Στις 22 Νοεμβρίου 2007, αφήνει την τελευταία του πνοή στη Λωζάνη, ο Μορίς Μπεζάρ, ο σπουδαίος αναμορφωτής του σύγχρονου χορού, στην πόλη στην οποία μεγαλούργησε, έδρα των μπαλέτων, τα οποία ίδρυσε και διηύθυνε τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του, σε ηλικία 80 ετών.

Το όνομά του είναι συνώνυμο του σύγχρονους χορού καθώς ο Μπεζάρ, χορογράφος ιδιαίτερα αγαπητός στο παγκόσμιο κοινό είχε όνειρο να κάνει το χορό πιο προσιτό στο ευρύ κοινό.

Οι χορογραφίες του ήταν πρωτότυπες, συνδύαζαν τον κλασικό με το μοντέρνο χορό, ακροβατικά και φολκλορικά στοιχεία, ενώ αναμόρφωσε την αισθητική της σκηνογραφίας και των κοστουμιών στο χορό. Τα μπαλέτα Μπεζάρ της Λωζάνης  αποτελούν ακόμα και σήμερα σημείο αναφοράς για τον σύγχρονο χορό.

Ο Μορίς Μπερζέ, όπως ήταν το όνομά του, γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1927 στη Μασσαλία και ήταν γιος του φιλοσόφου Γκαστόν Μπερζέ. Αργότερα ως φόρο τιμής στο Μολιέρο υιοθέτησε το πατρώνυμο της συζύγου του Μολιέρου, Αρμάντ Μπεζάρ. Καθοριστική για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του ήταν η επιρροή του πατέρα του.

Ξεκίνησε να χορεύει σε νεαρή ηλικία καθώς ήταν μικρόσωμος και καχεκτικός και οι γιατροί τον είχαν προτρέψει να ασκείται.

Σπούδασε χορό στην Όπερα του Παρισιού, παράλληλα με σπουδές στη Φιλοσοφία, την οποία εγκατέλειψε για να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην τέχνη. Σπούδασε κλασικό χορό και στο Λονδίνο και υπέγραψε την πρώτη χορογραφία του το 1952 για τη σουηδική ταινία Το πουλί της φωτιάς, στην οποία χόρεψε ο ίδιος.

Οι παραδοσιακοί κύκλοι του χορού στο Παρίσι αντέδρασαν στους νεωτερισμούς του και ο Μορίς Μπεζάρ έφυγε για τις Βρυξέλλες, όπου η χορογραφία του «Ιεροτελεστία της Άνοιξης» συνάντησε θριαμβευτική υποδοχή. Ο Μπεζάρ εγκαταστάθηκε το 1987 στην Ελβετία και ίδρυσε το διάσημο μπαλέτο του στην Λωζάνη.

Ήθελε να κάνει το χορό «την τέχνη του 20ού αιώνα». Δήλωνε υπερήφανος που έκανε γνωστή την τέχνη του στο ευρύ κοινό.

«Έβγαλα το χορό από τις αίθουσες της όπερας για να τον μεταφυτεύσω στα Παλέ ντε Σπορ, στους Ολυμπιακούς Αγώνες, στο Φεστιβάλ της Αβινιόν», δήλωνε χαρακτηριστικά.

Ανάμεσα σε πολλές ιδιότητες που είχε κατά τη διάρκεια της λαμπρής του καριέρας, υπήρξε ακόμη σκηνοθέτης όπερας και θεάτρου, εξαιρετικός παιδαγωγός που από τις τάξεις του αναδείχθηκαν σπουδαίοι σύγχρονοι χορογράφοι, (όπως η Anne Teresa De Keersmaeker, η Maguy Marin), κινηματογραφιστής και εκδότης βιβλίων. Ο Γάλλος χορογράφος είχε εντυπωσιάσει τους κριτικούς με τις αβάν γκαρντ χορογραφίες του, οι οποίες έθεσαν καινούρια πρότυπα στο μπαλέτο.

Έχει δημιουργήσει περισσότερα από 250 μπαλέτα σε μισό αιώνα. Δύο κορυφαία έργα που θα αφήσουν ανεξίτηλη τη μνήμη του στο χρόνο είναι το Μπολερό (1960) και η Ιεροτελεστία της Άνοιξης (1959).

«Για μένα δημιουργία, δημιουργική ευτυχία, είναι να’ μαι κλεισμένος στο εργαστήρι μου μαζί με τους χορευτές μου. Περνάω ένα–δυο μήνες κάνοντας πρόβες. Είναι σκληρή δουλειά, κουραστική, φριχτή καμιά φορά και απελπιστική, αλλά είναι ευτυχία. Μετά την παράσταση, η επιτυχία, οι καλές ή κακές κριτικές, το κέρδος, όλα αυτά μου είναι αδιάφορα. Δεν δουλεύω για να με δουν. Δουλεύω για να υπάρχω. Αν δεν το έκανα, δε θα ήμουν βέβαιος ότι υπάρχω». Η συνέντευξη του Μορίς Μπεζάρ στον αγαπημένο του φίλο Μάνο Χατζιδάκι –περιέχεται στο βιβλίο «Ο Καθρέφτης και το Μαχαίρι».

Ο Μπεζάρ χαρακτήριζε τη σχέση του με την Ελλάδα ερωτική και χορογράφησε τη μουσική του Χατζιδάκι, του Θεοδωράκη, ενώ οι Επτά Ελληνικοί Χοροί που χορογράφησε γύρισαν όλον τον κόσμο. Στην Eλλάδα αποθεώθηκε στο Ηρώδειο, στην Επίδαυρο, στο Μέγαρο Μουσικής, έδειξε ότι είχε πάντα την Ελλάδα στην καρδιά του και ότι το μεγάλο κοινό, όταν έχει μπροστά του μία μεγαλοφυΐα, την αναγνωρίζει και διδάσκεται και χειροκροτεί.