Στις 13 Φεβρουαρίου 1946 πρωτολειτούργησε το ραδιόφωνο του ΟΗΕ. Η Ουνέσκο αποφάσισε να είναι αυτή η Παγκόσμια Ημέρα Ραδιοφώνου.

«Ζούμε μια επανάσταση στον τρόπο με τον οποίο μοιραζόμαστε και αποκτούμε πρόσβαση σε πληροφορίες – και, ακόμη, εν μέσω μιας βαθιάς αλλαγής, το ραδιόφωνο δεν ήταν ποτέ τόσο δυναμικό, τόσο σχετικό και τόσο σημαντικό. Σε μια περίοδο αναταραχής, ραδιόφωνο παρέχει μια σταθερή πλατφόρμα για να φέρει για να συσπειρώνει τις κοινότητες των ανθρώπων. Στο δρόμο για να εργαστούν, σε σπίτια, γραφεία και χωράφια, σε καιρούς ειρήνης, συγκρούσεων και καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, το ραδιόφωνο εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πηγή πληροφοριών και γνώσεων, που εκτείνονται σε γενιές και πολιτισμούς, μας εμπνέει με τον πλούτο της πολυμορφίας της ανθρωπότητας και μας συνδέει με τον κόσμο. Το ραδιόφωνο δίνει φωνή στις γυναίκες και τους άνδρες παντού. Ακούει στο κοινό και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Είναι μια δύναμη για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια και ένας ισχυρός καταλύτης για τις λύσεις στις προκλήσεις που όλες οι κοινωνίες αντιμετωπίζουν» αναφέρει ανάμεσα σε άλλα το φετινό μήνυμα.

Πέντε ραδιοφωνικές φωνές που έχουμε αγαπήσει και έχουμε συνδέσει μαζί τους ώρες ατέλειωτες, μουσικές στίχους και αναμνήσεις, αφηγούνται τις ιστορίες τους.

Οδυσσέας Ιωάννου

Οδυσσέας Ιωάννου

Δεν περίμενα να ασχοληθώ με το ραδιόφωνο όπως και πολλά άλλα πράγματα που έκανα στη ζωή μου δεν περίμενα να τα κάνω. Ήμουν φανατικός ακροατής ραδιοφώνου από μικρό παιδί, αγαπούσα το ελληνικό τραγούδι, δεν ονειρευόμουν όμως ούτε να κάνω ραδιόφωνο, ούτε να γράψω στίχους. Όλα έγιναν με παρότρυνση τρίτων. Η αλήθεια είναι πως εκείνο που ξεκίνησα να κάνω το 1989, πριν κλείσω καλά καλά τα είκοσι δύο μου, βρήκε γρήγορα πολλούς φίλους άλλα και αρκετούς που με χλεύασαν. «Τι θέλει να μας πει τώρα ο μικρός; Γιατί δε μας λέει απλά τι ακούσαμε και πέντε στοιχεία; Ποιος νομίζει ότι είναι, ο Μπωντλαίρ;». Προσπάθησα να ξεφύγω από τις στερεότυπες αναφορές στα στοιχεία ενός τραγουδιού και να βρω τις αντιστοιχίες του τόσο με εποχές και συγκυρίες όσο και με ένα κοινό αίσθημα. Δεν αδικώ -πραγματικά- όσους με αντιμετώπισαν με σκεπτικισμό τότε. Γιατί η μεγάλη παγίδα όταν κάνεις ένα ραδιόφωνο σαν εκείνο που πρότεινα, είναι η αλαζονεία και η έπαρση πως είσαι κάτι περισσότερο από το υλικό που διαχειρίζεσαι. Κανένας παραγωγός δεν είναι κάτι σημαντικότερο από τα τραγούδια που μεταδίδει. Φυσικά και την πάτησα κι εγώ πολλές φορές. Νομίζω όμως πως το «μάζεψα» αρκετά νωρίς.

Δε δημιουργούν γενιές ακροατών αλλά καταναλωτές ωραίων τραγουδιών

Κατάλαβα πως το ραδιόφωνο είναι το πιο άδολο μέσο επικοινωνίας, κυρίως το μουσικό. Ο ακροατής ήθελε να ταυτιστεί με τη φωνή που του μιλούσε να τη νοιώσει ως μια φωνή δική του, σαν φίλο του ή ακόμη και άνθρωπο της οικογένειάς του. Ήθελε να του προτείνεις πράγματα, ακόμη και με έναν εμμονικό τρόπο –οι εμμονές μας είναι ο ραδιοφωνικός χαρακτήρας μας– και να τον ξεβολέψεις από μια απλή ακρόαση. Να φτιάξεις μία αφήγηση, μία ιστορία, ένα παραμύθι με βάση τα τραγούδια. Ζόρικη πίστα βέβαια αυτή και πολλές φορές με κατάπιε, αλλά ήταν ο μόνος τρόπος που βρήκα να έχει νόημα αυτό που κάνω.

Τα ραδιόφωνα άλλαξαν, καθώς αλλάξαμε σελίδα και εποχή. Σε άλλη χώρα ζούμε. Ο ένας λόγος ήταν καθαρά οικονομικός. Τα ραδιόφωνα ζούσαμε από τη διαφήμιση, άρα από την κατανάλωση, άρα από το πλαστικό χρήμα και το δανεικό. Αυτό πάει πια. Ο άλλος λόγος είναι πως δεν υπάρχει πια ούτε ο χρόνος ούτε η διάθεση να ψάξεις καινούργια πράγματα, κυνηγάς τη ζωή σου δεν έχεις χρόνο για τέτοια. Άρα θέλεις ένα ραδιόφωνο που να παίζει οικεία ακούσματα, γνωστά να μην σε ξεβολεύει. Για να λέμε την αλήθεια βέβαια, τα ραδιόφωνα play list παίζουν πολύ καλά τραγούδια. Απλά δεν υπάρχει τίποτα να τα συνδέει, δεν υπάρχει ιστορία, δεν υπάρχει η αντιστοίχισή τους με εποχές, πρόσωπα και συγκυρίες και ως εκ τούτου δε δημιουργούν γενιές ακροατών αλλά καταναλωτές ωραίων τραγουδιών. Νομίζω πως η δική μου η φουρνιά του ραδιοφώνου-παραγωγών, μπορεί να πιστωθεί για πολλά καλά (δεν είναι δουλειά μου να τα απαριθμήσω) αλλά δεν παραγνωρίζω πια και τις ευθύνες μας, εννοώ όσων υποπέσαμε στο αμάρτημα της έπαρσης του παραγωγού που θα «μάθαινε» τον άλλον μουσική με ένα διδακτικό τρόπο και με ύφος επαΐοντα, δημιουργώντας απόσταση από τον ακροατή αντί να τη γεφυρώνει. Πολλές φορές «διακινήσαμε» καλές προθέσεις, «καλά παιδιά» αντί για καλά τραγούδια. Δε βοηθούσαμε έτσι ούτε το τραγούδι, ούτε τα καλά παιδιά, ούτε τους ακροατές.

Παρ’ όλα αυτά όμως – τα δικά μας λάθη που έτσι κι αλλιώς τα κάναμε γιατί μπαίναμε ξαφνικά πιτσιρικάδες στα αχαρτογράφητα νερά της ελεύθερης ραδιοφωνίας- το τίμημα που πληρώνουμε είναι πολύ υψηλό, δυσανάλογο. Κι εμείς και το ραδιόφωνο. Αξίζει να τα βρούμε κάπου στη μέση. Όπου ενοχοποιούμαστε, ενοχοποιούμαστε λόγω σφοδρού έρωτος με το μέσον και με το τραγούδι. Ας μας αναγνωριστεί τουλάχιστον αυτό το ισχυρό ελαφρυντικό… Δε μου λείπει το ραδιόφωνο. Δε λέω πως δεν θα ξανάκανα, αλλά δε μου λείπει. Οι αναμνήσεις είναι οι άνθρωποι που γνώρισα -καλλιτέχνες, παραγωγοί, ακροατές- οι μεγάλες συναυλίες που διοργανώσαμε και βέβαια τόσα πολλά απογεύματα που αισθανόμουν πως κερδιζόταν η επικοινωνία και το αίσθημα με τόσο κόσμο και με τον καθέναν ξεχωριστά, μέσα από τις κοινές μας αγάπες.

Οδυσσέας Ιωάννου

Γιώργος Μουχταρίδης

Γιώργος Μουχταρίδης

Μεγάλωσα με πολύ καλό ραδιόφωνο, με πολλά και καλά πράγματα, ιδιαίτερο ραδιόφωνο με ωραίες εκπομπές και ζώνες. Θυμάμαι τις εκπομπές της Σοφίας Μιχαλίτση, του Διονύση Σαββόπουλου, του Μενέλαου Καραμαγγιώλη και φυσικά του Γιάννη Πετρίδη που μεγαλώσαμε μαζί του όλοι όσοι κάνουμε ραδιόφωνο σήμερα.

Στο ξεκίνημά μου, η πρώτη μου επαφή ήταν με το Κρατικό ραδιόφωνο στο τέταρτο πρόγραμμα, στην παλιά ΥΕΝΕΔ, σε ένα υπόγειο στην Κατεχάκη, με την εκπομπή «Εδώ Ραδιοσυννεφούλα». Ήμασταν πολλοί τότε εκεί, ο Γιάννης Έξαρχος, ο Σταύρος Θεοδωράκης, η Κική Δημητριάδη, μεταξύ άλλων. Στη συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 άνοιξαν πολλά ραδιόφωνα, βέβαια το 1987 άνοιξε ο Αθήνα 9,84 ο οποίος άλλαξε κυριολεκτικά την πόλη. Αν ένα μέσο θεωρείται της πόλης, αυτό είναι το ραδιόφωνο. Είναι ζωντανό, είναι συνεχές και είναι μες στην καρδιά της πόλης. Είναι σε συνεχή επαφή, άρα παρακολουθεί την τάση και τη διαμορφώνει κι όλας. Όλο το μοντέλο του ιδιωτικού ραδιοφώνου τότε ήταν ωραία ραδιόφωνα, που διαμόρφωναν την τάση κι είχαν ωραίες εκπομπές. Αυτή η ιδιότητα του ραδιοφώνου δεν έχει αλλάξει μέσα στα χρόνια. Βλέπω ότι τα νέα παιδιά έχουν και σήμερα μια σχέση πολύ ζεστή με το ραδιόφωνο και με τη μουσική. Αν έχει αλλάξει κάτι, αυτό είναι η πόλη. Είναι περισσότερα τα σημεία πια στα οποία πρέπει να απευθυνθείς. Στα τέλη του ’80 η πόλη είχε τρεις πιάτσες στις οποίες ο κόσμος έβγαινε τη νύχτα, σήμερα έχει δεκάδες. Οπότε ήταν μια περίοδος όπου όταν έλεγε κάτι ένα ραδιόφωνο, είχε μαζικό αντίκτυπο, πηγαίναν όλοι εκεί. 

Το ραδιόφωνο είναι μέσο αμφίδρομο, θερμό, με άμεση ανταπόκριση

Το ραδιόφωνο είναι το ιδανικό μέσο ως προς την επικοινωνία μεταξύ του κοινού και των ανθρώπων που δουλεύουν εκεί, είναι μέσο αμφίδρομο, θερμό, ζεστό, με άμεση ανταπόκριση, βοηθάει τους ανθρώπους, τους κάνει να ταξιδεύουν και να ονειρεύονται, ειδικά το μουσικό ραδιόφωνο κάνει τον άλλο να ταξιδέψει χωρίς να βγει μέσα από το δωμάτιό του.

Θυμάμαι έντονα τη στιγμή που ξεκίναγε ο Pepper και θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό στο ότι βρέθηκε να φτιάχνει ένα ραδιόφωνο από την αρχή, να ακούει τα σήματα, τις φωνές και να φτιάχνει ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο, στήνοντάς το και σχεδιάζοντάς το. Δε θα ξεχάσω επίσης την τελευταία μου εκπομπή στο Kosmos, όπου ήμουν 8 χρόνια, η οποία ήταν πολύ συναισθηματικά φορτισμένη. Οι αποχαιρετισμοί στο ραδιόφωνο είναι πάντα πολύ έντονοι συναισθηματικά, ακριβώς επειδή είναι ένα μέσο που δημιουργεί το δέσιμο με τον ακροατή.

Γιώργος Μουχταρίδης (Pepper 96,6, “The bright side of the road”, καθημερινά 10:00 – 12:00)

Μαργαρίτα Μυτιληναίου

Μαργαρίτα Μυτιληναίου

Στις 9 Ιουλίου αυτής της χρονιάς κλείνω 30 χρόνια στο ραδιόφωνο. Ποιος να μου το ΄λεγε…; Δεύτερο Πρόγραμμα, Ant-1, Σκάι και Μελωδία, Δίεση, ξανά Σκάι, Ελληνική Ραδιοφωνία, Μέντα και Βήμα fm μέχρι και την Παρασκευή που μας πέρασε. Διαδρομή μεγάλη. Χαρές μεγάλες. Πίκρες μεγάλες. Ικανοποίηση μεγάλη. Και αμφιβολίες μεγάλες, ως συνήθως, εκ των υστέρων.

Είναι 1987, Ιούλιος. Οι αχανείς διάδρομοι της Ραδιοφωνίας φοβίζουν ένα ψαρωμένο 18άρικο κορίτσι που ακούει φανατικά Κρατικό. Πήγα και άφησα μια κασέτα-πιλότο με τζαζ μουσική και λίγα λόγια ηχογραφημένα στο σαλόνι του πατρικού μου σπιτιού. Όταν μου είπαν ότι ξεκινάω εκπομπές, τρελάθηκα. 54 δίσκοι βινυλίου η προίκα μου. Έτσι ξεκίνησα, δοκιμαστικά, με μισή ώρα, ηχογραφημένη, κάθε Σάββατο βράδυ. Η δασκάλα μου Σοφία Μιχαλίτση, με την κοφτερή της γλώσσα και τις παρατηρήσεις, με πείσμωσε, με ζύμωσε, με εξέλιξε. Ο κύριος Έντισον, Γιώργος Παπαστεφάνου μέσω ακρόασης στην αρχή και συνεργασίας αργότερα, μου έμαθε να ψάχνω, να διασταυρώνω, να ρωτάω. Ο Σπύρος Πιπεράκης και οι άλλοι παλιοί ηχολήπτες μου έμαθαν να κρατάω μια παλάμη απόσταση από το μικρόφωνο, να μη μιλάω γρήγορα και να κάνω μοντάζ σε μπομπίνες. Ναι, ταινίες ήχου.

Έζησα από μέσα τις τελευταίες καλές μέρες και αρκετές από τις δύσκολες μέρες ενός μεγάλου Οργανισμού

Στον Ant-1, στην πρώτη μου ζωντανή εκπομπή ever, ο σταθμός δέχτηκε τηλεφώνημα ότι υπήρχε βόμβα στο κτίριο. Έφυγαν όλοι έκτος από μένα και τον ηχολήπτη. Άρχισα, συνέχισα, τέλειωσα και δε θυμάμαι τίποτα. Σκάι, δεκαετία ‘90. Παλλήνη, Φιλελλήνων, Φάληρο. Πάλι με Σοφία Μιχαλίτση και διευθυντή τον Κώστα Βούλγαρη. Στο πρόγραμμα ένας κι ένας: Τράγκας, Κακαουνάκης, Χατζηνικολάου, Κανέλλη, Στάη, Παναγιωτόπουλος, Μητσικώστας, Κακά Παιδιά, Φερεντίνος, Μαλβίνα, Μικρούτσικος κλπ. Ο σταθμός χτύπαγε 50άρια και 60άρια σε ακροαματικότητες κι εγώ έκανα εκπομπές 4 με 5 κάθε απόγευμα. Τι να λέω τώρα;

Μελωδία. Εκεί από την πρώτη μέρα. Θέλαμε να φτιάξουμε έναν σταθμό σα σπίτι της καλής, της έντεχνης μουσικής και μας κορόιδευαν. «Μελαγχολία fm» μας αποκαλούσαν στην αρχή. Χρειάστηκαν σχεδόν δυο χρόνια για να πάρει επάνω του ο σταθμός. Κοιτάξτε τώρα, 26 χρόνια μετά πόσο καλά κρατάει! Χαίρομαι πολύ που ήμουν εκεί στο ξεκίνημα και στα πρώτα χρόνια του. Θαλασσινός, Ιωάννου, Τσουκαλά, Λώλος, Ανδρικάκης, Περράκης, Λαλαούνης, Χατζόπουλος, Δημητριάδη/Θεοδοσόπουλος κάποιοι από τους πρώτους της συχνότητας.

Σταθμός/Δίεση, 1997. Εκεί και στο ξεκίνημα ενός νέου, πιο φρέσκου- και τότε και τώρα- εναλλακτικού έντεχνου σταθμού. Φεύγοντας από τον Μελωδία όλοι μου έλεγαν πως είμαι τρελή που χάνω την ασφάλεια της επιτυχίας. Ποτέ δεν το σκέφτηκα αυτό. Ποτέ. 20 χρόνια μετά, το αποτέλεσμα με δικαιώνει πάλι! Τη δεκαετία του 2000 την έζησα στη Δημόσια Ραδιοφωνία έχοντας τη θέση της Διευθύντριας Προγράμματος των ραδιοφώνων και κάνοντας καθημερινή πρωινή εκπομπή στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Μεγάλο σχολείο από πάσης πλευράς. Πήγα εκεί με άγνοια κινδύνου και έφυγα πλήρης, γεμάτη αλλά και απογοητευμένη από τις εξελίξεις που έβλεπα να έρχονται. Η γνώση των μόνιμων και το μεράκι τους μαζί με τις τονωτικές ενέσεις των εξωτερικών συνεργατών έκαναν θαύματα και στη φυσιογνωμία των προγραμμάτων και στα νούμερα της ακροαματικότητας. Ωραία χρόνια, δύσκολα αλλά και πολύ δημιουργικά για μένα.

Μετά, τρία χρόνια κενό. Από αέρος κενό γιατί δε σταμάτησα να κάνω σεμινάρια ραδιοφώνου εντός και έκτος Αθήνας. Αυτά με κράτησαν σε ισορροπία, αυτά με θωράκισαν ψυχολογικά τις δύσκολες μέρες που δε χτυπούσε το τηλέφωνο. Γιατί υπήρξαν κι αυτές. Πάντα υπάρχουν. Μέντα 88, για τον πρώτο 1μιση χρόνο. Πάλι εκεί. Πάλι στην αρχή ενός σταθμού που αγαπάει ό, τι αγαπάω. Έφυγα για δικούς μου λόγους. Μακάρι να τα καταφέρει. Θα το ήθελα πολύ.

Βήμα fm, μέχρι την περασμένη Παρασκευή. Έζησα από μέσα τις τελευταίες καλές μέρες και αρκετές από τις δύσκολες μέρες ενός μεγάλου Οργανισμού. Αισθήματα έντονα, ανάμικτα, μπερδεμένα. Είναι νωρίς ακόμα για να μπορέσω να μιλήσω αλλά είναι κρίμα τα λάθη, η αλαζονεία και οι ευθύνες του απόλυτα υπεύθυνου να πέφτουν πάνω σε τόσους, επί εφτά μήνες, απλήρωτους εργαζόμενους που καθημερινά έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν ελπίζοντας σε καλύτερες μέρες που ποτέ δεν ήρθαν. Δεν ξέρω τι μέλλον θα έχει αυτή η ιστορία που αποτελεί σημείο των καιρών μας. Θα ήθελα να βρεθεί μια λύση, κυρίως, για όλα τα παιδιά που δούλεψαν για πολύ καιρό με τεράστια αυταπάρνηση.

30 χρόνια στο Ραδιόφωνο. Με κεφαλαίο «Ρ» για μένα. 30 χρόνια γέματα φωνές, μουσικές, τραγούδια, εκπομπές. 30 χρόνια με χαρές και λύπες, επιτυχίες και απογοητεύσεις. Θέλω κι άλλα.

Χρόνια πολλά, Ραδιόφωνο.

Μαργαρίτα Μυτιληναίου

Γιάννης Δόξας

Γιάννης Δόξας

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, 5χρονο πιτσιρίκι να αναρωτιέται αν μέσα στη μεγάλη συσκευή με τις λάμπες που είχαμε στο σαλόνι είναι «κάτι μικρά ανθρωπάκια που μιλάνε», το ραδιόφωνο με μάγεψε αλλά και καθόρισε τη μετέπειτα επαγγελματική μου εξέλιξη στο χώρο των δισκογραφικών εταιρειών. Ήταν ο υπέροχος φανταστικός μου κόσμος, η ιδανική διαφυγή για ένα εκ γενετής «φαντασιόπληκτο» παιδάκι που μεγάλωνε στην ασπρόμαυρη Ελλάδα των 60s χωρίς τηλεοπτικές κεραίες. Στην αρχή ήταν η θεία Λένα -το κουκί και το ρεβίθι που μαλώνανε στη βρύση- και τα υπέροχα τραγούδια της «ελαφράς» μουσικής στα 60s.

Άκουγα πιτσιρίκι την Νάντια Κωνσταντοπούλου να τραγουδάει …«ήταν κάποιο λούνα παρκ με χρωματιστά φωτάκια» και κάθε φορά, ταξίδευα με το μυαλό και το χαμόγελό μου πάνω στις κούνιες του. Ήμουν επτά χρονών όταν πέθανε ο αξέχαστος Νίκος Γούναρης κι η ραδιοφωνία μετέδιδε συνέχεια τραγούδια του που αγαπούσα, που μου ήταν πολύ οικεία, αλλά ταραζόμουν και έλεγα στην αδερφή μου να το κλείσει επειδή δεν μπορώ να ακούω έναν άνθρωπο που μόλις είχε πεθάνει. Συναισθηματικός πυρετός και αναστάτωση στο παιδικό μου μυαλό!

Ήταν και εκείνα τα καθημερινά ραδιοφωνικά «σήριαλς» όπως ο Λαμπίρης, ο Πύργος των Ανέμων, η Μικρή Πικρή μου αγάπη, καυτό θέμα μεσημεριανής συζήτησης ανάμεσα στις κυρίες της γειτονιάς. Πόσα και πόσα ταψιά γεμιστά κάηκαν στους φούρνους Ιζόλα εξαιτίας τους! Ήταν κι ο Μικές Παρδάλογλου (Γιάννης Βογιατζής) που γελάγαμε μαζί του τα πιτσιρίκια με την ατάκα «μονορούφι»: «Καλημέρα σας τι κάνετε; Καλά ευχαριστώ!».

Ήμουνα πολύ τυχερός, που έζησα εκ των έσω τη μεγάλη επανάσταση της «ιδιωτικής» ραδιοφωνίας

Και κάθε Κυριακή το μοναδικό μου ραδιοφωνικό «βάσανο», επειδή ποτέ μου δεν αγάπησα το ποδόσφαιρο. Από παντού στη γειτονιά να ακούγονται οι αναμεταδόσεις των ποδοσφαιρικών αγώνων που ακόμα και σήμερα σαν ραδιοφωνική «διαδικασία» με γεμίζουν μελαγχολία όπως τότε, με μια διαδικασία «αυτοματοποιημένης» μνήμης. Κυριακή απόγευμα, πιτσιρίκος του δημοτικού παρασυρμένος από τη ράθυμη σχόλη της Κυριακής, να είμαι αδιάβαστος και αγχωμένος για την επόμενη μέρα στο σχολείο. Τι ντροπή για μένα να με σηκώσει η κυρία αδιάβαστο! Αργότερα, ήρθε κι εκείνη η μεγάλη τεχνολογική επανάσταση. Το μικρό μου τρανζιστοράκι Sanyo με τις μπαταρίες, που έκανε το ραδιόφωνο για πρώτη φορά «κινητό». Που το είχα τα βράδια στο μαξιλάρι μου κάτω από τα σεντόνια για να ακούω το «θέατρο της Δευτέρας» και να οργιάζει με κινηματογραφικές εικόνες η φαντασία μου.

Τα καλοκαιρινά μεσημέρια του υποχρεωτικού «ύπνου» μαζί με το εβδομαδιαίο Μίκυ Μάους και τον Σεραφίνο, ήταν η συντροφιά μου μέχρι να λήξει ο «συναγερμός» ησυχίας και να ξεχυθούμε στον δρόμο για κρυφτό και «μήλα». Που μεγαλώνοντας πια, το έπαιρνα παντού μαζί μου, κυρίως για να ακούω σαν φανατικός μουσικόφιλος το ποπ κλαμπ του Γιάννη Πετρίδη (4 με 5 το απόγευμα). Ο Γιάννης, ο μοιραίος άνθρωπος στην επαγγελματική μου ζωή, εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα που άκουσα εντελώς τυχαία την εκπομπή της Τρίτης, κοπάνα από το μάθημα της αγγειοπλαστικής στην Αρχιτεκτονική του ΕΜΠ.  Άκουσα το όνομά μου με την παράκληση να επικοινωνήσω με την εκπομπή εξαιτίας ενός γράμματος που είχα στείλει στο πρώτο μουσικό περιοδικό της Ελλάδας, το Ποπ & Ροκ, που μόλις είχε αρχίσει να εκδίδεται. Σε λίγους μήνες με είχε πάρει μαζί του στο ξένο ρεπερτόριο της μεγάλης δισκογραφικής εταιρείας PolyGram. Ήταν η αρχή μιας επαγγελματικής ζωής που συνεχίζω να απολαμβάνω. Κι ήμουνα πολύ τυχερός, που έζησα εκ των έσω τη μεγάλη επανάσταση της «ιδιωτικής» ραδιοφωνίας, την επανάσταση του live ραδιοφώνου, 24 ώρες το 24ωρο! Ήταν το 1987 με την έναρξη του Αθήνα 984, σαν βοηθός του Άκη Έβενη που είχε τη διεύθυνση του μουσικού προγράμματος. Ήταν πρωτόγνωρη για όλους μας η «αλληλεπίδραση» με ένα κοινό που ουσιαστικά άκουγε πρώτη φορά «ζωντανό ραδιόφωνο».

Να ανεβαίνουμε βράδια από το κτίριο της Λιοσίων στην Ομόνοια για κανα «βρόμικο» και από όλα τα αυτοκίνητα να ακούγεται το σήμα του σταθμού που είχε γράψει ο Σταμάτης Κραουνάκης. 60% ακροαματικότητα με τις μετρήσεις της εποχής! Θυμάμαι που είχα τη μουσική επιμέλεια ενός 3ωρου ραδιοφωνικού μαγκαζίνο κάθε Σάββατο βράδυ στις 12 τα μεσάνυχτα! Ήταν το «Κάτι Τρέχει» με τον Μάνο Αντώναρο, την Αγάθη Πλώτα, τον Θοδωρή Ρουσσόπουλο και τον Πάνο Παναγιωτόπουλο. Η κινητοποίηση του κόσμου στους διαγωνισμούς με έπαθλο πχ μία τηλεόραση και «εντολή» να φέρουν στο στούντιο επί τόπου… το καπέλο ενός groom από οποιοδήποτε ξενοδοχείο της Αθήνας! Στις εφημερίδες το θέμα την επόμενη μέρα με το πλιάτσικο που έγινε στις εισόδους των Αθηναϊκών hotels! Θυμάμαι στο στούντιο την Αλίκη, την Έλενα Ναθαναήλ και δεκάδες άλλες προσωπικότητες του καλλιτεχνικού χώρου.

Η σχέση μου με το ραδιόφωνο εξακολουθεί να είναι δυνατή, όχι πια τόσο με την playlist μουσική του αλλά κυρίως στην ενημέρωση από δημοσιογραφικούς σταθμούς. Παγκόσμια μέρα ραδιοφώνου, παγκόσμια μέρα γιορτής.

Γιάννης Δόξας

Γιώτα Κοτσέτα

Γιώτα Κοτσέτα

Ραδιόφωνο είναι αέρας. Αυτό που λες, που σκέφτεσαι, που παίζεις την επόμενη στιγμή δεν υπάρχει. Ραδιόφωνο είναι σύμπαν. Κλείνεις την πόρτα του στούντιο και ό,τι κι αν συμβαίνει εκεί έξω δεν υφίσταται. Μόνο τα τραγούδια υπάρχουν, οι ιστορίες τους, το «on» χρώματος πράσινου και το κατακόκκινο «on air» και οι χρόνοι που τρέχουν ανάποδα.

Η γενιά μου έμαθε ραδιόφωνο στου Κασσίδη του κεφάλι

Ραδιόφωνο είναι αρμονία. Δηλαδή μελωδίες, παύσεις, ατάκες, μίξεις, ιδέες, απόψεις, ατμόσφαιρα, στυλ, προσωπικές ιστορίες, αφιερώματα, φωνές, επικοινωνία, συνήθεια, συντροφιά, παρέα. Το ραδιόφωνο είναι διάφανο. Δεν μπορείς να κρυφτείς. Αν βαριέσαι, αν είσαι ευτυχισμένος, αν έχεις κέφια… το ξέρουν όλοι. Σε διαβάζουν σαν ανοιχτό βιβλίο.

Η γενιά μου έμαθε ραδιόφωνο στου Κασσίδη του κεφάλι. Δεν υπήρχαν σχολές την εποχή που η ιδιωτική ραδιοφωνία έκανε το μεγάλο μπαμ. Τώρα σκέφτομαι ότι κάνω ένα επάγγελμα που σε λίγα χρόνια δε θα υπάρχει. Μουσικός παραγωγός. Χρησιμοποιώ το αυτί μου, για την ακρίβεια το εμπιστεύομαι και «μεταφέρω» στον αέρα τραγούδια που μου αρέσουν, που ελπίζω ότι αρέσουν και σε όσους τ’ ακούνε, σκέφτομαι ιστορίες γύρω απ ‘ αυτά και πολλές φορές φτιάχνω στο μυαλό μου ιδανικά βίντεο κλιπάκια.

Το ραδιόφωνο διαθέτει «σπίθα». Είσαι συνεχώς σε κίνηση. Ακούς, τι καινούριο κυκλοφόρησε, ποιος θα έρθει για συναυλία…δεν ησυχάζεις ποτέ, δεν υπάρχει ακινησία. Αυτό με κάνει ευτυχισμένη. Όπως και η σκέψη ότι υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος που μπορεί να ακούει την εκπομπή και να του φτιάχνει το κέφι. Υπάρχουν και μέρες που δεν έχεις να πεις τίποτα. Τίποτα ενδιαφέρον. Και τα λόγια σου είναι ασήμαντα. Και όλα όσα σκέφτεσαι έχουν ειπωθεί. Και πάνω που νομίζεις ότι είσαι «ο πιο βαρετός πεθαίνεις» άνθρωπος στον κόσμο μπαίνει το πρώτο τραγούδι και όλα ρολάρουν κανονικά, το στούντιο είναι το σπίτι σου και ο αέρας του ραδιοφώνου το οξυγόνο σου.

Γιώτα Κοτσέτα (Kosmos Radio 93,6, καθημερινά 10:00-12:00)