«Μια ανάσα και σπάει»: η φράση της Λώρα για τον πολύτιμο γυάλινο μονόκερώ της, θα μπορούσε να είναι και ο υπότιτλος του Γυάλινου κόσμου του Δημήτρη Καραντζά. Ο χαρισματικός σκηνοθέτης, με την αγαστή σύμπλευση των συνεργατών του, φτιάχνει μια παράσταση εύθραυστη, χειροποίητη, επικίνδυνη, στην ουσία της πειραματική, μια δημιουργία που προσεγγίζει με καθαρή ματιά το αρυτίδωτο αριστούργημα του Τένεσι Ουίλιαμς.

«Ναι, έχω τεχνάσματα στην τσέπη, πράγματα κρυφά μες στα μανίκια. Αλλ’ εγώ είμαι το ακριβώς αντίθετο του μάγου. Εκείνος στη σκηνή σε ταΐζει ψευδαίσθηση με την εικόνα της αλήθειας. Εγώ σου φέρνω την αλήθεια ντυμένη με τον γλυκό μανδύα της ψευδαίσθησης», λέει ο αφηγητής Τομ, λιτά και απέριττα, καθώς περπατά σε ένα σκηνικό γεμάτο από θραύσματα γυαλιού, αλλάζει φίλτρα σε προβολείς και προετοιμάζει τον χώρο για την …ανα-παράσταση.

Με αφετηρία το κείμενο-μανιφέστο, με το οποίο ο Τένεσι Ουίλιαμς στον πρόλογο του Γυάλινου κόσμου αποκηρύσσει τον νατουραλισμό και προτείνει μια νέα ριζοσπαστική φόρμα, ώστε να έρθει το θέατρο ένα βήμα πιο κοντά στην αλήθεια, αυτήν της κρυφής υποκειμενικής ζωής, ο Καραντζάς στήνει μια παράσταση όπου κι ο ίδιος αναζητά μια νέα σκηνική γλώσσα. Σε αυτήν, όλα τα θεατρικά εργαλεία είναι στα χέρια των ηθοποιών. Εκείνοι χειρίζονται το φως, τη μουσική, τον ήχο, εκείνοι δημιουργούν και αποδομούν τον σκηνικό χώρο. Εκείνοι ανασυνθέτουν το «έργο μνήμης», όπως το όρισε ο συγγραφέας του.

Η αφήγηση της ιστορίας είναι αποσπασματική. Ο Ουίλιαμς ζουμάρει σε ορισμένες στιγμές-σημάδια, που η μνήμη τις καθιστά  αιώνιες. 1943: βρισκόμαστε στο Μιζούρι, στη φτωχική οικία των Ουίνγκφιλντ. Ο πατέρας έχει εγκαταλείψει την οικογένεια. Ο γιος (Τομ), ο αφηγητής του έργου, ποιητής σε μια μη ποιητική εποχή, δουλεύει σε ένα υποδηματοποιείο για να συντηρήσει την οικογένεια. Η μάνα (Αμάντα), κυριαρχική απέναντι στα παιδιά της, φέρει το τραύμα της εγκατάλειψης του άντρα της με σθένος. Η κόρη (Λώρα), με μια ελαφρά αναπηρία στο πόδι, εσωστρεφής και εύθραυστη σαν τη συλλογή με τα γυάλινα ζωάκια της. Η Αμάντα κάποια στιγμή οργανώνει με τη βοήθεια του Τομ, την επίσκεψη ενός υποψήφιου -εν αγνοία του- μελλοντικού συντρόφου (Τζιμ) για τη Λώρα. Η επιπολαιότητα του Τζιμ, που τυχαίνει να είναι και ο εφηβικός, πλατωνικός της έρωτας, θα κάνει τη Λώρα να ραγίσει. Η επίσκεψη θα καταλήξει σε φιάσκο. Ο Τομ φεύγει, εγκαταλείπει και αυτός την οικογένεια. Όσο μακριά κι αν βρίσκεται, όμως, η μνήμη της αδελφής του τον στοιχειώνει: Αχ Λώρα, Λώρα, πολέμησα να σε αφήσω πίσω, αλλά σου είμαι περισσότερο πιστός από όσο θα ήθελα…»

Κινητήρια έμπνευση για το έργο, ένα ανεξίτηλο τραύμα του συγγραφέα. Η μεγάλη τέχνη, άλλωστε, εκκινεί από το βίωμα και είναι πάντα …αδιάκριτη. Ο Ουίλιαμς, όπως είναι γνωστό, βίωσε κι εκείνος την πατρική απουσία και εγκατέλειψε έπειτα κι εκείνος τη μητέρα και την αδελφή του Ρόουζ, που έπασχε από σχιζοφρένεια. Η Ρόουζ, με την οποία είχε μια βαθιά συναισθηματική σύνδεση, υποβλήθηκε, με την άδεια της μητέρας του, σε μία από τις πρώτες εγχειρήσεις λοβοτομής στην Αμερική, που είχε ως συνέπεια να μείνει «φυτό». Το τραύμα μεταμορφώνεται σε τέχνη. Ο συγγραφέας γίνεται ο αφηγητής της ιστορίας του. Με αγωνία για τον τρόπο αναπαράστασής της.

Ο Καραντζάς επενδύει τόσο στο στοιχείο του τραύματος όσο και στην ανησυχία του συγγραφέα για την αναπαράστασή του, καθώς διαβάζει τον Γυάλινο κόσμο ως ένα έργο για την υπαρξιακή μοναξιά, αλλά και για το ίδιο το θέατρο. Τοποθετεί τους ηθοποιούς του σε ένα εύθραυστο σκηνικό σύμπαν που εκείνοι ορίζουν. Η συνθήκη αυτή θέτει σε διαρκή εγρήγορση τους ηθοποιούς και επιτρέπει στον σκηνοθέτη να εμπλουτίσει την παράσταση με μη λεκτικά σχόλια, με χειρονομίες που φωτίζουν το έργο αναπάντεχα.

Έτσι, ο σκηνικός χώρος (Ελένη Μανωλοπούλου) εγκιβωτίζει την επώδυνη μνήμη και το θέατρο. Όλα βρίσκονται εκεί για κάποιο λόγο: το χαρτί που καλύπτει το πάτωμα πάνω στο οποίο γράφει ή ζωγραφίζει ο Τομ, σαν να είναι το σανίδι της σκηνής το τετράδιό του. Και το χαρτί που θα σκιστεί, όπως οι καρδιές των προσώπων στην πορεία του έργου. Το αχνό φως που υπηρετεί τη θραυσματικότητα της μνήμης και την άρνηση των προσώπων να δεχτούν την πραγματικότητα. Τα θρύψαλα του γυαλιού που αντανακλούν τη μνήμη, ηχούν σαν περπάτημα πάνω σε πάγο αλλά χρησιμεύουν και σαν γυάλινα πετράδια για να «παίξουν θέατρο» τα δυο αδέλφια, όταν ο Τομ διηγείται στη Λώρα τις μεταμορφώσεις του Μάγου Μαλβόλιο. Οι διαφάνειες με το πορτρέτο του πατέρα που εμποδίζουν την κίνηση μέσα στο σπίτι, ένα κουτσό τραπεζάκι που θυμίζει την …κουτσή ζωή της οικογένειας Ουίνγκφιλντ, ένα αναμμένο κερί, κολλημένο με ταινία στον τοίχο, που σβήνει, όταν η Λώρα λυγίζει στην αποκάλυψη του Τζιμ ότι είναι αρραβωνιασμένος.

Είναι θαυμαστό να φεύγει κανείς από μια παράσταση με τόσο «λίγη» ψευδαίσθηση, και να κουβαλά τόσο πολλές σημαίνουσες εικόνες. Οι ηθοποιοί υπερασπίζονται με ανεπιτήδευτη γύμνια τους ρόλους τους –εδώ βοηθιούνται και από την άγουρη, σε σημεία σχεδόν άτεχνη, μετάφραση του Αντώνη Γαλέου. Ο Χάρης Φραγκούλης-Τομ ισορροπεί επιδέξια σ΄ έναν ρόλο που κινείται διαρκώς ανάμεσα στην αφήγηση και τη βίωση. Μας μεταφέρει τον σπαραγμό του ανθρώπου που δεν έχει καμία διέξοδο. Που η φυγή του έχει καταστεί αδύνατη. Η Μπέττυ Αρβανίτη φτιάχνει μια Αμάντα με κυρίαρχο θρησκευτικό αίσθημα, μια γυναίκα που ξέρει να επιβάλλεται και που έχει μια σχεδόν διπολική στάση απέναντι στη ζωή. Λείπει, ωστόσο, η ελαφράδα, η ζωτικότητα της γυναίκας που δεν αφήνει την πεζή πραγματικότητα να την καθηλώσει. Η Ελίνα Ρίζου-Λώρα, εξαιρετική στη μη ρεαλιστική απεικόνιση της αναπηρίας, μαγνητίζει στις στιγμές της, με κορυφαία τον αλλόκοτο, σαν την …πρώτη φορά, χορό της με τον Τζιμ (Έκτορας Λιάτσος).

Οι δραματικές στιγμές υπερισχύουν, δημιουργώντας προς το φινάλε, με τη βοήθεια της μουσικής (Κορνήλιος Σελαμσής), μια κατανυκτική ατμόσφαιρα. Έχω την αίσθηση, ωστόσο, ότι λίγο μεγαλύτερη έμφαση στο χιούμορ θα προσέδιδε ακόμη μεγαλύτερη αντίστιξη και δραματική ένταση σε μια αναμφίβολα σπαραχτική ιστορία.

Η παράσταση αναδεικνύει τις τσεχοφικές περιοχές του έργου και ιδιαίτερα τη συγγένεια με τον τσεχοφικό Γλάρο, το πιο αγαπημένο έργο του Ουίλιαμς, το οποίο μάλιστα είχε διασκευάσει με τίτλο Το τετράδιο του Τριγκόριν: η αγωνία για την εύρεση νέων μορφών έκφρασης στο θέατρο, η ταύτιση του γλάρου με τον τραυματισμένο μονόκερω, με την ίδια τη …λοβοτομημένη Λώρα-Ρόουζ, οι θεματικές του απο-χωρισμού από τη μητέρα, της απόρριψης, του χρόνου… Και εδώ, «ο χρόνος» είναι «η μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα σε δύο τόπους».

Όσο ο Γυάλινος κόσμος του Καραντζά προχωρά το ταξίδι του, κάθε βράδυ ο Τομ, εγκλωβισμένος στη φυλακή της μνήμης του, θα αφηγείται σχεδόν εμμονικά την ίδια ιστορία. Ή μήπως η μνήμη, όπως και το θέατρο, ως ζωντανό στοιχείο θα οδηγήσει σε ελαφρές παραλλαγές, σε παραλείψεις ή προσθήκες της στιγμής, επιβεβαιώνοντας τα λόγια της Laurie Anderson ότι «κάθε φορά που αφηγούμαστε μια ιστορία, την ξεχνάμε όλο και περισσότερο»; Μια δεύτερη επίσκεψη στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας θα λύσει την απορία του …εμμονικά θεατρόφιλου θεατή.

Info παράστασης:

Γυάλινος Κόσμος | 2 Νοεμβρίου 2018 – 21 Απριλίου 2019 | Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας