Ακτιβίστριες, επιστήμονες, γυναίκες με θάρρος, με τόλμη και πίστη στα δικαιώματα, στη δύναμη της επιστήμης, στη σωτηρία του περιβάλλοντος, στην ισότητα, οι έξι γυναίκες που παρουσιάζουμε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας έδωσαν τις δικές τους μάχες προκειμένου να εκλείψουν οι διαχωρισμοί, έβαλαν στο λεξιλόγιό μας έννοιες όπως τα δικαιώματα των ζώων, οραματίστηκαν την ισότητα και την εξάλειψη των διακρίσεων πριν θεωρηθούν αυτονόητα. Τίποτα δεν ήταν εύκολο για την Καλλιρρόη Παρρέν, τη Μαρί Κιουρί, την Χάριετ Μπίτσερ Στόου, την Τζέιν Γκούντολ, τη Ρόζα Παρκς, την Έμελιν Πάνκχερστ που για εμάς ανάμεσα σε πολλές άλλες αποτελούν παράδειγμα για ένα κόσμο καλύτερο. Αυτόν που ονειρεύτηκαν.

Καλλιρρόη Παρρέν

Λόγια, δημοσιογράφος και η πρώτη Ελληνίδα φεμινίστρια, η Καλλιρρόη Παρρέν, γεννημένη στο Ρέθυμνο το 1861 ήταν αυτή που πρώτη κίνησε το θέμα της παραχώρησης δικαιώματος ψήφου στις γυναίκες, όταν ήταν 30 ετών. Δεν το αποδέχτηκε καμία κυβέρνηση και το αίτημά της έγινε πραγματικότητα στην Ελλάδα μετά από 70 χρόνια.

Η Καλλιρρόη Παρρέν φοίτησε στη Γαλλική σχολή των Καλογραιών στον Πειραιά. Το 1878 παίρνει το πτυχίο της δασκάλας από το Αρσάκειο. Στη συνέχεια ανέλαβε διευθύντρια του Παρθεναγωγείου της ελληνικής κοινότητας Οδησσού. Μετά από μια διετία επέστρεψε στην Αθήνα και παντρεύτηκε τον Κωνσταντινοπολίτη Ιωάννη Παρρέν, γιο Γάλλου πατέρα και Αγγλίδας μητέρας, ο οποίος ήταν ο ιδρυτής του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων. Ήταν η πρώτη Ελληνίδα δημοσιογράφος, εκδότρια και διευθύντρια της εβδομαδιαίας Εφημερίδας των Κυριών. Η πρώτη έκδοση έγινε το 1887 και για τα επόμενα σχεδόν 30 χρόνια η Παρρέν μοιραζόταν τους φεμινιστικούς της προβληματισμούς που ήδη απασχολούσαν τις προοδευτικές γυναίκες σε όλο τον κόσμο. Το 1918 η Καλλιρρόη Παρρέν εξορίστηκε στην Ύδρα για τα πολιτικά της φρονήματα.

Η Παρρέν κατάφερε και ταξίδεψε σε πολλά μέρη του κόσμου ενώ ίδρυσε την Ένωση υπέρ της Χειραφετήσεως των Γυναικών προς βοήθεια περισσότερο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης των άπορων γυναικών. Πίστευε ακράδαντα ότι οι γυναίκες δεν είχαν καμία ευκαιρία ειδικά αυτές που προέρχονταν από ασθενή οικονομικά στρώματα. Οι γυναίκες στην εποχή της ήταν το πιο ευάλωτο κομμάτι της κοινωνίας και το πιο αδικημένο, υστερούσαν σε μόρφωση, αμοιβές, δικαιώματα και παροχές, κάτι για το οποίο η Παρρέν αγωνίστηκε αδιάκοπα αλλά με μικρά αποτελέσματα.

Το 1911, η Καλλιρρόη Παρρέν ίδρυσε το Λύκειο των Ελληνίδων και μέσω αυτού την καταγραφή, διδασκαλία και παρουσίαση παραδοσιακών χορών, ενώ η δράση του είναι γνωστή μέχρι και σήμερα, ενώ ήταν αυτή η οποία έδωσε μάχες προκειμένου οι γυναίκες να φοιτούν στο Πανεπιστήμιο και το Πολυτεχνείο, όταν πλέον αυτό είχε γενικευθεί στην Ευρώπη. Η Παρρέν έγραψε άρθρα, δοκίμια, μυθιστορήματα και θεατρικά έργα πάντα προσανατολισμένα στη θέση της γυναίκας και στα αιτήματά της. Η κληρονομιά που μας άφησε είναι ανεκτίμητη. Πέθανε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1940.

Χάριετ Μπίτσερ Στόου

Οι περισσότεροι δεν ξέρουν το όνομά της αλλά το βιβλίο της, το περίφημο παιδικό ανάγνωσμα η «Καλύβα του Μπάρμπα-Θωμά». Η Χάριετ Μίτσερ Στόου, γεννημένη το 1811 ήταν υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, η πρώτη γυναίκα στην εποχή της που όρθωσε το ανάστημά της εναντίον των φυλετικών διακρίσεων. Μεγαλωμένη σε ένα σπίτι διανοούμενων μεγάλωσε στο Κονέκτικατ, σε μια από τις πιο πολιτισμένες και μορφωμένες της περιοχής της Νέας Αγγλίας.

Σε νεαρή ηλικία άρχισε να δημοσιεύει περιγραφές και διηγήματα σε σχολικά έντυπα και αργότερα σε τοπικές εφημερίδες. Αν και το Οχάιο ήταν ελεύθερη πολιτεία στις γύρω κοινότητες επικρατούσε ο θεσμός της δουλείας. Η Χάριετ Μπίτσερ Στόου άρχισε να ασχολείται με το ζήτημα της ανθρώπινης δουλείας από τα 22 της χρόνια. Καθώς έβλεπε την αγωνία και τους αγώνες των σκλάβων να περάσουν το ποτάμι που τους χώριζε από την ελευθερία άρχισε να παίρνει μέρος σε διαμάχες για την πολιτική, οικονομική και ηθική ανάγκη να απελευθερωθούν οι μαύροι. Όταν παντρεύτηκε μετακόμισε με τον καθηγητή σύζυγό της στο Μέιν. Έχοντας στη μνήμη της τις σπαρακτικές σκηνές της ανθρώπινης δουλείας έγραψε το μνημειώδες έργο «Η Καλύβα του Μπάρμπα-Θωμά», κινητοποιώντας τους ανθρώπους που μέχρι τότε έμεναν αμέτοχοι σε αυτή την τρομερή και θλιβερή συνθήκη. Το βιβλίο έγινε ανάρπαστο και μεταφράστηκε σε 23 γλώσσες και αποτέλεσε ένα ισχυρό κίνητρο για την διεκδίκηση δικαιωμάτων όπως και το επόμενο βιβλίο της «Ντρεντ: Μία Ιστορία του Μεγάλου Θλιβερού Βάλτου», στο οποίο καυτηρίαζε τον ξεπεσμό μιας κοινωνίας που ανεχόταν το θεσμό της δουλείας. Την εποχή του Αμερικανικού Εμφύλιου αγόρασε ένα κτήμα στη Φλόριντα, για να βοηθήσει το γιο της που είχε επιστρέψει από το μέτωπο με κλονισμένη υγεία. Επέστρεψε στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ και εκεί πέθανε, το 1896 σε ηλικία  85 ετών.

Τζέιν Γκούντολ

Η γυναίκα-θρύλος του παγκόσμιου περιβαλλοντικού κινήματος, η «Πρώτη Κυρία» της Φύσης, Τζέιν Γκούντολ γεννήθηκε το 1934 στην Αγγλία. Κορυφαία ανθρωπολόγος είναι ειδικός παγκοσμίως όσον αφορά τους χιμπαντζήδες, και είναι κυρίως γνωστή για την έρευνά της επάνω στις κοινωνικές και οικογενειακές αλληλεπιδράσεις των άγριων χιμπαντζήδων, τις οποίες έχει μελετήσει για σχεδόν έξι δεκαετίες, από τότε που επισκέφθηκε για πρώτη φορά το Εθνικό Πάρκο Γκόμπε της Τανζανίας το 1960.

Οι εργασίες της επάνω σε ζητήματα που σχετίζονται με την προστασία της φύσης και των ζώων είναι ιστορικές. Η αγάπη της για τους χιμπατζήδες ξεκίνησε από την παιδική της ηλικία, όταν απέκτησε από τον πατέρα της έναν πάνινο χιμπατζή τον Τζούμπιλι, που τη συντροφεύει ακόμα και σήμερα.

Παθιασμένη με τα ζώα της Αφρικής, ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Κένυα το 1957. Η γνωριμία της με τον Λούις Λίκι, γνωστό Κενυάτη αρχαιολόγο και παλαιοντολόγο υπήρξε καθοριστική, αφού την ενθάρρυνε στην έρευνά της, τη μεταμόρφωσε και πνευματικά αρχικά στέλνοντάς της στο Λονδίνο για να μελετήσει τη συμπεριφορά των πρωτευόντων κοντά στον Όσμαν Χιλ και την ανατομία των πρωτευόντων υπό την καθοδήγηση του Τζον Νάπιερ, υποστηρίζοντάς της να αποκτήσει τίτλο διδακτορικών σπουδών στο Κέιμπριτζ χωρίς να έχει πανεπιστημιακό δίπλωμα. Ήταν μόλις το όγδοο άτομο στο οποίο επετράπη να σπουδάσει εκεί για την απόκτηση διδακτορικού τίτλου χωρίς πρώτα να έχει αποκτήσει πανεπιστημιακό τίτλο σπουδών- και στέλνοντάς την στο Εθνικό Πάρκο Γκόμπε ως ερευνήτρια. Η διατριβή της, με θέμα Η συμπεριφορά των ελεύθερων χιμπαντζήδων, περιέγραφε τα πρώτα πέντε χρόνια έρευνας στο Πάρκο Γκόμπε και ολοκληρώθηκε το 1965 υπό την επίβλεψη του καθηγητή ζωολογίας Ρόμπερτ Χιντ.

Η Γκούντολ έθεσε σε αμφισβήτηση δύο πεποιθήσεις της εποχής εκείνης που είχαν επικρατήσει για πολύ μεγάλο διάστημα: ότι μόνο οι άνθρωποι ήταν σε θέση να κατασκευάσουν και να χρησιμοποιήσουν εργαλεία και ότι οι χιμπαντζήδες ήταν φυτοφάγοι. Οι μέθοδοί της έχουν θεωρηθεί συχνά ανορθόδοξες, καθώς ήταν η πρώτη που αποκαλούσε τους χιμπατζήδες με ονόματα και όχι με αριθμούς. Για αιώνες, ο άνθρωπος ξεχώριζε από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο ως ο μοναδικός «Δημιουργός Εργαλείων». Έπειτα από τα επαναστατικά ευρήματα της Γκούντολ, ο Λούις Λίκι έγραψε ότι «Πρέπει τώρα να επαναπροσδιορίσουμε το τι είναι ο άνθρωπος, τι είναι ένα εργαλείο, ή διαφορετικά να αποδεχθούμε τους χιμπαντζήδες ως μέλη του ανθρώπινου είδους». Σήμερα η Γκούντολ, μετά από έξι σχεδόν δεκαετίες ζωής μαζί με τους χιμπατζήδες ηγείται, σε παγκόσμιο επίπεδο, του κινήματος για την προστασία των χιμπαντζήδων και του περιβάλλοντός τους, ενώ μάχεται προκειμένου να μη χρησιμοποιούνται τα ζώα σε βάναυσες και τραυματικές πρακτικές στα εργαστήρια.

Μαρί Κιουρί

Σε μια πρόσφατη δημοσκόπηση του βρετανικού δικτύου BBC, η Μαρί Κιουρί είναι η γυναίκα με τη μεγαλύτερη επιρροή στην ιστορία.

Το όνομά της είναι συνώνυμο της γυναίκας επιστήμονος και είναι πρώτη στη λίστα  του καταλόγου των 100 γυναικών, οι οποίες άλλαξαν τον κόσμο, χάρη στα δύο βραβεία Νόμπελ που απέσπασε, αλλά και λόγω της έρευνάς της για τη ραδιενέργεια.

Η Μαρί Κιουρί γεννήθηκε στην Πολωνία το 1867 σε μια αριστοκρατική οικογένεια και από μικρή ξεχώριζε στο σχολείο για τις ικανότητες της, κυρίως στη φυσική και στα μαθηματικά. Η οικογένειά της έπεσε σε πολιτική δυσμένεια, αποδεκατίστηκε από ασθένειες, αλλά η ίδια κατάφερε να αποφοιτήσει από το γυμνάσιο. Εκείνη την εποχή δεν επιτρεπόταν η φοίτηση γυναικών στα πολωνικά πανεπιστήμια, με αποτέλεσμα να πρέπει να μετακομίσει στο εξωτερικό, κάτι που δεν επέτρεπε η οικονομική κατάσταση της οικογένειάς της. Δούλευε σαν γκουβερνάντα και παρακολουθούσε μαθήματα στο παράνομο «Ιπτάμενο Πανεπιστήμιο», ενώ έστελνε χρήματα στην αδερφή της που σπούδαζε ιατρική στο Παρίσι.

Σε ηλικία 24 ετών, άρχισε τις σπουδές της στη Σορβόνη σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και αποφοίτησε με τα πτυχία των μαθηματικών, της χημείας και της φυσικής. Γνώρισε και παντρεύτηκε τον Περ Κιουρί και σε συνεργασία ανακάλυψαν το ράδιο ενώ μελέτησε τα φαινόμενα της ραδιενέργειας. Ανακάλυψε επίσης το πολώνιο και υπήρξε η πρώτη γυναίκα που έγινε καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης, ενώ τιμήθηκε δυο φορές με το Βραβείο Νόμπελ Φυσικής (1903) και Χημείας (1911). Το 1910 δημοσίευσε το θεμελιώδες έργο της «Μελέτη επί της ραδιενέργειας», ενώ τον επόμενο χρόνο κατάφερε να απομονώσει το μεταλλικό ράδιο. Το 1906 η Μαρί Κιουρί έγινε η πρώτη γυναίκα στη Γαλλία που της δινόταν έδρα πανεπιστημίου, ενώ ήταν επίσης η πρώτη γυναίκα που έδωσε διάλεξη στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης. Είναι η πρώτη γυναίκα που κέρδισε βραβείο Νόμπελ, ο πρώτος άνθρωπος που κέρδισε δύο βραβεία Νόμπελ και ο μοναδικός άνθρωπος μέχρι σήμερα που έχει βραβεία Νόμπελ σε διαφορετικές επιστήμες. Η μαντάμ Κιουρί, όπως την αποκαλούσαν, πέθανε το 1934, στο σανατόριο στο Πασί, στο Haute-Savoie, από απλαστική αναιμία που πιστευόταν ότι είχε προκληθεί από τη μακρόχρονη έκθεσή της στην ακτινοβολία.

Ρόζα Παρκς

Για την Αφροαμερικανή μοδίστρα Ρόζα Παρκς, το βράδυ της Δευτέρας 1ης Δεκεμβρίου του 1955 ήταν σαν όλα τα άλλα. Επιστρέφοντας το βράδυ από τη δουλειά της στο σπίτι της αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο σ’ έναν λευκό άντρα, με αποτέλεσμα να συλληφθεί. Για ολόκληρο τον κόσμο αυτή η πρωτοφανής κίνησή της ήταν η απαρχή μιας σειράς αγώνων και διεκδικήσεων που σημάδεψε τον αγώνα των μαύρων για ίσα δικαιώματα στις ΗΠΑ.
Η 42χρονη Ρόζα Παρκς εκείνο το βράδυ επιβιβάστηκε σε λεωφορείο στο κέντρο της πόλης και κάθισε στην πρώτη σειρά των θέσεων που προορίζονταν για τους «μαύρους» πολίτες, στην πίσω μεριά του λεωφορείου. Όμως οι θέσεις των λευκών επιβατών δεν επαρκούσαν, το λεωφορείο γέμισε και ο οδηγός του Τζέιμς Μπλέικ, απαίτησε να αδειάσει η πρώτη σειρά του «έγχρωμου τομέα», στην οποία καθόταν η Παρκς. Όλοι συμμορφώθηκαν εκτός από αυτήν που παρέμεινε στη θέση της. Στην αυτοβιογραφία της περιγράφει το γεγονός λέγοντας «Ο κόσμος λέει ότι δεν παραχώρησα τη θέση μου γιατί ήμουν κουρασμένη, αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Δεν ήμουν σωματικά κουρασμένη ούτε περισσότερο κουρασμένη απ’ όσο ήμουν συνήθως στο τέλος μιας ημέρας στη δουλειά. Όχι, η μόνη κούραση που είχα, ήταν αυτή του να υποχωρώ».

Αποφυλακίστηκε πέντε μέρες αργότερα και τότε ήταν που η οργάνωση Montgomery Improvement Association (MIA) και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, που εκείνη την περίοδο ήταν ακόμη πάστορας σε εκκλησία της πόλης αποφάσισαν να μποϋκοτάρουν τα λεωφορεία της πόλης. Η μάχη που έδωσαν κράτησε περισσότερο από ένα χρόνο μέχρι το Νοέμβριο του 1956, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ κήρυξε αντισυνταγματικό το νόμο για το φυλετικό διαχωρισμό.

Η Παρκς ήταν μια γυναίκα σε μια μεγάλη σειρά που αντέδρασαν στα φαινόμενα του ρατσισμού που κυριαρχούσαν στη δεκαετία του ’50 και είχαν οδηγήσει σε αιματηρές συγκρούσεις. Η απόφαση που ακολούθησε την πράξη της οδήγησε σε μια νίκη του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ. Το 1996 της απονεμήθηκε το Προεδρικό Μετάλλιο της Ελευθερίας, ενώ το 1999 τιμήθηκε με το Χρυσό Μετάλλιο του Κογκρέσου για τον αγώνα της κατά του ρατσισμού.

Η Ρόζα Παρκς πέθανε σε ηλικία 92 ετών, το 2005, και ήταν η πρώτη γυναίκα, η σορός της οποίας εξετέθη σε λαϊκό προσκύνημα στο Καπιτώλιο. Θεωρείται η «Μητέρα του σύγχρονου κινήματος πολιτικών δικαιωμάτων».

Έμελιν Πάνκχερστ

Το 1999, το περιοδικό Time, κατέταξε την Έμελιν Πάνκχερστ ανάμεσα στα «100 σπουδαιότερα πρόσωπα του 20ού αιώνα». Σύμφωνα με το περιοδικό η Πάνκχερστ «σχημάτισε την ιδέα που έχουμε για τη σύγχρονη γυναίκα και ταρακούνησε τόσο την κοινωνία προβάλλοντας καινούρια πρότυπα, που έκανε αδύνατη πλέον την επιστροφή στο παρελθόν».

Η Βρετανίδα πολιτική ακτιβίστρια και ηγέτης του βρετανικού κινήματος για τα δικαιώματα των γυναικών, μια σουφραζέτα όπως συνήθιζαν να τις αποκαλούν, της οποίας το έργο θεωρείται ζωτικής σημασίας στην κατοχύρωση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών στη Βρετανία.

Γεννημένη στο Μάντσεστερ σε οικογένεια που ήταν πολιτικά ενεργή, ήρθε σε επαφή με το γυναικείο κίνημα σε ηλικία μόλις 14 ετών. Ο σύζυγός της Ρίτσαρντ Πάνκχερστ ήταν και αυτός γνωστός για την υποστήριξη του στα δικαιώματα των γυναικών. Ίδρυσαν μαζί το σύλλογο “Women’s Franchise League” προωθώντας το δικαίωμα και των ανύπαντρων γυναικών να ψηφίζουν σε τοπικού επιπέδου εκλογές, δικαίωμα που είχαν οι παντρεμένες γυναίκες από το 1864.

Λόγω φύλου δεν τη δέχτηκαν στο αριστερό “Independent Labour Party“, αλλά το 1903 ίδρυσε την «Πολιτική και Κοινωνική Ένωση Γυναικών», η οποία είχε σαν σλόγκαν τη φράση «πράξεις, όχι λόγια».

Η οργάνωση έγινε γνωστή και για τις βίαιες τακτικές της, έσπαζαν τζάμια και συγκρούονταν με την αστυνομία, ενώ η Πάνκχερστ και οι κόρες της συνελήφθησαν ουκ ολίγες φορές. Οι απεργίες πείνας ήταν σε ημερήσια διάταξη για τις ανήσυχες σουφραζέτες. Οι πρακτικές τους κρίθηκαν από άλλους σαν εξαιρετικά επιθετικές και από άλλους ως αδύναμες. Οι αγώνες τους δεν πήγαν χαμένοι.

Το 1918, ψηφίστηκε νόμος ότι όλοι οι άνδρες άνω των 21 ετών και οι γυναίκες άνω των 30 θα έχουν δικαίωμα ψήφου. Η Πάνκχερστ μέσω της οργάνωσής της αφοσιώθηκε στην ισότητα των δύο φίλων στη δημόσια ζωή.

Πέθανε λίγο πριν ψηφιστεί ο νόμος που έδινε δικαίωμα ψήφου σε όλες τις γυναίκες άνω των 21 ετών, το 1928.