Αν το θέατρο του Μιχαήλ Μαρμαρινού είναι σημαντικό για έναν λόγο πέραν της εκάστοτε σκηνοθετικής του κατάθεσης, αυτός είναι γιατί ανοίγει -ή θα έπρεπε να ανοίγει- τη συζήτηση σχετικά με το «χρέος» της σκηνοθετικής εργασίας. Οι δουλειές του χαρακτηρίζονται από τη χρήση χαρακτηριστικών εργαλείων -στα οποία καταφεύγει σαν σε προσωπικό εκφραστικό καταφύγιο- τέτοιων που τις καθιστούν αναγνωρίσιμες. Αυτό με τη σειρά του καθιστά τους θεατές «φίλους» ή «εχθρούς» της δουλειάς του· κάτι που ισχύει και με κάθε άλλον από τους σκηνοθέτες που φέρουν μια ευδιάκριτη σφραγίδα – και οι οποίοι τελικά αποτελούν την πλειοψηφία, όχι μόνο εδώ, παγκοσμίως.

Στον «Δον Ζουάν» του Μαρμαρινού η θεατρική ψευδαίσθηση καταρρίπτεται

Διότι, αποδεικνύεται στην πράξη πως ελάχιστοι σκηνοθέτες έχουν επιδείξει ευελιξία τέτοια που τους επιτρέπει να εμφανίζουν διαφορετικό σκηνοθετικό «πρόσωπο» σε κάθε κείμενο. Προσωπικά, υποκλίνομαι μπροστά σε όσους διαθέτουν πλούσια εκφραστική φαρέτρα, αναγνωρίζω όμως πως είναι μάλλον ελάχιστοι και πως κι αυτοί, συν τω χρόνω, καταστάλαξαν ή τείνουν να κατασταλάξουν σε ένα «τελικό» προσωπικό ύφος. Έτσι, φτάνουμε στο σημείο να διατυπώνουμε τις προτιμήσεις ή τις απαρέσκειές μας, για το θέατρο του Μαρμαρινού, του Τερζόπουλου, του Καραντζά, του Μαυρίκιου, ή του Ουίλσον, του Οστερμάγιερ, του Καστελούτσι κ.ο.κ.

Στην πραγματικότητα, όμως, παρά την αναγνωρίσιμη σκηνοθετική ταυτότητα, τη μεταχείριση των ίδιων λίγο-πολύ εκφραστικών εργαλείων, το πεδίο δράσης -η παράσταση- παραμένει ανοιχτό και ευμετάβλητο. Το έργο είναι κάθε φορά άλλο, οι δόσεις και οι αναλογίες των εκφραστικών τρόπων διαφέρουν, τα επιμέρους σημεία, π.χ. οι αισθητικές επιλογές, διαφέρουν και έτσι οι συναντήσεις μεταξύ σκηνοθετικής μεθοδολογίας και δραματουργίας αποδεικνύονται κάθε φορά ξεχωριστές, ευτυχέστερες ή ατυχέστερες. Στην περίπτωση του Μαρμαρινού, για παράδειγμα, τα μεταδραματικά εκφραστικά του εργαλεία ήταν ευδιάκριτα και παρόντα τόσο στο «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας» που παίχτηκε στο Εθνικό προ τετραετίας, όσο και στη «Λυσιστράτη» του περασμένου καλοκαιριού, παραστάσεις που αποδείχθηκαν τόσο διαφορετικές μεταξύ τους.

 «Δον Ζουάν» σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού

Τα ίδια εργαλεία αναγνωρίζουμε και στον τωρινό «Δον Ζουάν», που ανεβάζει ο σκηνοθέτης στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Η δράση, όπως και στον «Φάουστ» στον ίδιο χώρο προ τριετίας, εκτυλίσσεται γύρω από ένα τραπέζι, επιτρέποντας στο δεκαμελή θίασο να μεταφέρει τη βασική σκηνοθετική μεθοδολογία, δηλαδή τη δράση που γεννιέται μέσα από την ομαδικότητα. Η παράσταση δομείται πάνω στη συνθήκη: «δείχνω πως παίζω θέατρο». Η παράσταση σε σημεία θυμίζει -αυτοσκηνοθετημένη- πρόβα, η απεύθυνση στο θεατή είναι συχνά μετωπική, η θεατρική ψευδαίσθηση καταρρίπτεται, καθώς παρεισφρέουν εξωκειμενικά σχόλια ή οι σκηνικές οδηγίες, ονοματίζονται τα πρόσωπα που μιλάνε και ολόκληρες σκηνές αποδίδονται με προβολή του κειμένου στην οθόνη, χωρίς σκηνική δράση· ας προστεθεί σε αυτά και η χρήση των (πολυμεταχειρισμένων, είναι η αλήθεια) τεχνολογικών εφέ, όπως είναι η χρήση της κάμερας και του μικροφώνου. Συνολικά, παρατηρείται μια επισταμένη προσπάθεια αποστασιοποίησης.

Τα παραπάνω αφαιρούν από το έργο την όποια λαϊκή ταυτότητα (μην ξεχνάμε πως τα έργα του Μολιέρου είναι μέρη του νήματος που ένωσε την παράδοση της Αναγέννησης με τη μεταγενέστερη δραματουργία και, όσον αφορά τον «Δον Ζουάν» ειδικά, το πρόσωπο του Σγαναρέλ, του απλοϊκού, καλοκάγαθου Υπηρέτη, αντλείται κατευθείαν από την Commedia dell’ Arte) και το αντιμετωπίζουν με διανοητική, εγκεφαλική πρόθεση. 

 «Δον Ζουάν» σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού

Το σκηνικό καλούπι δεν είναι, όμως, κενό περιεχομένου. Αντιθέτως, συντελεί ώστε να αναδειχθούν οι φιλοσοφικές αποχρώσεις του έργου· δίνει, για παράδειγμα, χώρο για σχολιασμό πάνω στη φύση του έρωτα (έστω και κάπως αμήχανα δοσμένος σε μορφή διάλεξης, με αφορμή τη σκηνή του ερωτευμένου ζευγαριού, της Σαρλότ και του Πιερρό) και την κοινωνική υποκρισία· ωραία λειτουργεί ως προς αυτό το σημείο η παρουσία του τραπεζιού, γύρω από το οποίο συσπειρώνεται ο -επικριτικός και υποκριτικός- κοινωνικός περίγυρος του Δον Ζουάν. Επίσης, αναδεικνύει την πολυπρισματική φυσιογνωμία του ήρωα, για την οποία δύσκολα θα αποφανθεί κανείς. Πρόκειται για έναν κατά συρροή υποκριτή και υπερφίαλο άνδρα ή για έναν ελεύθερο άνθρωπο που επιπλέει μέσα σε μια υποκριτική κοινωνία; Είναι όσο ευτυχισμένος δείχνει ή πρόκειται για μια μάλλον δυστυχισμένη ύπαρξη; Το γεγονός πως η σκηνοθεσία και η ερμηνεία του Χάρη Φραγκούλη άνοιξαν τη βεντάλια των ερωτημάτων χωρίς να δίνουν μία απάντηση, θεωρώ πως είναι το σημαντικότερο επίτευγμα της παράστασης, τουλάχιστον από την πλευρά της ιδεολογικής τοποθέτησης.

 «Δον Ζουάν» σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού

Γενικώς, η παράσταση ανοίγεται στην εσωτερικότητα του κειμένου, χωρίς όμως να αποσιωπά την κωμικότητα, η οποία εκδηλώνεται πότε με «θεατρικό» τρόπο ανάλογο της μεταδραματικής συνθήκης που έχει υιοθετηθεί και πότε με μια «δραματική», ποιητική διάθεση, αναγνωρίσιμη και στις προηγούμενες σκηνοθεσίες του Μαρμαρινού. Επίσης, η παράσταση συνδιαλέγεται έντονα με άλλες τέχνες, κατά κύριο λόγο με την όπερα και τη μουσική (του Μότσαρτ μέσα από την επεξεργασία που της επιφυλάσσει ο Καμαρωτός), αλλά και με τα εικαστικά, καθώς η σκηνοθεσία αφήνεται συχνά στη δύναμη της στατικής απεικόνισης.

Όλα αυτά συντελούν σε μια πλουραλιστική εντέλει σκηνική κατάθεση, μελετημένη από τον σκηνοθέτη και ωραία ερμηνευμένη από τους ηθοποιούς (δεν γίνεται να μην ξεχωρίσω δίπλα στον Φραγκούλη, τον Γιάννο Περλέγκα ως Σγαναρέλ, χωρίς να υποτιμώ τη -μικρή ή μεγάλη- παρουσία των υπόλοιπων). Αυτός ο πλουραλισμός, όμως αφαιρεί σταδιακά από τη συνοχή του εγχειρήματος και καθιστά δύσκολη την ολοκληρωμένη πρόσληψη όλων των δεδομένων· από ένα σημείο και μετά η παράσταση, η σκηνοθετική έγνοια δηλαδή, μοιάζει να αναλώνεται στην κατάχρηση όλων όσων αναφέρθηκαν παραπάνω και, επιπλέον, οδηγείται σε μάκρος (τρίωρη καθαρή διάρκεια) χωρίς να αποδεικνύει πως το χρειάζεται.

 «Δον Ζουάν» σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού

Info παράστασης: «Δον Ζουάν» σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού | 25 Ιανουαρίου – 19 Φεβρουαρίου 2017 | Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών-Ίδρυμα Ωνάση

Σχετικά άρθρα: Δον Ζουάν: Ένας θρυλικός ήρωας της αποπλάνησης, από την Αργυρώ Μποζώνη