναν θέμα συζήτησης στο διαδίκτυο εκείνο το καλοκαίρι, αφού σ’ αυτά ο τραγουδιστής προέβλεψε και τον δικό του θάνατο. «Έφτασε η ώρα που παραμεγαλώσαμε και τα σώματά μας αρχίζουν να καταρρέουν… Νομίζω πως θα σε ακολουθήσω πολύ σύντομα», έγραφε προφητικά το καλοκαίρι του 2016. 

Αν μη τι άλλο, τα τραγούδια που συνέθεσε για τη μούσα του, όπως και όλα τα υπόλοιπα, απ’ τα 33 του, που ηχογράφησε το πρώτο του άλμπουμ το 1967, μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του ’70, έκαναν ξεκάθαρη μια στιχουργική δεξιοτεχνία μαζί με μια μουσική πρωτοτυπία. Με τις υπέροχες παραγωγές του Τζον Χάμοντ, παραγωγό του Ντίλαν, έκανε μόδα το στυλ των τραγουδιών του, κάνοντας  όλα τα αγόρια της εποχής να θέλουν να παίξουν το «Suzanne», το τραγούδι που έγραψε για τη γυναίκα κάποιου γνωστού του, με μια κιθάρα στην αγαπημένη τους.

Με τον δίσκο “The Future”, το 1992, κέρδισε ξανά την χαμένη για λίγα χρόνια δημοτικότητά του, με τραγούδια πολιτικοποιημένα που κερδίζουν ακόμα και τον πιο δύσπιστο κριτικό. Απρόβλεπτος, ως καλλιτέχνης, θα παρατήσει το δυνατό come back του στη σκηνή, αποφασίζοντας να γίνει βουδιστής και να μονάσει σ’ ένα βουδιστικό μοναστήρι στην Καλιφόρνια. Η αυτοεξορία του θα διαρκέσει δύο χρόνια, δεν θα είναι όμως τόσο γαλήνια όσο προέβλεπε. Τη στιγμή που ο ίδιος είχε υπογράψει «συμβόλαιο» με τον Θεό, η επί 17 χρόνια μάνατζερ του και πρώην ερωμένη του φαίνεται πως υπέγραφε συμφωνία με τον διάολο, αφού υπεξαίρεσε από τον προσωπικό του λογαριασμό 5 εκ. δολάρια. Το σκάνδαλο έγινε γνωστό και ο τραγουδιστής δικαιώθηκε στα δικαστήρια, εγκαταλείποντας κάπως έτσι τον μοναχικό βίο. Εκ των υστέρων ακολούθησαν πολλές προσπάθειες επανένταξής του στη μουσική αγορά, με δίσκους, συναυλίες και επανεκδόσεις, οι οποίες αγκαλιάστηκαν απ’ το κοινό, σαν μια απόδειξη ότι κάποιες αξίες «μονάχα λίγο καιρό ξαποσταίνουν και ξανά προς τη δόξα τραβούν».

Στις 7 Νοεμβρίου 2016 ο δημιουργός του «Hallelujah» , του «Sisters of Mercy» και του «Chelsea Hotel» (τραγούδι που αναφέρεται σε σύντομη ερωτική του συνεύρεση με τη Τζάνις Τζόπλιν) θα αφήσει πίσω του μια ζωή γεμάτη ανατροπές και ήχους. Θα έχει προλάβει, βέβαια, να το προβλέψει και αυτό, αφού στο τελευταίο studio άλμπουμ του που θα βγει στην κυκλοφορία λίγες μέρες πριν τον θάνατο θα δώσει τον τίτλο «You want it darker». Ένα γοητευτικό και βαθύ σκοτάδι που ξεκινά να καλύπτει μια ζωή γεμάτη φως, κάνοντας «ειρήνη όχι μόνο με τον Θεό, αλλά με τον καθένα και το καθετί», όπως έγραψε κάπου ένας φανατικός θαυμαστής του.