Ο μύθος είναι πάντα ένας ασφαλής τ(ρ)όπος για να συστηθούμε, σαν μια αρχή για να μας εμπιστευθούν, για να εμπιστευθούμε. Όμως, για να τον νιώσεις, αντικαθιστάς τα αλλότρια με τα οικεία, παρομοιάζεις, μεγαλύνεις τις αντιθέσεις ανάμεσα σε απόκοσμα επεισόδια και απολύτως γειωμένες, εγκόσμιες ατμόσφαιρες και χειρονομίες, χρησιμοποιείς ακραίες κλίμακες. Έτσι, είτε κοντοζυγώνεις σε κρυμμένα νοήματα είτε απομακρύνεσαι αυθαιρετώντας. Ο Σοφοκλής, με «επίσημο» τέχνασμά του την αμφιλογία, μιλάει για την Όραση, την προσωπική οπτική. Όπως και να διαβάσεις μια ιστορία, το μόνο που προκύπτει είναι μια ιδιωτική ερμηνεία, τόσο θνητή όσο και η στιγμή.

Με το παραπάνω σκηνοθετικό σημείωμα που ακολουθεί την παράσταση «Η γλυκιά τυραννία του Οιδίποδα», η Μαρία Πρωτόπαππα δεν πληροφορεί μόνο για το ύφος της οπτικής της πάνω στον «Οιδίποδα Τύραννο», που κλείνει το φετινό πρόγραμμα της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού· δηλαδή για τις «αντικαταστάσεις», την «όξυνση των αντιθέσεων», τις «ακραίες κλίμακες» ή τις «αυθαιρεσίες» τις οποίες χρησιμοποίησε για να συστηθεί με το μύθο και με το κοινό. Φαίνεται, ακόμη, σαν να θέλει να «δικαιολογηθεί» ή να προλάβει τυχόν αντιδράσεις, σαν να θέλει να μας πει: «μια υποκειμενική ερμηνεία θα δείτε, και μάλιστα έχω επίγνωση πως είναι απολύτως θνητή». Σε συνέντευξή της, μάλιστα, με αφορμή την παράσταση έχει δηλώσει πως ο χώρος, το πλαίσιο κατ’ επέκταση, για τον οποίο δημιουργήθηκε η παράσταση ήταν καθοριστικός προκειμένου να αφήσει τον εαυτό της ελεύθερο να «αυθαιρετήσει» επί του σοφόκλειου δράματος: «Μου δίνει τρομερή ελευθερία! Η αξιοπρεπίτιδα που με τρώει δεν θα μ’ άφηνε να ανεβάσω την παράσταση στην Επίδαυρο. Εδώ έλεγα συνεχώς “Είμαστε στη -1”, ήταν ένα μεγάλο δώρο και με ησύχαζε».

«Η γλυκιά τυραννία του Οιδίποδα», της Μαρίας Πρωτόπαππα

Μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς τη σκέψη πίσω από την παραπάνω διευκρίνιση. Ζούμε σε μια χώρα που εν έτει 2016 δεν έχει λύσει τα θέματά της σχετικά με την «ιερότητα» συγκεκριμένων θεατρικών χώρων και, συνεπακόλουθα, με το είδος των θεαμάτων που «επιτρέπεται» να φιλοξενούν.

Η παράσταση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μια παρωδία

(Βέβαια, όψιμα, προστέθηκε και άλλο θέμα στο τραπέζι, τουτέστιν σε τι είδους παραστάσεις ξοδεύεται το δημόσιο χρήμα. Προσωπικά δεν θα εκπλαγώ ιδιαίτερα αν η παράσταση, αν και εκτός Επιδαύρου, βρεθεί στο στόχαστρο της δημόσιας συζήτησης από όσους δήθεν κόπτονται για την πολιτιστική πολιτική της χώρας.) Από την άλλη, βέβαια, το δίχτυ ασφαλείας που προσφέρει μια πειραματική σκηνή δεν απαλλάσσει την παράσταση από το βάρος της σκηνικής ευθύνης. Εξάλλου, αυτή και μόνο αυτή -η παράσταση δηλαδή- νομιμοποιεί ή όχι την παρουσία της επί σκηνής, όπου κι αν βρίσκεται αυτή η σκηνή.

«Η γλυκιά τυραννία του Οιδίποδα», της Μαρίας Πρωτόπαππα

Το θέμα με τη (δεύτερη) σκηνοθετική απόπειρα της Μαρίας Πρωτόπαππα είναι, θεωρώ, πως δεν φαίνεται να έχει (σαφή) στόχο. Και δεν εννοώ πως δεν είδαμε τον «Οιδίποδα Τύραννο» επί σκηνής, καθώς δεν ήταν αυτός ο στόχος, αλλά πως δεν μας αποσαφηνίστηκε τελικά ποια ήταν η «ιδιωτική ερμηνεία», η προσωπική οπτική της σκηνοθέτιδας επ’ αυτού. Η παράσταση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί -και να κριθεί έτσι- ως μια παρωδία. Ό,τι γινόταν επί σκηνής έδειχνε να είναι το αποτέλεσμα ενός δυνητικού ερωτήματος: πώς μπορούμε να δείξουμε τον «Οιδίποδα» αντίθετο απ’ αυτό που είναι; Να τον γειώσουμε και να τον μικρύνουμε όσο μπορούμε;

Η παράσταση θα μπορούσε να είναι ένα inside affair μεταξύ έξι ηθοποιών

Για παράδειγμα, η τραγική ειρωνεία μεταφέρθηκε ως σκέτη ειρωνεία ή πλάκα, ο Οιδίποδας ήταν εξαρχής και καθ’ ολοκλήρου ένα αστείο «ανθρωπάκι», και όχι ένας αλαζόνας που οδηγείται στην αυτογνωσία, η πορεία του προς την αλήθεια, που στο έργο σηματοδοτείται με την αυτοτύφλωσή του, αντικαταστάθηκε από την παράλειψη του φινάλε και το κλείσιμο της παράστασης με ένα πάρτι για τους δύο συζύγους.

Η παράσταση θα μπορούσε να είναι ένα inside affair μεταξύ έξι ηθοποιών που βρίσκονται σε περίοδο προετοιμασίας της σοφόκλειας τραγωδίας (η παράσταση ούτως ή άλλως φέρει στοιχεία από την προετοιμασία που χαρακτηρίζει τη θεατρική διαδικασία, όπως μονολόγους που εκφέρονται μαζί με το σωματικό ζέσταμα, εμβόλιμες πληροφορίες εκτός του έργου αλλά σχετικές με αυτό κ.λπ.), και που σε μια στιγμή ανάπαυλας από την πρόβα, μπουχτισμένοι από το βάρος του «ιερού δέους», τρολλάρουν το έργο. Οι ρόλοι αποδίδονται κατά βάση κωμικά και έτσι στην ουσία υπονομεύουν τα όσα λένε, άρα και τα νοήματα του έργου, υπάρχει μια γενικότερη διάθεση «ανυπακοής», σε στιγμές και πρόκλησης δυσφορίας στο κοινό -π.χ. μέσα από τους υψηλούς τόνους-, οι μουσικές επιλογές είναι ηθελημένα παράδοξες (ακούσαμε, π.χ. Stavento και Μαζωνάκη), γενικώς η παράσταση ποντάρει στο αισθητικό παραξένισμα και την απομάκρυνση από κάθε έννοια τραγικού.

«Η γλυκιά τυραννία του Οιδίποδα», της Μαρίας Πρωτόπαππα

Τα παραπάνω, όμως, δεν συνιστούν ακριβώς σκηνοθετική οπτική επί του έργου και, εξάλλου, πάνω κάτω μπορούν να εφαρμοστούν σε οποιοδήποτε άλλο, εφόσον προκύψει αντίστοιχη επιθυμία. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που η παράσταση θυμίζει τις δουλειές της Λένας Κιτσοπούλου. Τα παραπάνω λειτουργούν γονιμότερα όταν είναι το μέσο για να πεις κάτι και δεν γίνονται αυτοσκοπός.

Ποντάρει στο αισθητικό παραξένισμα και την απομάκρυνση από κάθε έννοια τραγικού

Για παράδειγμα, πόσο εύστοχα λειτούργησε η σύντομη σκηνή στη μέση περίπου της παράστασης, κατά την οποία η Ιοκάστη παρεμβαίνει στον, παιδαριωδώς δοσμένο, καυγά του Οιδίποδα με τον Κρέοντα, επιπλήττοντάς τους: «Δεν ντρέπεστε, ενώ καταρρέει έτσι η χώρα, εσείς να μαλώνετε;». Η συγκεκριμένη σκηνή αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι θα μπορούσε να είναι η παράσταση αν έβγαινε από το αυτοαναφορικό της πλαίσιο, αν δεν χρησιμοποιούσε τις ελευθερίες στο όνομα της ελευθερίας, αλλά για να καταθέσει ένα μεγαλύτερο σχόλιο, αντάξιο του έργου που επιλέχθηκε (και των ικανών ηθοποιών). Η Πρωτόπαππα φαίνεται να το αναγνωρίζει αυτό -στο σημείωμά της δηλώνει πως τα επιμέρους (αυθαιρεσίες, αντικαταστάσεις, ακραίες κλίμακες κ.λπ.) είναι το μέσο για να «νιώσεις το μύθο»-, στην πράξη, όμως, το αποτέλεσμα δεν νομίζω πως τη δικαιώνει.

Ιnfo παράστασης: «Η γλυκιά τυραννία του Οιδίποδα», σε σκηνοθεσία Μαρίας Πρωτόπαππα | 12 Μαΐου – 05 Ιουνίου 2016 | Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή στις 21.30 | Είσοδος 10€ | Εθνικό Θέατρο – Πειραματική Σκηνή αίθουσα «Κατίνα Παξινού»