30 Δεκεμβρίου 1946, Σικάγο. Στο κατώφλι του 1947 έρχεται στον κόσμο η Πατρίσια Λι Σμιθ, που τώρα όλοι ξέρουμε ως Πάτι Σμιθ. Το παραλίγο πρωτοχρονιάτικο μωρό της οικογένειας Σμιθ θα μεγαλώσει φτωχικά και κάθε φορά που θα αρρωσταίνει και ο πυρετός της θα χτυπάει κόκκινο, εκείνη θα βρίσκει την ευκαιρία να ακονίζει τη φαντασία της.

«Πέρασα όλες τις παιδικές αρρώστιες και η καθεμία με βοηθούσε να κατακτήσω ένα νέο επίπεδο συνειδητότητας», μας εκμηστυρεύεται χρόνια αργότερα στο αυτοβιογραφικό «Πάτι και Ρόμπερτ» (εκδόσεις Κέδρος, 2010).

Τα περίπλοκα ταξίδια της φαντασίας της ίσως εξηγούν και την αυθεντική καλλιτεχνική της φύση, εξίσου επιτυχημένη σε όλες της τις εκφάνσεις: τραγουδοποιός, ποιήτρια, συγγραφέας, φωτογράφος. Σ’ ένα απ’ αυτά θα πήρε την απόφαση να μπλέξει την ποίηση με το ροκ εν ρολ, χωρίς βέβαια ποτέ να φανταστεί ότι αυτό θα της έδινε τον τίτλο της ιέρειας του πανκ κινήματος.

Πριν μπλέξει την ποίηση με τη garage rock, γυρίζοντας επειδικτικά την πλάτη στην ντίσκο ατμόσφαιρα της εποχής, θα περάσει τα εφηβικά της απογεύματα με τους συμμαθητές της διαβάζοντας Άρθουρ Ρεμπώ, ακούγοντας Rolling Stones και χορεύοντας Τζέιμς Μπράουν.

Όταν θα γίνει 16, η μητέρα της θα της χαρίσει τη βιογραφία του Ντιέγκο Ριβέρα. Εκείνη θα γοητευτεί από τα έργα του και θα θελήσει να πάρει τη θέση της Φρίντα Κάλο στα όνειρα της. Όταν θα επισκεφτεί το «Μπλε Σπίτι» της Κάλο και του Ριβέρα στο Μεξικό το 2012, η ζωή της δεν θα έχει την αθωότητα των 16 της χρόνων, ο ενθουσιασμός της όμως θα είναι ο ίδιος για να θαυμάσει – με άλλα μάτια πια – την τέχνη που τη συγκλόνισε μικρή.

Στα 19 της θα μάθει το σεξ με τον πλέον άσχημο τρόπο, αφού μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη θα την αναγκάσει να δώσει το μωρό της για υιοθεσία. Τότε είναι που θα παρατήσει τις σπουδές της στο Glassboro State Teachers College, θα λοξοδρομήσει από τη φιλοδοξία της Καθηγήτριας Τέχνης και θα αναζητήσει την απόλυτη ελευθερία στους δρόμους της φτωχής, επικίνδυνης αλλά και καλλιτεχνικά γοητευτικής Νέας Υόρκης του ’60.

Patti Smith & Robert Mapplethorpe

Εκεί θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τον Ρόμπερτ Μάπλθορπ, αυτόν τον σπουδαίο φωτογράφο που λίγα χρόνια αργότερα θα της δηλώσει ότι είναι ομοφυλόφιλος και θα πεθάνει πρόωρα το 1989 από Aids στα 42 του χρόνια. Νέοι και άσημοι στη Νέα Υόρκη, θα ζήσουν έναν ροκ έρωτα, σαν κινηματογραφικό ρομάντζο, αναζητώντας την πρόκληση στην τέχνη τους. Εκείνη στην ποίηση, εκείνος στη φωτογραφία.

Στο πρελούδιο της δόξας τους, με ελάχιστα χρήματα, έριχναν κορόνα-γράμματα για να δουν αν θα αγοράσουν σάντουιτς για να φάνε ή υλικά για την τέχνη τους, με την Πάτι να του λέει να μην ανησυχεί για τις θυσίες τους, αφού η αφοσοίωση στην τέχνη είναι ανταμοιβή.

Το 1975, ο Ρόμπερτ θα την απαθανατίσει στο εξώφυλλο του “Horses”, του θρυλικού πρώτου της άλμπουμ που θα μείνει χαραγμένο στην ιστορία της μουσικής. Ο σκληρός, ηλεκτρονικός ήχος θα συνοδέψει άψογα τους προκλητικούς στίχους των ποιημάτων της και η Πάτι θα τραγουδήσει «Ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες κάποιου, όχι όμως για τις δικές μου».

Τέσσερις δίσκους μετά, τυλιγμένη στη φλόγα της επιτυχίας, θα γνωρίσει τον Φρεντ Σόνικ Σμιθ (κιθαρίστα των MC5). Γρήγορα θα ερωτευτούν, γρήγορα θα παντρευτούν και ακόμα πιο γρήγορα θα αποκτήσουν δυο παιδιά. Είναι η στιγμή που η Πάτι θα αφοσοιωθεί στην οικογένειά της και θα πάρει ένα διάλειμμα σχεδόν δέκα χρόνων από τη δισκογραφία.

Τις ευτυχισμένες μέρες στο πλευρό του Φρεντ θα μας αφηγηθεί πολύ αργότερα στο δεύτερο αυτοβιογραφικό της πόνημα “M Train”. Ο θάνατος θα της χτυπήσει για άλλη μια φορά την πόρτα το 1994, όταν ο Φρεντ θα πεθάνει πρόωρα από καρδιακή ανεπάρκεια. Συντετριμμένη, θα μετακομίσει στη Νέα Υόρκη, βρίσκοντας παρηγοριά στη μεγάλη της αγάπη, τη μουσική, με την κυκλοφορία του “Gone Again” το 1996.

Η ιδιαίτερη ψυχοσύνθεσή της θα μείνει για πάντα ηχογραφημένη στο χιλιοτραγουδισμένο “Because the night”, στο επαναστατικό “People have the power” και στο ιδιοσυγκρασιακό “Redondo Beach”.

Στα 72 της, παραμένει φανατική βιβλιοφάγος, θερμή ακτιβίστρια, λάτρης των τηλεοπτικών σειρών (η αγαπημένη της είναι το “The Killing”) και φυσικά μια αφοσοιωμένη καλλιτέχνης.

Η δραστήρια Πάτι, που όπως μας εξομολογήθηκε στο “M Train” κάποτε είχε ταξιδέψει στον τάφο του Ζαν Ζενέ για να του αφήσει δύο «ιερές πέτρες», παραμένει βαθιά αισιόδοξη για τη ζωή. Ακόμα κι αν με απαισιοδοξία κάποτε είχε παραδεχτεί πως :

«τίποτα δεν μπορεί να αναπαραχθεί πραγματικά. Ούτε μια αγάπη, ούτε ένα πετράδι, ούτε ένας στίχος».

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Linda-Smith-Bianucci