….Λυπήσου με την άμοιρη που όλη μέρα τρέχω.
Απόσωσμα κατάντησα στα χέρια όποιου συνάντησα!
Μήτε ποτάμι, μήδ’ αγρός, μήτε χαράδρας βάθος,
μήτε και θρήνος γοερός, το σώμα μου προστάτεψε,
για να ξεφύγει απείραγο απ’ των ανδρών το πάθος….

Πίσω από «το έπος… της Μαλάμως», την οποία υποδύεται αριστοτεχνικά ο Θανάσης Αλευράς στο θέατρο Λαμπέτη κρύβεται ένας δημιουργός, ο Νίκος Χαρλαύτης, που για χρόνια έπλαθε το έργο αυτό, κωμωδία, μιούζικαλ, επιθεώρηση, ή δακρυπηγαίο δράμα, «εφ΄όσον όλα τούτα συνυπάρχουν και γίνοντ’ ένα πράμα, καταπώς στη ζωή συμβαίνει». Η «Βουκολοτραγωδία» που εξιστορεί τα πάθη του έρωτα μέσα από τη ζωή μιας πανέμορφης νεαρής χωριατοπούλας, βρήκε τον ιδανικό της πρωταγωνιστή με την καθοδήγηση της Ελένης Γκασούκα. Καθώς η ηρωίδα Μαλάμω «προς τη δόξα, κατά κει τραβά, μες το δικό της το χαβά, και παρόλα τα στραβά, όπως η Ελλάς, διόλου δεν ξαποσταίνει, μένει υπέρλαμπρη, ζηλευτή και λατρεμένη», εμείς συναντήσαμε και γνωρίσαμε το δημιουργό της.

Πόσα χρόνια γράφατε τη Μαλάμω και ποιο τύπο γυναίκας είχατε κατά νου όταν ξεκινήσατε;

Η σχέση μου με τη «Μαλάμω» ξεκίνησε πολύ νωρίς. Αρχική έμπνευση, στάθηκαν οι σχεδιοϊστορίες της Blanche Epiphanie , των George Pichard  και Jacque Lob , όπως δημοσιεύονταν στην Ελλάδα σε μετάφραση της Έλενας Ακρίτα. Η δική μου ηρωίδα δημιουργήθηκε λοιπόν πρώτα σαν σκίτσο, καθώς από μικρή ηλικία, είχα ιδιαίτερη άνεση  στο σχέδιο. Η φιγούρα της Blanche με είχε εντυπωσιάσει τόσο, ώστε ακόμα και τα σχολικά μου βιβλία είχαν γεμίσει από σκίτσα γυναικών με χυμώδεις  καμπύλες και σκισμένα ρούχα! Απουσίαζε όμως το «ελληνικό  χρώμα». Μετά την προσθήκη μερικών παραδοσιακών ενδυματολογικών στοιχείων, γεννήθηκε η φιγούρα της «Μαλάμως». Σκέτη πρόκληση. Με τα σεγκούνια, τα τσεμπέρια της, τα φλουριά της, με τα όλα της. Κατόπιν, ο έμμετρος λόγος πρόβαλε ως ιδανικός συνοδοιπόρος, προκειμένου να περιγράψει τις περιπέτειές της ηρωίδας μου,  καθώς υπήρχε πάντα η θετική ανταπόκριση και τα αβίαστα γέλια φίλων – «συνενόχων», από τα σχολικά χρόνια, έως σήμερα…

Αν σας ζητούσα να μου πείτε λίγα λόγια για την ηρωίδα σας τι θα μου λέγατε;

Η Μαλάμω, είναι μια όμορφη «αγνή βουκόλα», η οποία αγωνίζεται να διατηρήσει την «τιμή» της,  απέναντι σ’ έναν ασίγαστο πολιορκητικό χαμό διαφόρων, που έχουν μόνο σκοπό να την κατακτήσουν ερωτικά. Εκείνη όμως,  προσπαθεί  να διατηρήσει την «παρθενία» της, προκειμένου να την προσφέρει, στον έναν που μόνο αγάπησε και τα πάντα γι’ αυτόν υποφέρει. Περαιτέρω, η «Μαλάμω» δημιουργήθηκε για να σχολιάσει με χιούμορ στερεότυπα της ελληνικής κοινωνίας, μέσα από ποικίλα ερωτικά πάθη ή ακραίες καταστάσεις, έχοντας ως  βασικό άξονα την ελληνική γλώσσα, σε μια πιο σύγχρονη εκδοχή «δεκαπεντασύλλαβου». Πολλά γεγονότα ή πρόσωπα που συναντά η ηρωίδα στην πορεία της, έχουν χαρακτήρα παραβολής. Άλλωστε η «παρθενιά» της, γύρω από την οποία γίνεται λόγος στο κείμενο, είναι κάτι συμβολικό, παραπέμποντας σε οτιδήποτε ο καθένας χαρακτηρίζει σημαντικό και  επιθυμεί να διαφυλάξει , ή να διαχειριστεί ανάλογα με τις περιστάσεις.

Είχατε ποτέ σκεφτεί η ηρωίδα σας να ενσαρκωθεί στο θέατρο από γυναίκα και αν όχι γιατί;

Σκεπτόμουν εξαρχής ότι θεατρικά θα παρουσίαζε ενδιαφέρον να υποδυθεί τη «Μαλάμω» άνδρας – κατά τα πρότυπα των μπουλουκιών, ή του τρόπου που παλαιότερα ανέβαιναν οι παραστάσεις, μόνο από άνδρες – πιστεύοντας ότι η παρωδία του δράματος της ηρωίδας, θα αποκτούσε έτσι διαφορετική διάσταση. Ενδεχομένως πιο αστεία και πιο κοντινή στο σουρεαλιστικό ύφος του κειμένου. Η άποψή μου αυτή ενισχύθηκε, όταν το 2007 παρακολουθώντας την παράσταση «Ήρωες»  της Ελένης Γκασούκα, θαύμασα την ερμηνεία του Θανάση Αλευρά σαν «Νατάλια». Τότε πέρασε απ΄το μυαλό μου πρώτη φορά σαν ιδέα, πως ο ηθοποιός αυτός θα ήταν ιδανική «Μαλάμω», εάν συνέβαινε ποτέ η ηρωίδα μου να βρεθεί στο σανίδι…Και να που έντεκα χρόνια μετά, έγινε ό,τι βλέπετε.

Πόσο όμως δύσκολο είναι για έναν άντρα να υποδυθεί μια γυναίκα; Τι χρειάζεται κατά τη γνώμη σας;
Πραγματικά δεν πρέπει να είναι εύκολη υπόθεση, ένας ηθοποιός, να υποδυθεί ρόλο αντίθετου φύλου επί σκηνής. Πέρα από ταλέντο, εκτιμώ ότι χρειάζεται ευφυΐα, μέτρο και αγάπη για το ρόλο, ώστε ο χαρακτήρας που καλείται να ερμηνεύσει, να μην γελοιοποιηθεί. Στην περίπτωση της «Μαλάμως», ο Θανάσης Αλευράς την προσέγγισε, έχοντας πολλά ακόμα, εκτός από τα όσα προαναφέρθηκαν, αλλά μαζί και την πολύτιμη σκηνοθετική ματιά της Ελένης Γκασούκα.

Η Μαλάμω είναι ένα έργο σε δεκαπεντασύλλαβο, στο οποίο χρησιμοποιείται καθαρεύουσα και δημοτική. Από ποια διαβάσματα προέρχεται αυτό το γλωσσικό μπέρδεμα;

Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι, όπου ο πατέρας μου αγαπούσε  την ποίηση. Διάβαζε πολύ και υπήρχαν πάντα βιβλία τριγύρω, ιδιαίτερα ποιητικές συλλογές. Για παράδειγμα, οι στίχοι του Γεώργιου Σουρή, ήταν από τα πρώτα κείμενα  με τα οποία ήρθα σε επαφή, από το Δημοτικό ακόμα. Μάλιστα με τον πατέρα μου, στήναμε «παιχνίδια» ομοιοκαταληξίας και λέξεων, αντί άλλου παιδικού παιχνιδιού! Παράλληλα άκουγα από εκείνον, σαν παραμύθι, ραψωδίες της «Οδύσσειας», για  το «Έπος του Διγενή Ακρίτα», για τον «Ερωτόκριτο» ή κομμάτια από τις παραλογές της δημοτικής μας ποίησης. Όλα αυτά, μαζί με όσα διάβασα μετέπειτα – συμπεριλαμβανομένων κειμένων από «Μποστ» μέχρι Τσιφόρο – με έκαναν να στέκω γοητευμένος μπροστά στις δυνατότητες και τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας.

Πότε αποφασίσατε ότι το θέατρο σάς ενδιαφέρει και πώς ξεκινήσατε;

Παρακολουθώ θέατρο από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Όσα έβλεπα πάνω στη σκηνή με συνέπαιρναν τόσο, ώστε γυρνώντας στο σπίτι μετά από μια παράσταση, δεν σκεφτόμουν τίποτε άλλο, για καιρό. Τα δε θεατρικά προγράμματα -σχετικά με τα οποία έχω μια μεγάλη συλλογή- ήταν για μένα πολύτιμη συντροφιά, ιδιαίτερα εάν στις σελίδες τους αποτυπώνονταν και μακέτες κοστουμιών. Φοιτητής πλέον στη Νομική Σχολή, αποφάσισα να σπουδάσω παράλληλα σχέδιο και ενδυματολογία. Στη συνέχεια, ξεκίνησα  – ως βοηθός – να σχεδιάζω κοστούμια για διάφορες παραστάσεις. Η πρώτη φορά που  εμφανίστηκα με τ’ όνομά μου, ήταν στο μιούζικαλ «Funny Girl», που ανέβασε η Μιμή Ντενίση το 2006, η οποία τότε μ’ εμπιστεύτηκε σε μια πολύ μεγάλη παραγωγή και ουσιαστικά είναι εκείνη που μ’ έβγαλε μπροστά!

«Το θεατρικό ρούχο πρέπει να δημιουργείται από την αρχή, για την παράσταση που προορίζεται»

Η πιο πρόσφατη δουλειά που κάνατε σκηνογραφικά ήταν η Μαντάμ Σουσού για την οποία βραβευτήκατε κιόλας. Πώς σας φαίνονται σήμερα τα ρούχα του θεάτρου σε σχέση με αυτά που κατασκευάζονταν παλιότερα;

Θεωρώ ότι το θεατρικό ρούχο πρέπει να δημιουργείται από την αρχή, για την παράσταση που προορίζεται. Να καλύπτει τις ανάγκες κάθε συγκεκριμένου ρόλου και του ηθοποιού που θα τον ερμηνεύσει. Παλιότερα όλα ραβόντουσαν με μεράκι και με όμορφα υφάσματα. Σήμερα, για λόγους εξοικονόμησης  χρόνου και κόστους, έχουν περιοριστεί σημαντικά οι πολλές κατασκευές κοστουμιών. Ωστόσο, όταν αυτό συμβαίνει σε μία παράσταση – και μάλιστα με σωστό ράψιμο και καλά υλικά – τότε η διαφορά του αποτελέσματος είναι εμφανής. Ως προς την αναφορά σας στα κοστούμια της «Μαντάμ Σουσού», πιστεύω ότι ακριβώς αυτό το γεγονός εκτιμήθηκε και τα έκανε να ξεχωρίσουν. Όλα σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν ειδικά για την ηρωίδα του Δ. Ψαθά, μέσα στο πνεύμα της δεκαετίας του ’50, όπως απαιτούσε το ανέβασμά της στο «Παλλάς».

Στη Μαλάμω έχετε συνδέσει τη σκηνογραφική σας δουλειά με τη γραφή. Τι αποτέλεσμα θέλατε να παρουσιάσετε, τι να θυμίζει;
Επειδή η εικονογράφηση του κειμένου υπήρχε ήδη, επιδίωξή μου ήταν η εμφάνιση των ηρώων να παραμείνει κοντά στα αρχικά σχέδια.  Προσπάθησα οι πρωταγωνιστές του φανταστικού χωριού, στο οποίο τοποθετείται η δράση, να διατηρήσουν παραδοσιακά στοιχεία από ελληνικές φορεσιές, μπλέκοντας ταυτόχρονα τη μόδα και τη Γαλλική Ηaute Couture! Ήθελα όλα να θυμίζουν κάτι ονειρικό…

Μια και μιλάμε για ελληνικό έργο υπάρχει δυσπιστία απέναντι σε αυτά που γράφονται; Τι εμποδίζει και τους παραγωγούς να τα αναζητήσουν;

Δεν γνωρίζω εάν πρόκειται για δυσπιστία, για έλλειψη κειμένων που να παρουσιάζουν ενδιαφέρον ικανό να τους κεντρίσει, ή συνδυασμός και των δύο. Υποθέτω πως κάθε παραγωγός ξεκινά την αναζήτηση έργου, με γνώμονα τη μεγαλύτερη πιθανή αποδοχή του από τον κόσμο. Υπερέχει  λοιπόν η μεταφορά στις εγχώριες σκηνές, έργων δοκιμασμένων στο χρόνο ή παραστάσεων που έχουν ήδη σημειώσει επιτυχία στο εξωτερικό και φέρουν κάποια φήμη, σε σχέση με κάποιο άγνωστο ελληνικό  έργο, νέου συγγραφέα, δίχως περγαμηνές. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει πληθώρα προσφορών  από θεατρικές συνταγές βασισμένες σε πετυχημένα ταμειακώς υλικά, όπως «ελληνικές ταινίες», «σήριαλ», «βιβλία-best seller», «βιογραφίες», που πολλοί παραγωγοί επιδιώκουν να ανεβάσουν θεατρικά. Στο πλαίσιο αυτό, το ενδιαφέρον αναζήτησης για κάτι πραγματικά καινούργιο περιορίζεται… Σε κάθε περίπτωση, ειδικά για τη «Μαλάμω», οφείλει κανείς να αναγνωρίσει, πως η παραγωγή των Αθηναϊκών Θεάτρων ρίσκαρε πραγματικά με κάτι «νέο» και «ελληνικό»!

Πώς βλέπετε αυτή τη μόδα με την επιστροφή των παλιών ελληνικών ταινιών στο θέατρο;

Η αλήθεια είναι ότι αυτό που καλείται  «Παλιός Ελληνικός Κινηματογράφος», έχει περάσει με κάποιο τρόπο μέσα στο DNA μας και μάλλον δύσκολα αποβάλλεται. Συνεπώς, πάντα θα υπάρχει σχετικό ενδιαφέρον για το κοινό, όσο δεν εμφανίζεται κάτι καλύτερο. Γεγονός όχι ιδιαίτερα ευχάριστο, εάν σκεφτεί κανείς ότι το θέατρο τρέφεται ακόμα από τη δεκαετία του ’50 και του’ 60. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι  οι περισσότερες  επιτυχημένες ταινίες του ελληνικού σινεμά, βασίζονταν σε θεατρικά έργα σπουδαίων θεατρικών συγγραφέων, τα οποία πριν γυριστούν σε φιλμ, είχαν κάνει σημαντική πορεία στη σκηνή. Το ζήτημα βέβαια είναι ο λόγος που επιστρέφει ένα τέτοιο έργο. Πώς από αγαπημένη ταινία θα συστηθεί ξανά στο θέατρο και με ποιον τρόπο θα προσεγγίσει  τον θεατή της πλατείας σήμερα. Ως φαινόμενο πάντως αυτή η επανάληψη, και μάλιστα σε τέτοια υπερβολή, δεν αποτελεί ενθαρρυντικό σημάδι…

Ποιο έργο δικό σας θα θέλατε να ανέβει στη συνέχεια, αν έχετε σκεφτεί κάτι τέτοιο;

Η «Μαλάμω» είναι το πρώτο κείμενο που έγραψα και καλά καλά, δεν έχω συνειδητοποιήσει πως έχει φτάσει να γίνει μια τόσο ιδιαίτερη κι επιτυχημένη παράσταση. Αν και βρίσκονται ήδη στο συρτάρι μου γραμμένα και άλλα κείμενα, ωστόσο  δεν υπάρχουν ακόμα επόμενες σκέψεις…

Ποιο είναι το πιο ευχάριστο ή το πιο ανέλπιστο που σας έχει συμβεί σε αυτή τη δουλειά;

Είναι  πραγματικά χαρά, να βλέπω την παράσταση «Το έπος της Μαλάμως» στη σκηνή του θεάτρου «Λαμπέτη». Απολαμβάνω την κάθε στιγμή της, όπως και το ταλέντο όλων – ηθοποιών και συντελεστών – που  έδωσαν απλόχερα στο κείμενό μου ζωή, εικόνα, μουσική, κίνηση, λάμψη!

Info παράστασης:

Το έπος… της Μαλάμως | Θέατρο Λαμπέτη