Ο Ντάμιεν Σαζέλ έφτασε, σε ηλικία λίγο πάνω από τα τριάντα, στην κορυφή του Χόλιγουντ πιο γρήγορα από οποιονδήποτε άλλο σκηνοθέτη τα αρκετά τελευταία χρόνια. Μετά το «Χωρίς Μέτρο» που ήταν μια δύναμη της κινηματογραφικής φύσης, τα σάρωσε όλα με το “La La Land” παίρνοντας και το όσκαρ σκηνοθεσίας, ενώ βρέθηκε και σε μια κυριολεκτικά πρωτοφανή θέση, όταν ανακοινώθηκε πως η ταινία του κέρδισε και το όσκαρ καλύτερης ταινίας, μέχρι να διαπιστωθεί αμέσως μετά ότι έγινε λάθος. Καθόλου μα καθόλου περίεργο λοιπόν, ότι το επόμενο πρότζεκτ του φαντάζει ακόμη πιο φιλόδοξο. Ένα φιλμ για την πρώτη φορά που έφτασε άνθρωπος σε άλλον πλανήτη, ένα φιλμ για την πρώτη φορά που πατήσαμε στο φεγγάρι, ένα φιλμ για την ακρίβεια για τον πρώτο άνθρωπο που πάτησε στο φεγγάρι στις 21 Ιουλίου του 1969, τον Νιλ Άρμστρονγκ.

Για μεγάλο μέρος του «Πρώτου Ανθρώπου», καθόλου δεν με χαλούσαν όσα παρακολουθούσα στην οθόνη, αλλά είχα την αίσθηση ότι η ταινία είναι απλά επαρκής και ικανοποιητική, αφού δεν έριχνε τον πήχη των προσδοκιών, χωρίς όμως ταυτόχρονα να τον ανεβάζει κιόλας, χωρίς τουλάχιστον να τον ανεβάζει με έναν τρόπο που θα ανταποκρινόταν στη φιλοδοξία και στο βεληνεκές ενός τόσο πολλά υποσχόμενου και μαζί ήδη καταξιωμένου σκηνοθέτη. Και καθώς εξ αντικειμένου και συνάφειας θεματολογίας η σύγκριση με τους υπέροχους «Κατάλληλους Ανθρώπους» (“The Right Stuff”) του Φίλιπ Κάουφμαν είναι αναπόφευκτη, για μεγάλο μέρος της ταινίας δύσκολα θα μπορούσα να βρω έναν λόγο να πω ότι προτιμώ αυτόν εδώ τον πρώτο, από εκείνους τους παλιότερους κατάλληλους ανθρώπους.

Δεν βοηθούσε καθόλου και ο χαρακτήρας του Νιλ Άρμστρονγκ, που υποδύεται ο Ράιαν Γκόσλινγκ. Δεν έβρισκες κάπου να πιαστείς και να ακουμπήσεις πάνω του, ούτε καν στην οικογενειακή τραγωδία που συμβαίνει στην αρχή.Αντίθετα, από τον Σαμ Σέπαρντ ως τον Εντ Χάρις κι από τον Σκοτ Γλεν ως τον Φρεντ Γουόρντ και τον Ντένις Κουέιντ όλοι οι κατάλληλοι άνθρωποι έλαμπαν. Ο Άρμστρονγκ του Γκόσλινγκ όχι μόνο δεν λάμπει, όχι μόνο είναι κλεισμένος διαρκώς στον εαυτό του και περιορίζεται στο να λύνει αποτελεσματικότατα τα προβλήματα που προκύπτουν στις διάφορες πτήσεις στην ατμόσφαιρα και έξω από αυτήν, αλλά είναι τόσο ανέκφραστος και τόσο φειδωλός στην εξωτερίκευση συναισθημάτων, που το ανδροειδές του “Blade Runner 2049” που ο Γκόσλινγκ υποδύθηκε πέρσι, μοιάζει συγκριτικά πολύ περισσότερο ανθρώπινο.

Ο τρόπος όμως που ο Σαζέλ προσεγγίζει τον χαρακτήρα του Άρμστρονγκ και η έμφαση που δίνει στον μη εξωστρεφή και γενικότερα μη γοητευτικό του χαρακτήρα, αντανακλά τη συνολικότερη προσέγγισή του στο θέμα: δεν γύρισε τον «Πρώτο Άνθρωπο» σκοπεύοντας μόνο και μόνο να μας δείξει με τον δικό του τρόπο για μια ακόμη φορά την κατάκτηση του διαστήματος, δεν γύρισε τον «Πρώτο Άνθρωπο» μόνο και μόνο για να υμνήσει, μυθοποιήσει, αποθεώσει. Είναι και η δική του οπτική πολύ πιο γήινη και πολύ πιο γκρίζα. Προς Θεού, όχι για να απαξιώσει το ταξίδι στο φεγγάρι, αλλά για να δείξει μάλλον πώς το υλικό με το οποίο είναι φτιαγμένα τα όνειρα και οι μύθοι και οι πραγματώσεις των ονείρων δεν είναι φτιαγμένο από ονειρόσκονη, είναι φτιαγμένο από καταστάσεις επώδυνες και από ανθρώπους που δεν είναι καθόλου απαραίτητο να είναι πλήρεις και φωτεινές προσωπικότητες. Δεν είναι επίσης καθόλου απαραίτητο οι δυο άνθρωποι που πάτησαν πρώτοι στη σελήνη να είναι αγαπημένοι. Βλέπουμε τον Άρμστρονγκ να αντιπαθεί εξαρχής τον Μπαζ Όλντριν. Ο Όλντριν χαρισματικά επικοινωνιακός στο δημόσιο λόγο του και διόλου διπλωματικός στις σχέσεις του με τους συναδέλφους του, ο Άρμστρονγκ προέρχεται από μια πιο παραδοσιακή, λιγομίλητη πλευρά της Αμερικής, η οποία επικεντρώνεται στο να κάνει τη δουλειά της όσο καλύτερα μπορεί και όχι στο τι εικόνα θα δείξει προς τα έξω.

 

Διόλου τυχαία δεν είναι και η επιμονή του «Πρώτου Ανθρώπου» στην μακρά σειρά των αποτυχιών που προηγήθηκαν του ταξιδιού στη Σελήνη. Η ΝΑΣΑ κατάφερε να φτάσει εκεί μετά από πολλές αποτυχίες. Και μετά από θυσίες ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους. Πληρώθηκε τίμημα σημαντικό. Και ο Σαζέλ βάζει και ως σφήνες ερωτήματα ακόμη και για τη χρησιμότητα της ίδιας της διαστημικής πολιτικής. Έστω και για ελάχιστα δείχνει κοινωνικές αντιδράσεις κι αφήνει να ακουστεί ο αντίλογος για το αν είναι προτιμότερο να ξοδεύονται τέτοια θεόρατα ποσά για το διάστημα, όταν οι συνθήκες διαβίωσης στη γη είναι για πολύ κόσμο (και δη για τους Αφροαμερικάνους) κακές. Δεν λέω ότι είναι ένας αντίλογος που ενστερνίζεται, είναι πάντως ένας αντίλογος που αφήνει να ακουστεί.

Κι αν ένα μάτσο λευκοί άντρες προσπαθούν να στείλουν λευκούς άντρες στο φεγγάρι, ο Σαζέλ αναγνωρίζει ότι στο σπίτι του άντρα – ήρωα της ταινίας του υπάρχει και μια γυναίκα, υπάρχει κι ένας άλλος άνθρωπος, άνθρωπος που δεν είναι παρακολούθημα του ήρωα, άνθρωπος που η χρησιμότητά του δεν εξαντλείται στο να μας δείξει ότι ο ήρωας είναι οικογενειάρχης, έχει γυναίκα και παιδιά. Ο ρόλος της συζύγου του Άρμστρονγκ, που υποδύεται εξαιρετικά η Κλερ Φόι, δεν είναι διακοσμητικός. Όταν η Φόι πηγαίνει στη ΝΑΣΑ, τρομαγμένη για μια αποστολή που δεν πάει καλά και ανήσυχη για την τύχη του άντρα της, οι ειδικοί της λένε ότι έχουν πρωτόκολλα ασφαλείας και προβλέψεις για κάθε ενδεχόμενο. Εκείνη τους απαντά ότι είναι ένα μάτσο αγόρια που κάνουν μοντελισμό και πως όλα τα πρωτόκολλά τους είναι θεωρίες που τις έχουν για να συντηρούν την ψευδαίσθηση ότι ελέγχουν τα πάντα.

Μπορεί κανείς να είναι ένας ήρωας όχι μόνο της Αμερικής, αλλά και της ανθρωπότητας, και να κρύβεται από τα παιδιά του; Πόσο σημαντικό είναι να φτάσεις στο φεγγάρι όταν δεν μπορείς να αποχαιρετήσεις τα παιδιά σου; Πόσο άντρας είσαι; Τι είναι η γενναιότητα; Τι είναι η επιτυχία στη ζωή; Τι σημαίνει ανδρισμός; Είναι οι άντρες ένα σωρό μεγάλα παιδιά που παίζουν με τα μοντέλα τους και τις εξερευνήσεις τους αδυνατώντας να διαχειριστούν τα συναισθήματά τους και να αντικρίσουν τα παιδιά τους;

Στο σινεμά του Σαζέλ οι ήρωες μπορούν και θέλουν να αφοσιωθούν μόνο σε αυτό που κάνουν

Και τι γίνεται όταν φτάσεις εκεί που δεν έφτασε άλλος κανείς; Είναι εντελώς βέβαιο ότι ο «Πρώτος Άνθρωπος» πήρε το πράσινο φως με το σκεπτικό ότι θα πρόκειται για ένα έργο μυθοποίησης και μάλλον το μεγαλύτερο μέρος του κοινού θα το δει έτσι, αλλά ο Σαζέλ είναι σημαντικός δημιουργός, γιατί κρύβει μέσα στην ταινία που πουλά προς τα έξω και μια πιο προσωπική δική του. Στο σινεμά του Σαζέλ οι ήρωες μπορούν και θέλουν να αφοσιωθούν μόνο σε αυτό που κάνουν. Αυτό τους αφορά, για αυτό ζουν, σε αυτό δίνονται. Οι άνθρωποι δίπλα τους θα είναι εξ ορισμού δευτερεύοντες, εξ ορισμού εμπόδια, εξ ορισμού περισπάσεις. Στο «Χωρίς Μέτρο» ο ντράμερ σταματάει την ερωτική σχέση εν τη γενέσει της. Ξέρει εκ των προτέρων ότι αυτός άλλα θέλει να κάνει, με άλλα είναι ερωτευμένος. Το “La La Land” δεν είναι μια τραγική ερωτική ιστορία: οι ήρωες ερωτεύονται σαν σε παραμύθι, ζουν τον έρωτά τους σαν σε παραμύθι, αλλά τη σχέση τους δεν τη διαλύει κανένα εξωτερικό εμπόδιο, καμία ατυχία, καμία μοίρα. Ένα τόσο δυνατό συναίσθημα έχει σημασία στη ζωή τους, αλλά όχι τη σημαντικότερη. Προηγούνται άλλα. Είναι σημαντικότερα άλλα.

Και να φτάσεις να πατήσεις στη σελήνη, σε περιμένει μετά η ζωή πίσω στη στη γη. Ίσως αν ο Άρμστρονγκ του «Πρώτου Ανθρώπου» μπορούσε να φανταστεί ένα εναλλακτικό oνειρικό φινάλε σαν αυτό του “La La Land”, θα πέθαινε στην επιστροφή, ή θα έμενε να πεθάνει στη σελήνη, πάντως δεν θα κατάφερνε ποτέ να επιστρέψει στη γη και τις ματαιώσεις που προσφέρει η κατάβαση από την κατακτημένη κορυφή. 

Ο Χιροκάζου Κόρε – Έντα κέρδισε τον φετινό Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, με τους «Κλέφτες Καταστημάτων» που θα προβληθούν σύντομα στη χώρα μας. «Το Τρίτο Έγκλημα» είναι ένα δικαστικό δράμα το οποίο σαν το «Ρασομόν» του Κουροσάβα έρχεται να δώσει διαφορετικές διαδοχικές εκδοχές της «αλήθειας». Ένας άντρας δολοφονεί έναν άλλο με άγριο τρόπο μέσα στη νύχτα και μετά καίει το πτώμα του. Το βλέπουμε να το κάνει στο ξεκίνημα της ταινίας. Και αμέσως μετά τον ακούμε να το ομολογεί και στους δικηγόρους του. Είναι αυτή η αλήθεια; Κι αν ναι γιατί το έκανε; Οι δικηγόροι θα αρχίσουν να σκαλίζουν τα πράγματα. Όχι για να τον αθωώσουν, αλλά για να αποφύγουν τουλάχιστον τη θανατική ποινή. Και η αλήθεια θα αρχίσει να παλαντζάρει και να μοιάζει ολοένα και περισσότερο αμφίβολη. Οι εκδοχές για τον φόνο αρχίσουν να διαδέχονται η μία την άλλη.

Η ιδέα ότι σε ένα δικαστήριο η αλήθεια δεν είναι και τόσο σημαντική δεν είναι σίγουρα καινοφανής. Μια κινηματογραφική ταινία όμως τις συντριπτικά περισσότερες φορές λειτουργεί και ως δικαστήριο. Εκεί θα αναζητηθεί τόσο η αλήθεια των γεγονότων, όσο και η βαθύτερη αλήθεια και τα κίνητρα των ηρώων. Και ο θεατής θα είναι ο δικαστής που θα κρίνει. Ήταν ο ήρωας καλός ή κακός; Ήταν οι πράξεις του δικαιολογημένες ή όχι; Αν στο δικαστικό σύστημα η αλήθεια είναι κάτι σχετικό και αν σημασία έχει τι μπορείς να αποδείξεις και τι μπορεί να γίνει πιστευτό, στο σύστημα επί της κινηματογραφικής οθόνης, ο παντογνώστης αφηγητής θα σου εμφανίσει την αλήθεια πίσω από τα φαινόμενα.

«Το Τρίτο Έγκλημα» πηγαίνει τα της κρίσης, της ενοχής και της τιμωρίας σε πιο υπαρξιακά επίπεδα: άνθρωποι που θα ήταν προτιμότερο να μη γεννηθούν ποτέ, άνθρωποι που αξίζουν να πεθάνουν, άνθρωποι που πεθαίνουν χωρίς να έχουν κάνει τίποτα κακό. Ως προς αυτή τη συγκεκριμένη αλήθεια του τι έγινε στον συγκεκριμένο φόνο, εναπόκειται στον θεατή να αποφανθεί αν τελικά παίρνει μια εκδοχή ως πιο πειστική ή αν σηκώνει κι αυτός τα χέρια ψηλά και παραιτείται από την ανάγκη να καταλήξει κάπου.

Ακόμη όμως και αν δεχτούμε ότι η αλήθεια μένει ως το τέλος εκκρεμής κι ακόμη κι αν πούμε ότι αυτό δεν μας ικανοποιεί ως πρόταση και θέση, είναι πολύ πιο δύσκολο να μην μείνουμε ικανοποιημένοι με όλη την πορεία αναζήτησής της. Κάθε πλάνο είναι και μια ικανοποίηση, η αισθητική αρτιότητα του «Τρίτου Εγκλήματος», η φωτογραφία, τα σκηνικά, ο τρόπος που ο Κόρε – Έντα τοποθετεί τα πρόσωπα των ηρώων του σε κάθε πλάνο είναι απολαυστικά. Στο “Zodiac” του Φίντσερ ο δολοφόνος δεν θα πιαστεί ποτέ, στο «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου» του Πάκουλα ο Νίξον θα επανεκλεγεί στο τέλος. Και στις δύο ταινίες η έμφαση δίνεται στη διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας. Στις δύο γεμάτες ώρες του «Το Τρίτο Έγκλημα» προσφέρει μια θεώρηση περί αλήθειας που άλλους μπορεί να ενθουσιάσει κι άλλους να απογοητεύσει. Αλλά η κινηματογράφησή του είναι από μόνη της ένα καλοδεχούμενο δώρο. Και έχω την αίσθηση ότι επανέρχεσαι συχνότερα ως θεατής για να ξαναδείς ταινίες που το κέντρο βάρους τους δεν είναι το μεγάλο μυστικό που θα αποκαλυφθεί στο τέλος, επανέρχεσαι συχνότερα σε ταινίες που κάθε σκηνή έχει το βάρος της, κάθε σκηνή είναι γυρισμένη σαν το να είσαι σκηνοθέτης και να κάνεις σινεμά, να είναι η μεγαλύτερη ευλογία του κόσμου.