[ 1  ]

Χένρι Τζέιμς | Τι ήξερε η Μέιζι;

Την αγάπησα τη Μέιζι. Αγάπησα περισσότερο και τον Χένρι Τζέιμς που γράφει το πιο παράξενο μυθιστόρημά του κοιτάζοντας τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός αθώου παιδιού.

Η Μέιζι ενηλικιώνεται μέσα σε έναν κόσμο τρομερής διαφθοράς που τον βιώνει από την ηλικία των πέντε ετών όταν οι γονείς της αποφασίζουν να χωρίσουν. Η Μέιζι είναι το παιδί «ως όχημα εξουσίας» και οικονομικών διακανονισμών ανάμεσα στις δυο πλευρές, τον πατέρα και τη μητέρα της. Οι γονείς ενδιαφέρονται περισσότερο για τη δική τους ζωή, η τρυφερότητα και η στοργή με την οποία οφείλουν να περιβάλλουν το μοναδικό παιδί τους είναι μια λέξη άγνωστη. Η Μέιζι ζει μέσα σε έναν κόσμο που πολύ λίγα έχει να της προσφέρει, την ανεύθυνη συμπεριφορά των ενηλίκων, ένα ανύπαρκτο ηθικό σύμπαν. Η Μέιζι στην ουσία δοκιμάζεται από μια πολύ τρυφερή ηλικία και στην παρατήρηση του κόσμου που κάνει βρίσκουμε το κέντρο όλων όσων απασχολούν τον Τζέιμς σε σχέση με το άτομο, τη συνείδηση και την αντίληψή του.

Η Μέιζι σε έναν κόσμο που δεν της επιτρέπονται πολλές επιλογές δοκιμάζεται με τον σκληρό τρόπο των ενηλίκων, που δεν παραλείπουν να φέρουν σε πρώτο πλάνο και μπροστά στα μάτια της την ασχήμια του κόσμου. Στην Μέιζι οι ενήλικες μπορούν να προβάλλουν ό,τι θέλουν. Μέσα από τον χαρακτήρα του ανήλικου παιδιού που έπλασε, ο Χ. Τζέιμς, κατηγορεί σκληρά μια κοινωνία διεφθαρμένη και παρακμιακή που αγνοεί επιδεικτικά έννοιες όπως η ευθύνη και η υπευθυνότητα. Ο Χ. Τζέιμς κρίνει όχι μόνο πρόσωπα αλλά και την ίδια την κοινωνία ως αμελή και κατεστραμμένη με σκοτεινό χιούμορ. Είναι μια παραλλαγή ενός αγαπημένου του θέματος, αυτού της διαφθοράς των αθώων. Όταν η Μέιζι θα γίνει 13 ετών θα αποφασίσει για ένα μέλλον μέσα από τα μαθήματα «προσαρμογής» που έχει πάρει μέχρι τώρα για να επιβιώσει με το ηθικό κέντρο καλοσύνης να υπάρχει πάντα σε δοκιμασία, ενώ αναζητά τα θεμέλια της καλοσύνης που μπορούν να της δείξουν την αλήθεια του κόσμου.

Το βιβλίο «Τι ήξερε η Μέιζι;» του Χένρι Τζέιμς, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Σώτης Τριανταφύλλου

[ 2 ]

Τζον Στάινμπεκ | Το μαργαριτάρι

Όταν ο Τζον Στάινμπεκ επέστρεψε από τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, σωματικά και ψυχικά τραυματισμένος, θεράπευσε τον εαυτό του γράφοντας. Το 1947 έγραψε Tο Μαργαριτάρι και η ιστορία εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο τεύχος του Δεκεμβρίου του 1945 στο περιοδικό Woman’s Home Companion ως Το Μαργαριτάρι του Κόσμου. Εικονογραφήθηκε από τον Τζον Άλαν Μάξγουελ. Το μυθιστόρημα είναι μια ευφάνταστη αφήγηση μιας ιστορίας που άκουσε ο Στάινμπεκ στη Λα Παζ το 1940, όπως αφηγείται στο The Log From the Sea of Cortez, την οποία περιέγραψε στο Κεφάλαιο 11 ως «τόσο σαν παραβολή που σχεδόν δεν μπορεί να είναι». Το Μαργαριτάρι είναι ένα σχόλιο για την ανθρώπινη απληστία και την προσήλωση στην υλική ευμάρεια, που όμως δε συνεπάγεται και την ευτυχία

Στη νουβέλα, ο βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας συγγραφέας αφηγείται την τραγική ιστορία ενός φτωχού ανδρόγυνου, του Κίνο και της Χουανίτα, που νομίζουν πως η τύχη τους αλλάζει όταν ο Κίνο, έμπειρος αλιέας μαργαριταριών, βρίσκει στη θάλασσα το Μαργαριτάρι του Κόσμου. Το μαργαριτάρι θα γίνει το κέντρο της σωτηρίας τους, αυτό που θα θεραπεύσει τον άρρωστο γιo τους Κογιοτίτο και θα τους αλλάξει τη ζωή προσφέροντάς τους ένα καλύτερο μέλλον. Με απόλυτη πίστη στο μαργαριτάρι του ο φτωχός ψαράς εθελοτυφλεί μπροστά σε καταστροφές και δεινά.

Μιλά όχι μόνο για την ανθρώπινη αφέλεια, την «άχρηστη» πίστη αλλά και για την απληστία και τον υλισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι περισσότερα από 70 χρόνια έχουν περάσει από τη συγγραφή του και το μαργαριτάρι διδάσκεται στα αμερικανικά σχολεία.

Μέσα στις σελίδες του ο αναγνώστης βλέπει με τον τρόπο του Στάινμπεκ τη μάχη του καλού με το κακό, τη φύση της εξουσίας και την αξία της ανιδιοτελούς αγάπης.

Το βιβλίο «Το Μαργαριτάρι» του Τζον Στάινμπεκ σε μετάφραση Μιχάλη Μακρόπουλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

[ 3 ]

Λέον Τολστόϊ | Οικογενειακή ευτυχία

«Ο δαίμονας ο Τολστόι που καταλάβαινε τη ζωή στην ολότητά της… και όλα όσα μπορούσες να ξέρεις για την ανθρώπινη καρδιά και τον ανθρώπινο νου, είτε η καρδιά ή ο νους ανήκαν σε άντρα ή γυναίκα, και πώς ήταν δυνατόν, αναρωτιόταν, να ξέρει ένας άντρας όσα ήξερε ο Τολστόι για τις γυναίκες», γράφει ο Πολ Όστερ δια στόματος του ήρωά του στο μυθιστόρημά του 4321. Η οικογενειακή ευτυχία του Τολστόι είναι το αριστουργηματικό πορτρέτο της συναισθηματικής εξέλιξης μιας γυναίκας, η ανατομία ενός γάμου.

Η δεκαεπτάχρονη Μάσα, µετά τον θάνατο των γονιών της, παντρεύεται τον Σεργκέι Μιχάηλιτς, τον φίλο του πατέρα της. Μεταξύ τους αναπτύσσεται µια τρυφερή σχέση που χαρίζει και στους δύο την ευτυχία, η ζωή τους όµως θ’ αλλάξει όταν αποφασίζουν να εγκατασταθούν για λίγο στην Πετρούπολη. Η Μάσα ξελογιάζεται από τη γοητεία των κοσµικών σαλονιών και ο γάµος της αρχίζει να ξεθωριάζει.

Ο Τολστόι ανατέμνει το συζυγικό βίο με τον πιο διεισδυτικό αλλά και βαθιά ανθρώπινο τρόπο. Η ηρωίδα που θέλει να ξεφύγει από τα δεσμά του γάμου και να ζήσει την περιπέτεια της ενηλικίωσής της, ανακαλύπτει ότι η αγάπη και η αφοσίωση, η προσωπική γαλήνη και η αλήθεια είναι ένα καράβι που το τιμόνι του κρατά ο σύζυγός της και πρέπει να συνεισφέρει ώστε να το οδηγήσουν σε ένα απάνεμο λιμάνι.

Ο Τολστόι παρακάμπτει τα μεγάλα πάθη για να αναδείξει σε αυτή την ιστορία το ανεξάντλητο κεφάλαιο της δύναμης της αγάπης ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα που δεν έμαθαν να εξομολογούνται, να ομολογούν και να εκμυστηρεύονται, για να μας δείξει ότι υπάρχουν βαθιά αισθήματα και πέρα από την ταραχή και τα καρδιοχτύπια του έρωτα.

Το βιβλίο «Η Οικογενειακή Ευτυχία» του Λ. Τολστόι σε μετάφραση Σταυρούλας Αργυροπούλου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

[ 4 ]

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες | Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου

Την ημέρα που θα τον σκότωναν, ο Σαντιάγο Νασάρ σηκώθηκε στις πεντέμισι το πρωί για να περιμένει το βαπόρι που θα έφερνε τον επίσκοπο. Έτσι αρχίζει το Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου, το πιο «ρεαλιστικό» απ’ όλα τα μυθιστορήματα του Μάρκες, καθώς βασίζεται σ’ ένα αληθινό γεγονός που συνέβη στην Κολομβία. Λίγες ώρες μετά τον γάμο του με την Άνχελα Βικάριο, ο Μπαγιάρδο Σαν Ρομάν στέλνει τη νύφη πίσω στους δικούς της γιατί τη βρήκε ατιμασμένη. Αφού τη βάζουν να ομολογήσει το όνομα του εραστή της, τα αδέρφια της κινούν να τον σκοτώσουν για να ξεπλύνουν την τιμή της οικογένειάς τους.

Αλλά γιατί, ενώ όλοι γνωρίζουν τι πάνε να κάνουν οι δυο αδερφοί, κανείς δεν τους εμποδίζει; Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, ένας άντρας επιστρέφει στον τόπο του φονικού, προσπαθώντας να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Και, καθώς ξετυλίγεται το κουβάρι της ιστορίας, φτάνει η στιγμή όπου θα πρέπει να κριθούν όχι οι δυο δολοφόνοι αλλά μια ολόκληρη κοινωνία.

Η ιστορία του βιβλίου περιγράφεται στον ίδιο τον τίτλο του: πρόκειται πράγματι για το χρονικό ενός θανάτου, μιας δολοφονίας για λόγους τιμής, μιας δολοφονίας, η οποία είχε προαναγγελθεί τόσο πολύ και σε τόσους πολλούς, που θα έλεγε κανείς ότι θα ήταν σχεδόν αδύνατον να διαπραχθεί, αφού κάποιος απ’ όλους τους κατοίκους του χωριού -του δολοφονημένου μη εξαιρουμένου- θα μπορούσε να την είχε αποτρέψει. «Ποτέ δεν υπήρξε έγκλημα που να είχε προαναγγελθεί περισσότερο», όπως λέει ο μεγάλος συγγραφέας με το στόμα του ανακριτή.

Ο θάνατος του Νασάρ ήταν μια δολοφονία που κάποιοι τη διέπραξαν και κάποιοι άλλοι δεν την απέτρεψαν, ενώ γνώριζαν ότι θα γίνει. Είναι το σχόλιο του Μάρκες για τα μέλη μιας κοινωνίας που κωφεύει μπροστά στα προειδοποιητικά σημάδια, αδιαφορεί μπροστά στο φόβο, αμελεί οτιδήποτε δε την αφορά ή δε την πλήττει προσωπικά. Η αδιαφορία κόστισε τη ζωή του Σαντιάγκο Νασάρ.

Το βιβλίο «Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου» του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες σε μετάφραση Μαρίας Παλαιολόγου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

[ 5 ]

Ράινερ Μαρία Ρίλκε |  Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε

«Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε» είναι ένα μεγάλο μωσαϊκό που σχετίζεται με τα πάθη, τη μοναξιά, τις αναμνήσεις και τις εσωτερικές συγκρούσεις του αφηγητή, ενός εικοσιοχτάχρονου Δανού ευπατρίδη που, έχοντας χάσει την περιουσία του, ζει στα όρια της φτώχειας και έρχεται στο Παρίσι με την ελπίδα να αφιερωθεί στη λογοτεχνία. Μέλος της κουρασμένης και βυθισμένης στην πλήξη γενιάς του ο Δανός αριστοκράτης Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε φτάνει χωρίς χρήματα για να αντιμετωπίσει για πρώτη φορά στη ζωή του την αναλγησία και τη σκληρότητα της μεγαλούπολης. Η αρρώστια, η ασχήμια, ο προσωπικός του τρόμος μπροστά σε μια ζωή που δεν μπορεί να φανταστεί στο μέλλον διαπλέκονται με τις αναμνήσεις μιας εποχής της παιδικής του ηλικίας, πιο φωτεινής, χωρίς τον τρόμο και την ιδέα του θανάτου να κυριαρχεί.

Το έργο γράφτηκε το 1910 και θεωρείται το πρώτο μοντέρνο μυθιστόρημα της γερμανόφωνης και, γενικότερα, της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Θυμίζει άλλοτε χρονικό, άλλοτε εξομολόγηση, συχνά ημερολόγιο ή και ποιητική πρόζα. Παρά την αποσπασματικότητα της αφήγησης, υπάρχουν ισχυρά συνδετικά στοιχεία: η ματιά του μοναχικού περιπατητή, που έλκεται από τις σκληρές πλευρές της πόλης, και η μελαγχολία που τον έχει διαποτίσει γίνονται το έδαφος πάνω στο οποίο φύεται και θάλλει ο στοχασμός για το άλγος της συνείδησης, η αγωνία για τα ζητήματα της ύπαρξης. Επιπλέον, στον Μάλτε ο αποσπασματικός τρόπος γραφής αντανακλά την απουσία της δυνατότητας να υπάρξει πια μια ολοκληρωμένη, συνεκτική εικόνα της πραγματικότητας. Εκφράζοντας το πνεύμα της εποχής του, ο Ρίλκε γίνεται ένας από τους πρώτους φορείς του μοντέρνου στη λογοτεχνία αλλά συνάμα και της νεωτερικής αίσθησης του κόσμου.

Ο Ρίλκε (γεννηµένος στην Πράγα το 1875) είναι ευρύτατα γνωστός τόσο για το ποιητικό έργο του όσο και για τα δοκίµιά του, ανάµεσα στα οποία ξεχωρίζει το κλασικό πλέον Γράµµα σε ένα νέο ποιητή. Η επίδραση που άσκησε η ποίησή του στη διαµόρφωση και εξέλιξη της σύγχρονης γερµανικής ποίησης, αλλά και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας εν γένει, είναι σηµαντικότατη και ανιχνεύεται στο έργο µεγάλων ποιητών, όπως του Πάουλ Τσέλαν, του Μπορίς Παστερνάκ, της Μαρίνα Τσβετάγεβα και του Γ.Χ. Ώντεν.

Το βιβλίο «Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε» του Ράινερ Μαρία Ρίλκε σε μετάφραση Αλέξανδρου Ίσαρη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη.