Από τις 12 έως τις 30 Δεκεμβρίου, στη Μικρή Σκηνή της Στέγης, δύο ζευγάρια ξενυχτούν, καταναλώνοντας άφθονο αλκοόλ. Το πάρτι ξεκινά. Τα συναισθήματα καιροφυλακτούν, έτοιμα να πυρπολήσουν την ιερότητα του ζεύγους, την καρδιά του δυτικού πολιτισμού. Η γνώση χρησιμοποιείται ως όπλο εξουδετέρωσης του άλλου. Στη ζούγκλα του σαλονιού, ο ένας στήνει παγίδες στον άλλον, περιμένοντας να πέσει σε αυτές το θύμα του.

Η Μαρία Πανουργιά, με έναν εξαιρετικό θίασο, που αποτελείται από τους Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη, Λένα Κιτσοπούλου, Γιάννη Παπαδόπουλο, Στέλλα Βογιατζάκη, και υπό τους ήχους του Blaine L. Reininger, μας καλεί να δούμε το Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;, το έργο με το οποίο ο Edward Albee τάραξε το κοινό των 60s. Ας γυρίσουμε πίσω το χρόνο για να δούμε τι συνέβη από το πρώτο του ανέβασμα.

Το θεατρικό έργο του Edward Albee «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» για περισσότερες από πέντε δεκαετίες βρίσκεται στην κορυφή των ρεπερτορίων των θεατρικών σκηνών ολόκληρου του κόσμου. Ο Edward Albee γνωστός για τη δεξιοτεχνική και ψυχρή θεώρηση της σύγχρονης ζωής στα έργα του, ήταν από αυτούς που αναβίωσαν το μεταπολεμικό Αμερικανικό θέατρο στις αρχές του ’60. Η τολμηρή μείξη των έντονων διαλόγων, της σκληρής γλώσσας με τη μαεστρία της ανάλυσης των χαρακτήρων, μέσα από το Ποιος Φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ, μας χάρισαν ένα από τα σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου.

Το έργο έκανε πρεμιέρα το 1962, κατά τη διάρκεια της περίφημης κρίσης της Κούβας, ενώ το κοινό κατέφευγε στο θέατρο για να ξεχάσει την πυρηνική απειλή που πλανιόταν επάνω από τις ΗΠΑ και τον κόσμο. Βγήκαν σοκαρισμένοι από το έργο εξαιτίας της σκληρής γλώσσας που μέχρι τότε είχαν δει να χρησιμοποιείται μόνο σε πειραματικές παραστάσεις. Όμως όλοι κατάλαβαν, ότι πρόκειται για ένα έργο που πρόκειται να σπάσει ταμεία. Η γλώσσα του Albee ήταν αυτή που στην ουσία άλλαξε και τον χολυγουντιανό ορίζοντα της δεκαετίας, όταν αποφάσισαν να το γυρίσουν σε ταινία και ο Ernest Lehman, ο σεναριογράφος αποφάσισε να διατηρήσει αναλλοίωτη τη σκληρή γλώσσα του θεατρικού που τόσο είχε ταράξει το κοινό τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Συνάντησε αντιδράσεις αλλά η άποψή του υπερίσχυσε.

Πριν από το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» ο Albee είχε ήδη γράψει τα έργα The Zoo Story (Ιστορία του ζωολογικού κήπου,1958), The Death of Bessie Smith (Ο θάνατος της Μπέσι Σμιθ, 1959), The Sandbox (1959), Fam and Yam (1959) και το The American Dream.

Ο Edward Albee γεννήθηκε στην Ουάσινγκτον και δύο εβδομάδες αργότερα υιοθετήθηκε και μεταφέρθηκε στο Westchester County στη Νέα Υόρκη. Ο θετός πατέρας του Albee, γιος του θεατρικού μεγαλο-παράγοντα E.F. Albee, είχε στην ιδιοκτησία του πολλά θέατρα, με αυτό τον τρόπο ο Edward εξοικειώθηκε με το θέατρο από την παιδική του ηλικία. Έφυγε από το σπίτι του στα τέλη της εφηβείας του, ήταν ατίθαση φύση και αποβλήθηκε από το κολέγιο. Μέχρι το 2003 αφιέρωσε μεγάλο μέρος του χρόνου του στην προώθηση του αμερικανικού πανεπιστημιακού θεάτρου, δίνοντας συχνά ομιλίες σε πανεπιστήμια και υπηρετώντας ως διακεκριμένος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον από το 1989 ως το 2003.

Η πρώτη παράσταση στο Μπροντγουέι ήταν σε σκηνοθεσία του Άλαν Σναϊντερ και είχε στη σκηνή τους: Ούτα Χάγκεν (Μάρθα), Άρθουρ Χιλ (Τζορτζ), Τζορτζ Γκριτζαρντ (Νικ) και Μελίντα Ντίλον (Χόνεϊ). Η πρώτη παράσταση στην Ιταλία ήταν ένα μεγάλο πολιτιστικό και εθιμικό γεγονός: ο σκηνοθέτης ήταν ο ήδη καταξιωμένος Φράνκο Τζεφιρέλι και οι ηθοποιοί που υποδύονταν το ώριμο ζευγάρι ήταν δύο από τις μεγάλες μορφές του ιταλικού θεάτρου : ο Ενρίκο Μαρία Σαλέρνο (ο οποίος βραβεύτηκε ως ο καλύτερος ηθοποιός της εποχής) και η Σάρα Φεράτι, μαζί με τον Ουμπέρτο Ορσίνι και τη Μανουέλα Άντρει.

Η φιγούρα της Βιρτζίνια Γουλφ δεν έχει σε τίποτα να κάνει με το δράμα: ο τίτλος είναι ένα λογοπαίγνιο με το τραγούδι Ποιος φοβάται το μεγάλο κακό λύκο; (Who’s Afraid of the Big Bad Wolf?), όπου ο Τζορτζ και η Μάρθα μουρμουρίζουν κάποιες φορές, ζωντανεύοντας έτσι τον «κακό λύκο» που βρίσκεται στην ύπαρξή τους, και την ίδια στιγμή την «Βιρτζίνια Γουλφ» που υπάρχει μέσα τους, ανισόρροπη και αυτοκαταστροφική όπως ο γάμος τους, ακόμα και αν μερικές φορές το νεότερο ζευγάρι φαίνεται να είναι μια ονειρική αναπαράσταση, μια έκδοση της Μάρθας και του Τζορτζ που γεννήθηκε μόνο από το μυαλό και των δύο.

Όταν το 1966 ο Τζακ Γουόρνερ πλησίασε τον Edward Albee λέγοντάς του ότι ήθελε να αγοράσει τα δικαιώματα του θεατρικού του, που είχε κάνει πρεμιέρα στο Μπρόντγουεϊ το 1962, του ανακοίνωσε ότι σκέφτεται την Μπέτι Ντέιβις και τον Τζέιμς Μέισον για τους ρόλους της Μάρθας και του Τζορτζ. Όμως ο σκηνοθέτης της ταινίας Μάικ Νίκολς (στην πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα) κι ο σεναριογράφος Ernest Lehman φοβήθηκαν ότι, σε περίπτωση που προσλάμβαναν τη Ντέιβις και το Μέισον, το κοινό δε θα άντεχε να κάτσει να δει ολόκληρη την ταινία. Η ένταση που θα δημιουργούταν από τις φωνές μεταξύ της ηλικιωμένης Μάρθας και του μαλθακού Τζορτζ επρόκειτο να κρατήσει δυο ώρες και το αποτέλεσμα με την αρχική διανομή των ρόλων ίσως να ήταν υπερβολικό για τις αντοχές του ανυποψίαστου κοινού. Προτίμησαν λοιπόν την ευκολότερη λύση, δηλαδή να αναθέσουν τους κεντρικούς ρόλους στο δημοφιλέστερο ζεύγος του Χόλιγουντ εκείνη την περίοδο, την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Ρίτσαρντ Μπάρτον. Η επιλογή της Τέιλορ, η οποία εκείνη την περίοδο θεωρούταν ως μια από τις ομορφότερες γυναίκες στον κόσμο, για να υποδυθεί την πενηντάχρονη και κακοντυμένη Μάρθα, ήταν αμφιλεγόμενη, αλλά η ηθοποιός πήρε 14 κιλά και η ερμηνεία της, μαζί με εκείνη του Μπάρτον, του Σίγκαλ και της Ντένις έλαβε εξαιρετικές κριτικές. Ο Edward Albee εξεπλάγη με την επιλογή της Τέιλορ, αλλά αργότερα δήλωσε ότι ήταν καλή κι ότι ο Μπάρτον ήταν εξαιρετικός, αν και συνέχισε να πιστεύει ότι σε περίπτωση που είχαν αναθέσει τους ρόλους στην Ντέιβις και τον Μέισον, η ταινία θα ήταν λιγότερο πομπώδης και θα διείσδυε σε μεγαλύτερο βαθμό στην ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών.

Όταν ξεκίνησαν τα γυρίσματα η Λεγεώνα της Κοσμιότητος της καθολικής εκκλησίας, έδωσε τελεσίγραφο στο στούντιο, απειλώντας ότι αν οι φήμες πάνω στο αντικείμενο της ταινίας ήταν αληθινές ίσως να λογόκριναν την ταινία, απαγορεύοντας την προβολή της σε ανήλικο κοινό. Κράτησαν επιφυλάξεις όμως, λέγοντας ότι θα περίμεναν να δουν την ταινία. Εντονότερη ήταν η αντίδραση της Ένωσης Κινηματογραφιστών Αμερικής, απειλώντας την Warner, χωρίς να περιμένουν τη δοκιμαστική προβολή της ταινίας, ότι αν η σκληρή γλώσσα του θεατρικού διατηρούνταν χωρίς αλλαγές δεν επρόκειτο να δώσουν την έγκριση για την προβολή της.

Οι παραγωγοί της Warner Bros. κάθισαν να δουν την ταινία, εφόσον είχε ήδη περάσει από μοντάζ. Παρών στην αίθουσα ήταν ένας δημοσιογράφος του περιοδικού Life, ο οποίος έγραψε την εξής ατάκα ενός από τους παραγωγούς: Θεέ μου, έχουμε στα χέρια μας μια βρώμικη ταινία, 7 εκατομμυρίων δολαρίων!

Το Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; παρέμεινε το πιο διάσημο έργο του Edward Albee. Όπως έλεγε και ο ίδιος:

«έγινε το λαμπερό αλλά κάπως βαρύ μετάλλιο που κρεμόταν στον λαιμό μου. Όλοι μου ζητούσαν να γράφω συνέχεια κι από ένα καινούριο “Ποιος φοβάται”… Δεν τους έδωσα ποτέ σημασία. Όταν γράφεις, δεν μπορείς να είσαι υπάλληλος».