Όποιος ακούει το όνομα Μυταράς, αυτομάτως το μυαλό του γεμίζει χρώμα. Τα δυνατά του έργα, οι γυναικείες μορφές, οι καθρέφτες, ο κύκλος της βίας ξεχειλίζει χρώμα με τον τρόπο που λίγοι Έλληνες ζωγράφοι μπόρεσαν να το χειριστούν.

Πώς «στριμώχνεται» τόσο χρώμα μέσα σε ένα μουσείο; Και με ποιο τρόπο τα μεγάλα αυτά έργα μπορούν να σταθούν το ένα δίπλα στο άλλο αρμονικά και ανεξάρτητα μαζί;

Η επιμελήτρια της έκθεσης «Δημήτρης Μυταράς-από το σύγχρονο στο διαχρονικό» Μαρία Κουτσομάλλη στη συνέντευξη τύπου μας είχε προϊδεάσει για την πρόκληση της έκθεσης, την παρουσίαση με τον καλύτερο τρόπο μέσα από τα 100 έργα που εκτίθενται και ανάμεσά τους πολλά ανέκδοτα σε μια αφήγηση κινηματογραφική τη γόνιμη και μακρά παραγωγή ίσως του πιο αγαπητού Έλληνα ζωγράφου.

Χαρίκλεια Μυταρά- Μαρία Κουτσομάλλη

Η είσοδός μας στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή στην Άνδρο συνοδεύεται από την απρόσμενη κυριαρχία του μαύρου, χρώμα αντιστικτικό που κάνει τους πίνακες να βγαίνουν από τις δυο διαστάσεις τους. Η παρουσία της Χαρίκλειας Μυταρά μάς οδηγεί σε μια ξεχωριστή ξενάγηση, που συνοδεύεται από αναμνήσεις, -οδηγούς στην ανάγνωση των έργων- αλλά και της προσωπικότητας του καλλιτέχνη.

«Ζούσα τόσα χρόνια μαζί του αυτοκόλλητα», λέει η Ζουζού, όπως αποκαλούσε τη σύντροφο της ζωής του ο Μυταράς και οι φίλοι τους. «Ο Μίμης ήταν ένας άνθρωπος πνευματικός που αγαπούσε τη φύση, τους σκύλους, τη συλλογή του από κοχύλια. Μου λείπει γιατί ήταν μια καθαρή ειλικρινής φωνή για την Ελλάδα. Υποστήριζε και είχε καλή γνώμη για τους συναδέλφους του, το σπίτι μας ήταν ένα εξομολογητήριο για όσους έρχονταν εκεί, ήταν ένας σπουδαίος δάσκαλος ένας άνθρωπος με τον οποίο περνούσαμε πολύ ωραία πρωινά».

Το βλέμμα της Χαρίκλειας Μυταρά, φωτεινό και βαθύ, ο Μυταράς το αιχμαλώτισε σε δυο σημαντικά έργα του, από τα ωραιότερα που εκτίθενται. Ο ίδιος είχε πει ότι μέσα από τα πορτραίτα των άλλων ζωγράφιζε τον ίδιο του τον εαυτό. Μέσα στα έργα του, από τα μικρά αριστουργηματικά σχέδια μέχρι τα μεγάλα έργα ο Μυταράς αιχμαλώτιζε την τέχνη του αιχμαλωτίζοντας την ίδια την κίνηση.

Από την πρώτη κιόλας αίθουσα γίνεται αντιληπτό ότι ο Μυταράς δε δίστασε ποτέ να πειραματιστεί με την προοπτική και το χρώμα. Αυτός ο πειραματισμός θα τον οδηγήσει στην πρώτη σημαντική σειρά έργων του που άρχισε από τη δεκαετία του ’60, τους καθρέφτες. Οι καθρέφτες που υπήρχαν στο έπιπλο του πατρικού του σπιτιού, μεταμορφώνονται σε εργαλεία διανοητικής επεξεργασίας, είδωλα του εαυτού, εικόνες ενός άλλου εαυτού, σε ένα χορό νατουραλιστικών προσεγγίσεων και αφηρημένων εικόνων.

Από τους καθρέφτες ο Μυταράς περνά στα πορτραίτα. Η επιβλητική αυτόνομη παρουσία τους και η τοποθέτησή τους σε ένα ολόκληρο επίπεδο του μουσείου υποβάλλουν τον θεατή. Τα πορτραίτα του Δημήτρη Μυταρά δημιουργούν ένα σχεδόν παράδοξο ψυχικό τοπίο γύρω από τα μοντέλα του, διάσημες προσωπικότητες και άγνωστες μορφές που συναντιούνται μέσα στον χρωστήρα του. Ο Μυταράς ζωγραφίζοντας ψυχογραφεί χωρίς να υπερτονίζει, δημιουργεί μια υπενθύμιση καθρέφτη μέσα από τα μάτια του ζωγράφου αυτή τη φορά.

Η δεκαετία του ’60 εκπνέει με την έλευση της Δικτατορίας. Ο Μυταράς πιστεύει ότι «η ζωγραφική επιτρέπει αρκετά καλυμμένα να κάνεις μια ευαίσθητη και μαχητική αντιπολίτευση, κάτι που είναι πολύ πιο δύσκολο για το θέατρο, εξαιτίας του λόγου».

Τα ντοκουμέντα της τέχνης που μας αφήνει ο Μυταράς από αυτή την εποχή είναι σχεδόν μεγαλειώδη. Η διάσταση της ανησυχίας, του υπαινιγμού, της ασπρόμαυρης κινηματογραφικής εικόνας δημιουργημένα από ένα πνεύμα παθιασμένο και οξυδερκές μας αποτυπώνονται με φωτογραφικό ρεαλισμό.

Ο λυρισμός υποχωρεί καθώς ο Μυταράς πειραματίζεται με νέα μέσα για να δώσει ύφος και σχήμα σε μια ωμή εποχή. Το ίδιο αινιγματικά και συμβολικά στέκουν τα επιτύμβιά του, με τα σημάδια του κατακερματισμού της φθοράς και της καταστροφής. Τα αποσπασμένα μέλη, τα θραύσματα του παρελθόντος, οι απεικονίσεις των γυμνών μελών θα ακολουθήσουν τον ζωγράφο σε όλο του το έργο,  σαν υπενθυμίσεις όχι μόνο του παρελθόντος, και ως υπενθύμιση μιας ομορφιάς που χάθηκε.

Η δεκαετία του ’80 βρίσκει τον Μυταρά να εξερευνά τη νέα βίας της εποχής του. Στα σκοτεινά θέματά του, δεσπόζουν οι μηχανές που μουγκρίζουν σαν άγρια ζώα, η αίσθηση της άγριας ελευθερίας, του κινδύνου, η παντοδυναμία των κυβικών, της ταχύτητας και η αίσθηση του κινδύνου. Ακολουθούν τα τοπία του, η σκοτεινή φύση καθώς συνδέεται με την αστική επέκταση. Οι φασματικές εικόνες του αποπνέουν κίνδυνο, ο άνθρωπος αναστοχάζεται μπροστά στις συνδέσεις ανάμεσα στην ανθρώπινη γνώση, τη δύναμη και την αδυναμία.

Κορυφαίο έργο αυτής της περιόδου ο Φόνος, όπου μια γυναικεία φιγούρα ετοιμάζεται να καταφέρει το θανατηφόρο πλήγμα της σε ένα ανδρικό σώμα. Πρόκειται για το ύψιστο νεκρικό μνημείο του Μυταρά, όταν 19 χρόνια αργότερα θα δωρίσει αυτό το έργο στην Εθνική Πινακοθήκη στη μνήμη ενός αγαπημένου του προσώπου, του Θόδωρου Αγγελόπουλου που έχασε τη ζωή του όταν παρασύρθηκε από έναν μοτοσικλετιστή. Ο Φόνος είναι το πιο εκφραστικό προσωπικό του επιτύμβιο, φορτισμένο με την ευρύτερη δυνατή οικουμενική εμβέλεια.

Δε θα μπορούσε παρά να υπάρχει ένα μέρος της έκθεσης αφιερωμένο στις γυναίκες. Οι κεντρικές αυτές φιγούρες στο έργο του Μυταρά, όπως έλεγε ο ίδιος «έρχονται από πολύ μακριά. Από τα αρχαία, τα βυζαντινά αλλά και από τα σημερινά. Αυτές τις γυναίκες τις πλησιάσαμε, κοιμηθήκαμε μαζί τους. Κάθε μέρα τις βλέπουμε με παραλλαγές στο δρόμο και τη φαντασία μας. Ψιθυρίζουν ποιήματα, το όνομά μας, ξέρουν το παρελθόν, ανάβουν την εστία μας».

Τις γυναίκες του Μυταρά τις λάτρεψαν όλοι. Ο Μυταράς ζωγράφιζε απλόχερα, μη διστάζοντας, χωρίς να φοβηθεί ποτέ τις συνέπειες της αφθονίας στην πολιτιστική του κληρονομιά. Προτίμησε να είναι ένας ζωγράφος λαϊκός και όχι εκλεκτικός, ένας ζωγράφος του οποίου η πινελιά να αναγνωρίζεται εύκολα από όλους.

Ο Μυταράς μας άφησε μια πλούσια κληρονομιά, μια μεγάλη παραγωγή έργων καθώς δεν μπορούσε ποτέ να μη βρίσκεται στο εργαστήριό του και να ζωγραφίζει. Η ίδια του η ζωή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τις δημιουργικές του περιόδους. Ο κόσμος του ήταν το σπίτι και το εργαστήριό του. Όταν αποφάσιζε να βγει από εκεί ήταν για να ζήσει σε ένα κόσμο που τον μετέτρεπε σε μαγικό, τον κόσμο του θεάτρου.

Η σκηνογραφική του εμπλοκή τον οδήγησε σε ένα νέο χορό δημιουργίας χρωμάτων και εκφραστικών μέσων καθώς σε έναν αριθμό αλησμόνητων παραστάσεων με το Θέατρο Τέχνης έκανε σκηνικά και κοστούμια για διαφορετικά είδη από την αρχαία τραγωδία μέχρι το γερμανικό δράμα του 19ου αιώνα και το σύγχρονο θέατρο. Το ζωγραφικό αλλά και το ονειρικό στοιχείο που υπάρχει στις σκηνογραφίες του τις κάνει μοναδικές.

Είναι παράξενη η αίσθηση της έκθεσης όταν βγαίνεις και κοιτάζεις από το στενό δρόμο με τα σκαλάκια τη θάλασσα. Σου έχει χαρίσει ελευθερία βασανιστική και χρώμα άφθονο να ντύσεις την αναμονή που σου δημιουργεί και την ανησυχία. Η ισορροπία της έκθεσης, μοιάζει με αυτή των έργων του. Οι φάσεις των έργων του, λαμπερές και διακριτές δημιουργούν ένα μονοπάτι κατάδυσης σε ένα μεγάλο, συχνά αιφνιδιαστικό και παράδοξο, αισιόδοξο, πικρό και εντέλει ηθικό κόσμο. Κανείς δεν το διατυπώνει καλύτερα από τον ίδιο:

«Η τέχνη δεν προτείνει τίποτα, ούτε δικαιοσύνη αποδίδει ούτε ηθικά συμπεράσματα μας υποβάλλει. Μια καλή ζωγραφική είναι ηθική. Μια κακή, που παριστάνει ίσως μια ηθική εικόνα, είναι ό,τι πιο προσβλητικό στην αίσθηση. Η τέχνη είναι ένα ξεχείλισμα, μια ανάταση για τον αποδέκτη».

Info έκθεσης:

Δημήτρης Μυταράς. Aπό το σύγχρονο στο διαχρονικό | 1 Ιουλίου – 30 Σεπτεμβρίου 2018 |
Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Άνδρου