Στις 9 Δεκεμβρίου ένας δυνατός «Άνεμος» έρχεται να χτυπήσει το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου. Λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα κι ενώ οι πρόβες βρίσκονται σε εντατικούς ρυθμούς, συναντήσαμε τον Ορφέα Αυγουστίδη, έναν από τους πρωταγωνιστές της υβριδικής αυτής παράστασης. Ακριβής στο ραντεβού μας, με ένα ποτήρι καφέ στο χέρι, με συναντά στην είσοδο του θεάτρου και αρχίζουμε να αναζητούμε ένα ήσυχο μέρος για να κάνουμε τη συνέντευξη. Η πρόβα ξεκινά σε μία ώρα. Οι τεχνικοί ήδη επί ποδός, έχουν καταλάβει τη σκηνή για να ασχοληθούν με τις τελευταίες λεπτομέρειες. Μπαίνουμε σε ένα από τα καμαρίνια. Ένα stand με τα κοστούμια των ηθοποιών ορθώνεται στη μέση του δωματίου, τα γνώριμα φώτα γύρω από τους καθρέφτες όπου ετοιμάζονται οι πρωταγωνιστές είναι ήδη αναμμένα και η συζήτηση ξεκινά.

Σε λίγες ημέρες ξεκινά ο «Άνεμος» στο Eθνικό. Δώσε μας μια πρώτη ιδέα για το τι θα δούμε.
Είναι μια σκηνική σύνθεση, αυτό που λένε devised theatre, «υβριδικό  θέατρο – θέαμα». Έχει μέσα χορό, ζωντανή μουσική, ηθοποιούς που παίζουν. Η παράστασή μας έχει σαν αρχή μια αναζήτηση για την παρουσία και την απουσία του ανέμου στις ζωές μας. Ξεκινήσαμε έναν κύκλο αυτοσχεδιασμών τον πρώτο καιρό και από αυτόν προέκυψαν διάφορες ιδέες που τις εξελίξαμε παρέα, τις οποίες πήρε ο Κωνσταντίνος Ρήγος και τις έκανε κομμάτι σ’ αυτό που γίνεται εδώ. Κάποια από τα κείμενα λοιπόν έχουν προκύψει από αυτοσχεδιασμούς, κάποια από συγγραφείς ξένους και Έλληνες. Μαζί μας είναι και η σταθερή συνεργάτης του Ρήγου, η Ξένια Αηδονοπούλου, η οποία έχει συμβάλλει με τη σειρά της στο όλο εγχείρημα με τον τρόπο της. Η παράσταση αυτή είναι κάτι που θα έχει ζωή, θα έχει ιδρώτα, κέφι και επειδή ακριβώς έχει προκύψει από πολλούς αυτοσχεδιασμούς, είναι κάτι που κι εγώ ανυπομονώ να το δω, να δω ποια θα είναι η τελική της μορφή.

Τι είναι αυτό που θεωρείς μεγαλύτερη πρόκληση στην παράσταση όσον αφορά στο δικό σου ρόλο;
Ακριβώς επειδή δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη ιστορία να οδηγεί το έργο – δεν υπάρχει έργο ουσιαστικά – η πρόκληση είναι να καταφέρουμε να συνδέσουμε μεταξύ τους όλα τα κομμάτια τα οποία αποτελούν την παράσταση και να μεταφέρουμε όλη αυτή την αναζήτηση που περάσαμε τον πρώτο καιρό, σε σχέση με το τι είναι – τι θα πει «άνεμος». Άλλοι έλεγαν πως ο άνεμος τους ηρεμεί, άλλους τους ανακουφίζει, άλλους τους τρομάζει. Ο ένας βλέπει στον άνεμο ποίηση, ο άλλος βλέπει ότι ο άνεμος χρησιμεύει αν θες να μεταφέρεις τη φωνή σου μακριά, αν θέλεις να φωνάξεις ένα «Σ’ αγαπώ» δυνατά και να σ’ ακούσει κάποιος που σε άλλη περίπτωση δεν θα σε άκουγε. Είναι πάρα πολλές οι θέσεις που πήραμε σε όλη αυτή τη δημιουργική διαδικασία του πρώτου μήνα προβών και η πρόκληση σε αυτή τη δουλειά είναι όλο αυτό να το μεταφέρουμε. Να κάνουμε ανθρώπους που δεν είχαν αναρωτηθεί νωρίτερα τι είναι ο άνεμος και τι σημαίνει – μέσα σε μιάμιση ώρα – να αναρωτηθούν και να συνδεθούν με όλη αυτή την προσπάθεια. Νομίζω αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση.

Εσένα τι συναισθήματα σου ξυπνά ο άνεμος;
Εξαρτάται. Το είχα πολύ καιρό στο μυαλό μου, από το καλοκαίρι επειδή ήξερα τι θα κάνουμε, οπότε πέρασα από διάφορα στάδια. Αρχικά έλεγα ότι ο άνεμος μού αρέσει, γιατί, συνήθως τουλάχιστον, μου θυμίζει καλοκαίρι και όχι χειμώνα. Μου θυμίζει τα καλοκαιρινά μελτέμια, μου θυμίζει θάλασσα, ανακούφιση, γιατί καίγεσαι και θέλεις κάτι να σε δροσίσει. Νομίζω δεν το είδα ποτέ ως κάτι αρνητικό ή επιθετικό, ίσως και γιατί ζούμε στην Ελλάδα όπου δεν αποτελεί απειλή. Κάποια ακόμη συναισθήματα υπάρχουν και στην παράσταση και δεν θέλω να τα μαρτυρήσω ακόμη. Υπάρχουν κομμάτια όλων μας, είμαστε έξι ηθοποιοί, έξι χορευτές και τέσσερις μουσικοί.

Αυτό το είδος, το υβριδικό-θέατρο, δεν είναι κάτι που έχεις ξανακάνει, έτσι;
Όχι, αυτό δεν το έχω ξανακάνει να σου πω την αλήθεια και γουστάρω πολύ. Πάντα μου αρέσει όταν βρίσκομαι σε περιοχές που δεν έχω ξανά ακουμπήσει και χαίρομαι που υπάρχουν αρκετές ακόμη που θα ήθελα να δοκιμάσω.

©Πάτροκλος Σκαφίδας

©Πάτροκλος Σκαφίδας

Σ’ αρέσει το κομμάτι του αυτοσχεδιασμού ή προτιμάς να πατάς στα σίγουρα;
Είναι πολύ δημιουργική διαδικασία ο αυτοσχεδιασμός, τουλάχιστον όπως τον φαντάζομαι εγώ, γιατί έχει πολλές ερμηνείες. Μ’ αρέσει να αυτοσχεδιάζω και το χρησιμοποιώ πολλές φορές προς όφελος μίας πρόβας ή παράστασης.

Κατά τη διάρκεια της παράστασης εκφράζετε τις σκέψεις σας μέσα από κείμενα διάσημων συγγραφέων. Ποιο είναι το αγαπημένο σου κομμάτι;
Θα μείνω σε ένα κείμενο που λέω εγώ στην παράσταση, ενός Σλοβένου φιλόσοφου, του Σλάβοϊ Ζίζεκ, που μιλάει για τον έρωτα και τον φόβο του ανθρώπου στην εποχή μας να αφεθεί σε αυτόν ή καλύτερα να «πέσει» σε αυτόν, όπως το χρησιμοποιούν στα αγγλικά «fall in love».  Ζούμε σε μία εποχή που θέλουμε ασφαλείς συνθήκες προκειμένου να συναναστραφούμε ερωτικά ή σεξουαλικά κάποιον άλλον, χωρίς να υπάρχει το ρίσκο να πάθουμε κάτι.

Υπάρχουν στοιχεία του έργου που έρχονται να δέσουν με τη σημερινή πραγματικότητα;
Υπάρχει η αίσθηση της απομόνωσης, η μοναξιά που υπάρχει μερικές φορές, όταν βρίσκεσαι διαρκώς με ανθρώπους, αλλά στην πραγματικότητα δεν επικοινωνείς μαζί τους, υπάρχει η ανάγκη του να βρεις τη χαρά σε αντικρίσματα γύρω σου και όχι μέσα σου. Όλα αυτά διαπερνούν την παράσταση και προκύπτουν από τις ανησυχίες ολονών. Μπορεί να μην είμαστε όλοι οι ηθοποιοί της ίδιας γενιάς, αλλά είδαμε ότι με κάποιον τρόπο μας αφορούν τα ίδια πράγματα.

Όταν ήσουν μικρός πώς φάνταζε στο μυαλό σου το θέατρο; Υπήρχε κάτι που σου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση;
Πήγαινα από πολύ μικρός, μερικές φορές μου άρεσε, άλλες βαριόμουν, αλλά ποτέ δεν σκεφτόμουν ότι ήθελα να ασχοληθώ με αυτό, τουλάχιστον σε αυτές τις ηλικίες.

Με τι ήθελες να ασχοληθείς;
Τα τελευταία χρόνια της εφηβείας ήθελα να ασχοληθώ με τη σκηνοθεσία.

Ποιο είναι το κομμάτι που σε ελκύει λιγότερο όσον αφορά την ηθοποιία και ό,τι αυτή συνεπάγεται;
Η ηθοποιία είναι ένα επάγγελμα το οποίο εμπεριέχει πολλή ανασφάλεια, είναι μερικές  φορές σαν να ανατροφοδοτείται το ίδιο το επάγγελμα από την ανασφάλεια που σου δημιουργεί. Μοιάζει να μετατρέπεται σε έναν φαύλο κύκλο που σε εγκλωβίζει αντί να σε εξελίσσει. Βλέπεις ότι όσο περνάνε τα χρόνια υπάρχουν άνθρωποι που ενώ θα περίμενες να γίνουν λιγότερο ανασφαλείς γίνονται όλο και περισσότερο, παρόλο που αποκτούν και εμπειρία και τα «εύσημα» για όσα έχουν κάνει κι αυτό είναι δηλητηριώδες. Χρειάζεται να παλεύεις, να κρατάς μiα αντίσταση και να προσπαθείς να εξελίσσεσαι, ό,τι και να σημαίνει αυτό. Εξέλιξη θεωρώ και το να ξυπνήσεις ένα πρωί και να πεις ότι εγώ σταματάω αυτή τη δουλειά. Γιατί; Γιατί έτσι. Γιατί σε λίγο θα πεθάνω και θέλω να κάνω και 2-3 άλλα πράγματα.

Έχεις στα άμεσα πλάνα σου να γράψεις ή να σκηνοθετήσεις κάποιο θεατρικό έργο;
Να γράψω, όχι, δεν το έχω σκεφτεί, να σου πω την αλήθεια. Εντάξει, έχουν συμβεί κάποια ωραία πράγματα, όταν π.χ. είχα σκηνοθετήσει με έναν φίλο μου και συνάδελφο, τον Ανδρέα Κοντόπουλο και την Τζένη Θεωνά ένα έργο που είχε γράψει ο ίδιος. Ήταν κάτι πολύ δικό μας, πολύ προσωπικό και η ανάγκη να ξανασυμβεί υπάρχει. Το να εκφραστείς και λίγο παραδίπλα χωρίς αναγκαστικά να παίζεις. Χωρίς, όμως ,να γίνει με την ανάγκη του να φορεθεί ο τίτλος του σκηνοθέτη, να γίνω σκηνοθέτης στη θέση του σκηνοθέτη, αλλά μέσα από τη διαδικασία του πειραματισμού και της ανάγκης για έκφραση. Δεν υποτιμώ αυτό που λέω, ίσα ίσα μπορεί να γίνει και κάτι πολύ μεγάλο και πολύ ωραίο. Οτιδήποτε είναι μεγάλο όταν συνδέεσαι με αυτό, δεν χρειάζεται να είναι σε τεράστιες σκηνές ή να γεμίσεις τα μεγαλύτερα θέατρα της Ελλάδας προκειμένου αυτό που κάνεις να χριστεί σημαντικό.

Έχεις δηλώσει ότι δεν είναι στους στόχους σου να γίνεις αυτό που λέμε «καταξιωμένος ηθοποιός». Πώς το ορίζεις;
Αυτό που εννοώ είναι ότι δεν είναι στόχος μου να γίνω καθολικά αποδεκτός ως ένας καλός ηθοποιός. Πιστεύω ότι είναι μια χίμαιρα που κυνηγάνε κάποιοι, είναι μια σκιά, κάτι ψεύτικο. Υπάρχει μία αντικειμενικότητα αλλά είναι σχετική, διότι η δουλειά μας στην πραγματικότητα είναι υποκειμενικό θέμα. Βέβαια, αν δεν υπάρχει ούτε ένας θεατής να σε δει, δεν υπάρχεις. Αν δεν υπήρχαν εκείνοι που έρχονται να σε δουν, τότε πραγματικά η δουλειά σου δεν έχει κανένα νόημα. Κανένας δεν ευχαριστήθηκε παίζοντας έναν μονόλογο στον καθρέφτη του. Όσο όμως αντιστέκομαι στο κυνήγι αυτό, μπορώ να συνεχίσω να βρίσκομαι σε αυτόν το χώρο και να τον αντιμετωπίζω πιο καθαρά, όντας εγώ. Γιατί σε αλλάζει όλη αυτή η κατάσταση. Μπορεί κάποια στιγμή να μην περνάει αυτό που κάνεις, αλλά να είσαι εσύ, τι θα κάνεις; Θα ακυρώσεις την ύπαρξή σου και θα πεις «αυτό που είμαι εγώ είναι για πέταμα»; Άρα θα πρέπει να αλλάξεις αυτό που είσαι εσύ προκειμένου να είσαι αποδεκτός από ποιους; Από αυτούς που θα σε αποδεχτούν για 10 λεπτά και μετά θα είναι έτοιμοι στην επόμενη προσπάθειά σου να κάνουν εμετό πάνω σου; Σε αφορά η κριτική, σε συγκεκριμένο βαθμό όμως.

Σε ποιες σκηνές προτιμάς να παίζεις; Στις πιο μικρές, πιο «ζεστές» ή σε πιο μεγάλα θέατρα;
Σε όλες. Μ’ αρέσουν και τα μεγάλα θέατρα και οι σκηνές εδώ στο εθνικό, μ’ αρέσουν πάρα πολύ και οι μικρές σκηνές. Και πέρυσι έπαιζα σε μικρή σκηνή και φέτος θα ξαναπαίξω.

Η ατμόσφαιρα όμως αλλάζει στη καθεμία.
Η ατμόσφαιρα αλλάζει και η ευθύνη και η σύνδεση με τους θεατές. Οι μικρές σκηνές, για παράδειγμα, έχουν κάτι πολύ ζεστό και γουστάρω να παίζω σε σκηνές που μπορεί να σκοντάψεις στα πόδια των θεατών που έχουν έρθει να σε δουν. Υπάρχει άλλη επαφή, οι άνθρωποι, όταν περνάς από δίπλα τους, μπορούν να νιώσουν τη θερμοκρασία που έχεις ανεβάσει.

Ποια είναι η αγαπημένη σου συνήθεια μετά την παράσταση;
Συνήθως μια βόλτα με το ποδήλατο ή ένα χαλαρό ποτό σε κάποιο από τα στέκια μου.

Τι βαριέσαι πιο πολύ στις συνεντεύξεις;
Δεν μ’ αρέσουν οι συνεντεύξεις που γίνονται πάνω σε ράγες, που οτιδήποτε και να πεις δεν θα αλλάξει την κουβέντα. Δεν μπορώ επίσης τις συνεντεύξεις με e-mail, θέλω να είμαι τετ-α-τετ.

Το τρέλειρ της παράστασης «Άνεμος»

Info: «Άνεμος» | Εθνικό Θέατρο – Θέατρο Rex – Σκηνή Μαρίκα Κοτοπούλη | 9 Δεκεμβρίου 2016 – 22 Ιανουαρίου 2017