Όλοι έχουμε κρυφτεί πίσω από μια κουρτίνα σαν παιδιά. Έχοντας τη βεβαιότητα ή την ψευδαίσθηση ότι δεν είμαστε ορατοί από τους άλλους. Άλλοτε έχουμε παίξει και τα φαντάσματα χρησιμοποιώντας τις ίδιες αυτές κουρτίνες. Με απόλυτη εμπιστοσύνη στην αγνότητα και τη σύμβαση του παιχνιδιού. Καθώς μεγαλώνουμε, συνεχίζουμε να κρυβόμαστε πίσω από …κουρτίνες (άλλου τύπου πια), επαναλαμβάνοντας ασυναίσθητα το παιδικό παιχνίδι. Μόνο που αυτό δεν είναι και τόσο αθώο πια. Το Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; του Έντουαρντ Άλμπι σε σκηνοθεσία της Μαρίας Πανουργιά στη Στέγη εκθέτει τις παιδικές καθηλώσεις, τα ανελέητα παιχνίδια και τις ζωτικές πλάνες δύο ζευγαριών, δηλαδή τα κρυμμένα «πτώματα» πίσω από μια κουρτίνα-αυλαία ενός αστικού σαλονιού.

Ένας λαδί καναπές. Ένα καταλεκιασμένο λαδί χαλί. Ένα έπιπλο με άφθονο, γαλάζιο αλκοόλ. Ένας πίνακας (αντίγραφο του διάσημου πίνακα του Γκυστάβ Κουρμπέ “Η προέλευση του κόσμου”) που απεικονίζει ένα γυναικείο αιδοίο. Και αντί για τοίχους, βαθυπράσινες, βελούδινες, επιβλητικές κουρτίνες (σκηνικό: Πουλχερία Τζόβα). Ένας άντρας σημαδεύει με το πιστόλι του ένα πράσινο μήλο που στέκεται στο κεφάλι μιας γυναίκας. Σκοτάδι. Όταν ανοίξουν τα φώτα, ένα γυναικείο …χέρι (το σώμα στο οποίο ανήκει το χέρι κρύβεται πίσω από τον καναπέ) συνομιλεί, σε μια λοξή «περφόρμανς» κουκλοθεάτρου, με έναν άντρα που πίνει αλκοόλ (τον ίδιο άντρα με εκείνον που σημάδευε με το πιστόλι του πριν). Κάτι λένε για ένα σπίτι-αχούρι, για μια ταινία, για έναν τίτλο ταινίας που δεν θυμάται κανείς από τους δυο. Η σκηνοθεσία έχει, από τα πρώτα κιόλας λεπτά της παράστασης, εγκαθιδρύσει έναν ισχυρό αντιρεαλιστικό κώδικα, δημιουργώντας αναπάντεχες εικόνες με ρίζες στον χώρο των ονείρων, θέτοντας στο κέντρο της δραματουργίας το σεξουαλικό ανικανοποίητο των ηρώων και τις ύπουλες στρατηγικές ταπείνωσης του άλλου.

Το …χέρι ανήκει στη γυναίκα με το …μήλο. Τη Μάρθα. Ετών 52. Κόρη πρύτανη Πανεπιστημίου και κατά έξι χρόνια μεγαλύτερη του συζύγου της, Τζορτζ. «Μου πιάστηκε το χέρι να σε μαστιγώνω 23 ολόκληρα χρόνια», θα του πει. Εκείνος, Καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο όπου πρύτανης είναι ο πεθερός του, φαίνεται να μην έχει κατακτήσει όσα θα ήθελε. Μόλις έχουν γυρίσει από ένα πάρτι. Του πατέρα της. Η Μάρθα, χωρίς να το γνωρίζει ο Τζορτζ, έχει καλέσει ένα νεαρότερο ζευγάρι για ποτό. Αυτό που ακολουθεί είναι μια βραδιά με πολύ αλκοόλ, άγριες αποκαλύψεις και παιχνίδια …ανθρωποσφαγής. Για τη Μάρθα και τον Τζορτζ τα παιχνίδια αυτά είναι η καθημερινή «γυμναστική» τους. Για το νεαρότερο ζευγάρι, η βραδιά αυτή μάλλον θα είναι η εκκίνηση μιας αντίστοιχης συστηματικής …γυμναστικής. Σε αυτό το σύμπαν οι άντρες είναι παροπλισμένοι σεξουαλικά, οι γυναίκες στερημένες, οι κοιλιές τους στέρφες. Ο γάμος, βασισμένος σε υπολογισμό, δείχνει τα δόντια του.

Η παράσταση αναδεικνύει, με την καθοριστική συμβολή της απολαυστικής μετάφρασης της Τζένης Μαστοράκη, το σαρδόνιο χιούμορ του έργου, την ειρωνεία ως όπλο κατατρόπωσης του αντίπαλου. Για τη Μάρθα ο Τζορτζ είναι ένας «ξόφλας», «γκαντεμόσαυρος», «βορβορόστομος», ένας …«πάτος», το «πατουλίνι» της, ο «Μι, Άλφα, Λάκας» της. «Εάν ήσουν υπαρκτό πρόσωπο, θα σε χώριζα» του λέει. Για τον Τζορτζ, η Μάρθα είναι μια γυναίκα γερασμένη -«καμιά εκατοστή χρονών»-, με μια αγριοφωνάρα και με «αδυναμία στις ανθρωποσφαγές». Ο πίνακας που έχουν στο σαλόνι τους (αυτός με το αιδοίο) «απεικονίζει ό,τι συμβαίνει στο μυαλό της», όπως λέει αφοπλιστικά στους ανυποψίαστους καλεσμένους τους. Όσο εισχωρούμε και πιο βαθιά στον κόσμο του έργου, η παράσταση ενσωματώνει, σε μια ατμόσφαιρα που έχει κάτι από την υποδόρια βία του Χάνεκε, όλο και περισσότερες υπερρεαλιστικές εικόνες και μη ρεαλιστικές σκηνικές δράσεις: ξαφνικές παύσεις, αθόρυβες παντομίμες, πόδια, όπλα και κεφάλια που εμφανίζονται από τις κουρτίνες. Η αλήθεια και το ψέμα μπερδεύονται, συγκατοικούν και διεκδικούν τον χώρο τους. Παιδικά παιχνίδια, όπως το κρύψιμο πίσω από την κουρτίνα, παιδικά τραγούδια, όπως το Ποιος φοβάται τον κακό λύκο;, αρκουδίσματα, καθώς και το ιδιότυπο «κουκλοθέατρο» της έναρξης παραπέμπουν σε μια χαμένη παιδικότητα, ή καλύτερα σε μια βιασμένη αθωότητα.

Η σκηνοθεσία καθοδηγεί τους ηθοποιούς σε σπουδαίες ερμηνείες σε ένα από τα πιο απαιτητικά έργα του σύγχρονου κλασικού ρεπερτορίου. Η Λένα Κιτσοπούλου, σε μια από τις πιο μεστές στιγμές της υποκριτικά, δημιουργεί μια Μάρθα-Έντα Γκάμπλερ, με το πρότυπο του πατέρα να την ορίζει. Και ταυτόχρονα μια Μάρθα που κολυμπά σε μια θάλασσα από απωθημένα, απόλυτα εξαρτημένη από τον Τζορτζ. Κάθε κίνηση, κάθε λέξη της έχει ως στόχο την προσοχή του. Μάταια συνήθως. Ο Τζορτζ του Κωνσταντίνου Αβαρικιώτη, με ένα σωρό ανικανοποίητα κι αυτός και με μια αμφισημία για τη σεξουαλική του ταυτότητα, είναι κλεισμένος σε μια ανείπωτη μοναξιά, υπομένοντας τα βέλη της συζύγου του και ανταπαντώντας κυρίως όταν η αντίπαλος είναι αδύναμη. Το νεαρότερο ζευγάρι δέχεται σταδιακά τα πυρά: η Στέλλα Βογιατζάκη-Honey πλάθει μια γκροτέσκα και ταυτόχρονα τραγική «κουκλίτσα», μια γυναίκα που σωματοποιεί τη στεναχώρια, που στέκεται κοκαλωμένη μπροστά στην αποκάλυψη του πιο προσωπικού κρυφού μυστικού της, στην προδοσία από τον άντρα της. Εκείνος, ο Νικ-Γιάννης Παπαδόπουλος είναι οπορτουνιστής, σχεδόν αδιαπέραστος από τις προσβολές, ένα θλιβερό δείγμα νέου επιστήμονα-ανθρώπου που μόνο σκοτάδι μπορεί να προμηνύει για το μέλλον της ανθρωπότητας. Η μουσική (Blaine L. Reiniger) δίνει τον τόνο στις ερμηνείες, συνήθως ένα κόντρα-τέμπο –έχει συγγένειες με τον Nick Cave– σε μια βραδιά ταπείνωσης, σαδομαζοχιστικών συμπεριφορών και μαγαρισμού του πιο αδύναμου.

Η τελική έκβαση του αλληλοσπαραγμού –εδώ μια διαγώνια σύντμηση της αρχής της γ’ πράξης θα λειτουργούσε ευεργετικά για την παράσταση–, φέρνει την ακύρωση της βασικής ψευδαίσθησης του έργου: ο Τζορτζ σκοτώνει το φανταστικό παιδί, που έχουν επινοήσει με τη Μάρθα για τα παιχνίδια τους. Η έλλειψη του παιδιού, η έλλειψη του έρωτα, η έλλειψη της αγάπης. Και η διαρκής ανάγκη να παίζουν χωρίς τελειωμό τα παιχνίδια, που συνθέτουν πια την ίδια την υπόσταση της σχέσης τους. Ο Άλμπι επιλέγει να κλείσει το έργο του με ένα φωτεινό, όπως έχει ερμηνευτεί από ορισμένους μελετητές, φινάλε: ένα φινάλε που υπονοεί ότι το ζευγάρι, τώρα που σκότωσε το επινοημένο παιδί, μπορεί και να τα καταφέρει να υπάρξει και χωρίς ψευδαισθήσεις. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, ωστόσο, στην παράσταση της Πανουργιά: ενώ το ζεύγος στην τελική σκηνή κάθεται στον καναπέ με ένα φως από μια ανύπαρκτη τηλεόραση να τους λούζει και καθώς εκφέρουν, με μια ηρεμία σαν αυτή μετά από καταιγίδα, τα λόγια του έργου, η κουρτίνα-αυλαία πίσω από τον καναπέ τους εξαφανίζει. Τίποτα δεν μας καθησυχάζει σε αυτήν την εκδοχή. Τίποτα δεν μας εγγυάται ότι δεν θα ξαναρχίσει η παράσταση να παίζεται με ακόμη μεγαλύτερη δριμύτητα την επόμενη φορά. Ίσως γιατί αυτή η δριμύτητα, αυτός ο αλληλοσπαραγμός είναι ο μόνος τρόπος ευτυχίας που γνωρίζουν αυτοί -και άραγε μόνο αυτοί;- οι άνθρωποι.

Και κάπως έτσι γυρίζουμε στην αρχή: «Δεν νομίζω ότι δύο άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι πιο ευτυχισμένοι από όσο υπήρξαμε εμείς» διαβάσαμε πριν την έναρξη σ’ ένα ταμπλώ. Η φράση αυτή της Βιρτζίνια Γουλφ στον σύζυγό της, προτού εκείνη αυτοκτονήσει, μια φράση που ενσωματώνει εξίσου την ειρωνεία και την απεγνωσμένη αναζήτηση της αγάπης, γίνεται η σημαία της παράστασης. Η Μαρία Πανουργιά φτιάχνει μια φρέσκια, σαγηνευτική εκδοχή του αριστουργήματος του Άλμπι, αγαπάει με τους συνεργάτες της τους ήρωες του έργου, βουτάει μέσα τους και τοποθετεί το υποσυνείδητο επί σκηνής. Και επειδή το κάνει με τόλμη και έμπνευση, καταφέρνει να μας κάνει να ανασύρουμε κι εμείς ως θεατές στιγμές χαμένης αθωότητας, αλλά και αλήθειες και φαντάσματα που κρύβουμε επιμελώς πίσω από …κουρτίνες.

Info:

Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ; | 12 – 30 Δεκεμβρίου 2018 | Στέγη Ιδρύματος Ωνάση