Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ζώων δημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο του Ουμπέρτο Έκο, ένα από αυτά που δημοσιεύθηκαν από το 1986 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’90 στο Ιταλικό περιοδικό Espresso. Το «Πώς να μιλάτε για τα ζώα» γράφτηκε με αφορμή ένα αληθινό περιστατικό που συνέβη την ίδια περίοδο στη Νέα Υόρκη:

Σέντραλ Παρκ, ζωολογικός κήπος. Μερικά παιδάκια παίζουν γύρω από τη λιμνούλα με τις πολικές αρκούδες. Ένα από αυτά προκαλεί τα υπόλοιπα να κολυμπήσουν μαζί με τις αρκούδες. Για να αναγκάσει τα άλλα να βουτήξουν, τους κρύβει τα ρούχα, τα παιδιά μπαίνουν στο νερό, πλατσουρίζουν γύρω από μια ήρεμη και νυσταλέα αρκούδα, την ενοχλούν, εκείνη τσαντίζεται, απλώνει το πόδι της και τρώει ή μάλλον χάφτει δυο από τα παιδάκια, αφήνοντας τα αποφάγια ολόγυρα. Τρέχει η αστυνομία, καταφθάνει και ο δήμαρχος, συζητούν αν θα πρέπει να σκοτώσουν την αρκούδα, καταλήγουν ότι δεν έφταιγε αυτή, γράφονται και μερικά σχετικά άρθρα.

«Τα παλιά παραμύθια το παράκαναν με τον κακό λύκο, τα σημερινά το παρακάνουν με τους καλούς λύκους»

Κοιτάξτε περίπτωση, τα παιδιά είχαν ισπανικά ονόματα: Πορτορικανοί, έγχρωμοι ίσως, νεοφερμένοι ίσως, εν πάση περιπτώσει μαθημένοι στις αποκοτιές, όπως όλα τα παιδιά που μαζεύονται σε συμμορίες στις φτωχογειτονιές.

Διάφορες ερμηνείες του γεγονότος, όλες μάλλον αυστηρές. Εξίσου διαδεδομένη και η κυνική αντίδραση, τουλάχιστον στα λόγια: φυσική επιλογή, αφού ήταν τόσο ανόητα ώστε να κολυμπήσουν κοντά σε μια αρκούδα, καλά να πάθουν, εγώ ούτε όταν ήμουν πέντε χρονών δεν θα έπεφτα μέσα στη λιμνούλα. Κοινωνική ερμηνεία: αποτέλεσμα της φτώχειας, ελλιπής μόρφωση, αλίμονο, ήταν υποπρολετάριοι ακόμα και στην ανεμελιά, στην έλλειψη σύνεσης. Μα ποια ελλιπής μόρφωση, αναρωτιέμαι, αφού ακόμα και το πιο φτωχό παιδί βλέπει τηλεόραση και διαβάζει τα σχολικά βιβλία, όπου οι αρκούδες καταβροχθίζουν τους ανθρώπους και οι κυνηγοί τις σκοτώνουν;

Τη στιγμή εκείνη αναρωτήθηκα μήπως τα παιδιά μπήκαν στη λιμνούλα, ακριβώς επειδή έβλεπαν τηλεόραση και πήγαιναν στο σχολείο. Τα παιδιά εκείνα υπήρξαν πιθανότατα θύματα της ένοχης συνείδησής μας, όπως ερμηνεύεται από τα σχολεία και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης.

Οι άνθρωποι υπήρξαν ανέκαθεν ανελέητοι με τα ζώα και όταν συνειδητοποίησαν την κακία τους, άρχισαν, αν όχι να τα αγαπούν όλα (επειδή συνεχίζουν να τα τρώνε ατάραχοι), τουλάχιστον να μιλούν καλά γι’ αυτά. Αν στη συνέχεια σκεφτούμε ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα σχολεία, οι δημόσιοι οργανισμοί έχουν χρεωθεί με τόσα πολλά εναντίον των ανθρώπων, είναι εντέλει ψυχολογικά και ηθικά επωφελές να επιμείνουν στην καλοσύνη των ζώων. Αφήνουν τα παιδιά του Τρίτου Κόσμου να πεθαίνουν, αλλά καλούν τα παιδιά του Πρώτου να σέβονται όχι μόνον τις λιβελούλες και τα κουνελάκια αλλά και τις φάλαινες, τους κροκόδειλους και τα φίδια.

Ας σημειώσουμε ότι αυτή η εκπαιδευτική είναι καθ’ εαυτή σωστή. Αυτό που είναι υπερβολικό είναι η τεχνική που επιλέγεται για να πείσει: προκειμένου να καταστήσουν τα ζώα άξια επιβίωσης, τα εξανθρωπίζουν και τα κάνουν κούκλες. Δε λένε ότι δικαιούνται να επιβιώσουν ακόμα και όταν, σύμφωνα με τη φύση τους, είναι άγρια και σαρκοβόρα, αλλά διδάσκουν τα παιδιά να τα σέβονται κάνοντάς τα συμπαθητικά, αστεία, καλοκάγαθα, τρυφερά, σοφά και μυαλωμένα.

«Για να τα κάνουν να ξεχάσουν πόσο κακοί είναι οι άνθρωποι, τα έπεισαν ότι οι αρκούδες είναι καλές»

Κανένα ζώο δεν είναι πιο απερίσκεπτο από το λέμμο, κανένα πιο τεμπέλικο από τη γάτα, πιο σαλιάρικο από ένα σκυλί τον Αύγουστο, πιο βρόμικο από το γουρούνι, πιο υστερικό από το άλογο, πιο ηλίθιο από τη νυχτοπεταλούδα, πιο γλοιώδες από το σαλιγκάρι, πιο δηλητηριώδες από την οχιά, λιγότερο ευφάνταστο από το μυρμήγκι και λιγότερο μουσικά δημιουργικό από το αηδόνι. Απλώς θα πρέπει ν’ αγαπούμε -κι αν δεν μπορούμε, τουλάχιστον να σεβόμαστε- αυτά και τα άλλα ζώα γι’ αυτό που είναι. Τα παλιά παραμύθια το παράκαναν με τον κακό λύκο, τα σημερινά το παρακάνουν με τους καλούς λύκους.

Δεν χρειάζεται να σώσουμε τις φάλαινες επειδή είναι καλές, αλλά πρέπει να τις σώσουμε επειδή αποτελούν μέρος του φυσικού μας περιβάλλοντος και συντελούν στην οικολογική ισορροπία. Αντίθετα, τα παιδιά μας εκπαιδεύονται με φάλαινες που μιλούν, λύκους που κατατάσσονται στο τρίτο τάγμα των φραγκισκανών και κυρίως αναρίθμητα αρκουδάκια Teddy.

Οι διαφημίσεις, τα κινούμενα σχέδια, τα εικονογραφημένα βιβλία είναι γεμάτα με αρκούδες γλυκές σαν μέλι, υπάκουες στους νόμους, χαδιάρες και προστατευτικές. Και νομίζουμε ότι προσβάλλουμε την αρκούδα αν πούμε ότι έχει δικαίωμα να ζήσει επειδή είναι μεγάλη και χοντρή -ή όπως λέμε στα μέρη μου- μπατάλα και χοντρομπαλού.

Έτσι, υποψιάζομαι ότι τα δύστυχα παιδάκια του Σέντραλ Παρκ σκοτώθηκαν όχι από ελλιπή αλλά από υπερβολική εκπαίδευση. Είναι θύματα της ένοχης συνείδησής μας. Για να τα κάνουν να ξεχάσουν πόσο κακοί είναι οι άνθρωποι, τα έπεισαν ότι οι αρκούδες είναι καλές. Αντί να τους πουν με κάθε ειλικρίνεια τι ακριβώς είναι οι άνθρωποι και τι οι αρκούδες.

Umberto Eco, Il secondo diario minimo, Edizione Bompiani, Milano, 1992.