Η Δήμητρα Σελεμίδου θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «παιδί θαύμα». Μόλις 22 ετών, φοιτήτρια στην Ιατρική Αθηνών, μετρά ήδη έναν πρώτο προσωπικό δίσκο (την «Τρίτη Έξοδο» σε στίχους Γιάννη Βασιλόπουλου και μουσική Σπύρου Παρασκευάκου), έναν δεύτερο που έπεται δια χειρός Ελένης Φωτάκη και Άγγελου Τριανταφύλλου, ενώ εδώ και λίγα χρόνια είναι το πουλέν του Γιώργου Χατζιδάκι, ο οποίος την ξεχώρισε, ανοίγοντάς της την πόρτα στον κύκλο «Μάνος Χατζιδάκις» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Η δωρική της ερμηνεία πέρσι στον «Μεγάλο Ερωτικό» στη Λυρική, πλάι στον Αλκίνοο Ιωαννίδη, έκλεψε τις εντυπώσεις, ορίζοντας τις «Συντεταγμένες» της (σ.σ. ο τίτλος της νέας της παράστασης στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης) σ’ ένα παρόν με ελπιδοφόρο μέλλον.

Έχετε κάποια έντονη ανάμνηση από τα παιδικά σας χρόνια στη Φλώρινα;

Πολύ έντονες είναι οι εικόνες από τα πρωινά στο σπίτι. Συνήθως, ξυπνούσα πολύ πρωί, νωρίτερα από όλους τους υπόλοιπους, δηλαδή από τους γονείς και τους δύο αδερφούς μου. Τις περισσότερες φορές μόλις είχε ξημερώσει και με ξυπνούσε το πρώτο φως της μέρας. Θυμάμαι να κάθομαι συχνά στο παράθυρο του δωματίου μου, που είναι στη σοφίτα, χαζεύοντας έξω τα βουνά και τις εποχές να εναλλάσσονται. Το πρώτο σημάδι ότι κάποιος ξύπνησε ήταν το ραδιόφωνο που άρχιζε να ακούγεται στην κουζίνα. Σήμαινε πως ξύπνησε η μαμά. Οπότε ήταν ώρα για πρωινό. Άλλες έντονες αναμνήσεις από την πόλη εννοείται πως περιλαμβάνουν τους φίλους μου, τις ατελείωτες ώρες στο ωδείο και σε άλλα μαθήματα, βόλτες στο ποτάμι, καλό φαγητό και πολλά όνειρα που ακόμη δεν είχαν ανθίσει.

Σας δυσκόλεψε καθόλου η διαμονή σας σε μια επαρχιακή πόλη, όπου οι πολιτιστικές έξοδοι ήταν περιορισμένες και το περιβάλλον των συνομηλίκων σας (εικάζω) δεν είχε τα ίδια ενδιαφέροντα με τα δικά σας;

Κάποτε θα έλεγα με παράπονο ότι όντως με δυσκόλεψε. Τώρα, συνειδητοποιώ πως με διαμόρφωσε μ’ έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο ακόμη και η στέρηση των διεξόδων ως προς την τέχνη. Ευτυχώς υπήρξα τυχερή και είχα κοντά μου λίγους και καλούς φίλους που μοιραζόμασταν ίδια ενδιαφέροντα, τους οποίους κρατώ ακόμα και ανυπομονώ για όσες φορές ανταμώνουμε. Είμαι απόλυτα ευγνώμων προς τους γονείς μου τόσο για τα ερεθίσματα που είχαμε στο σπίτι όσο και για το γεγονός ότι κατηύθυναν εμένα και τα αδέρφια μου στο ωδείο που ήταν και είναι κοιτίδα πολιτισμού για την πόλη (σίγουρα εκεί απέκτησα τα περισσότερα μουσικά εφόδια) και επίσης για όσες φορές θυσίασαν τον ελεύθερο χρόνο και τα χρήματα που δεν περίσσευαν για να μας φέρουν σε επαφή με θέατρα και μουσικές παραστάσεις στη σχετικά κοντινή μας Θεσσαλονίκη.

Το τραγούδι πώς μπήκε στη ζωή σας;

Όταν μπήκε στο σπίτι το πιάνο, όπου μελετούσε ο μεγάλος μου αδερφός, ο Αντώνης, είχα αποφασίσει ότι θέλω να μάθω κι εγώ. Έτσι ξεκίνησε η σχέση μου με τη μουσική, όμως όσο περνούσε ο καιρός, τόσο με εγκατέλειπε ο αρχικός μου ενθουσιασμός για τη μελέτη. Προτιμούσα να ακούω και να απολαμβάνω, παρά να μελετάω με τις ώρες και κατά κάποιο τρόπο το πιάνο έγινε μια επιπλέον εξωσχολική δραστηριότητα, όπως για παράδειγμα τα γερμανικά που ποτέ δεν αγάπησα πραγματικά. Για καλή μου τύχη βρέθηκε στο δρόμο μας η δασκάλα του Αντώνη, τότε διευθύντρια του ωδείου μας, κ. Δόμνα Ευνουχίδου, η οποία εκμαίευσε το ενδιαφέρον μου για το τραγούδι. Στις αρχές του γυμνασίου έκανα τα πρώτα μου μαθήματα τραγουδιού. Το μεγάλο βήμα έγινε το 2013 με τη συμμετοχή μου στην 4η ακρόαση της Μικρής Άρκτου. Ήμουν πρώτη λυκείου, χαμένη στη διεκδίκηση του ιατρικού μου ονείρου λόγω των επερχόμενων πανελλαδικών. Δεν δήλωσα ποτέ συμμετοχή από φόβο. Το έκανε, όμως, η μαμά μου και το επόμενο που θυμάμαι είναι ο Αντώνης και ο μπαμπάς να με βάζουν άρρωστη στο αμάξι για να ταξιδέψουμε στην Αθήνα. Πώς έμπλεξαν τα πράγματα από εκεί και πέρα, δεν το κατάλαβα ποτέ (γέλια).

Εσείς τι τραγούδια ακούτε;

Η μουσική που ακούω αλλάζει συνεχώς ανάλογα με τη διάθεσή μου. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως δεν ακούω το (με την κακή έννοια) εμπορικό, λαϊκό/ποπ τραγούδι. Με όλα τα υπόλοιπα είδη έρχονται στιγμές που συναντιέμαι. Όταν είμαι σε περιόδους μελέτης για παραστάσεις που πλησιάζουν, στον ελεύθερο χρόνο μου ακούω κυρίως κλασική μουσική ή σύγχρονα ορχηστρικά έργα.

Σπουδάζετε παράλληλα στην Ιατρική. Είναι η εναλλακτική σας, σε περίπτωση που ο δρόμος της μουσικής δεν σας οδηγήσει εκεί που επιθυμείτε;

Η Ιατρική δεν προέκυψε ως εναλλακτικός δρόμος. Ήταν πάντοτε ο βασικός δρόμος, αυτό που ονειρευόμουν ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου. Αν και δεν πιστεύω πως η μουσική μπορεί να αποτελέσει στο βάθος του χρόνου το βασικό μου επάγγελμα, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση η Ιατρική δεν είναι κάτι που μπορώ να εγκαταλείψω. Θα βρω τον τρόπο να την έχω στη ζωή μου, μέσα από τη μελέτη και τον εθελοντισμό ενδεχομένως. Θεωρώ πως ο συνδυασμός ιατρικής και μουσικής είναι μονόδρομος για να παραμείνω δημιουργική και ισορροπημένη.

Ηρώδειο, Λυρική, Χατζιδάκις. Μπήκατε, θα λέγαμε, κατευθείαν στα βαθιά. Πώς κολυμπήσατε; Η αθωότητα της νιότης συγκρούστηκε με την «ενήλικη» πραγματικότητα που είχατε να αντιμετωπίσετε;

Η «ενήλικη πραγματικότητα» ήταν κάτι που στην αρχή επέλεξα να αγνοήσω. Αποφάσισα να αντιμετωπίσω με σοβαρότητα και επαγγελματισμό τις υποχρεώσεις μου, αφαιρώντας λίγο από το μεγάλο βάρος της ευθύνης που ένιωθα μέσα από την κατάλληλη προετοιμασία. Από εκεί και πέρα έπρεπε να δοθεί και μια μάχη με τα άγχη και τις ανασφάλειές μου. Εκεί η μεγάλη μου ασπίδα και όχημα ήταν το έργο του Μάνου Χατζιδάκι. Αποφάσισα να αφεθώ στη μουσική, να νιώσω μέρος του σημαντικού έργου που κλήθηκα να υπηρετήσω και να μη σκέφτομαι τα όρια του εαυτού μου. Κινήθηκα με άξονα την αγάπη μου για τις μουσικές και τους στίχους που συνειδητά ή ασυνείδητα είχαν γίνει μέρος της ψυχής μου πολύ πριν τραγουδήσω, πολύ πριν ερμηνεύσω αυτά τα έργα. Αντίστοιχα, σε άλλες σημαντικές συνθήκες, όπως η συνεργασία μου με τον αγαπημένο μου Μάριο Φραγκούλη, που με έχει στηρίξει πάρα πολύ εντός και εκτός της συμπόρευσής μας, το ισχυρότερο κίνητρό μου ήταν η πίστη μου στην «Τρίτη έξοδο», το δίσκο μας με τον Γιάννη Βασιλόπουλο και τον Σπύρο Παρασκευάκο. Πίστευα τόσο πολύ σε αυτή τη δουλειά που θέλησα με όλες μου τις δυνάμεις τα τραγούδια μας να φτάσουν στον κόσμο. Πολλές φορές σκέφτομαι όσα πέρασαν και μαθαίνω από αυτή την «αθωότητα της νιότης». Νομίζω ότι αυτά τα όπλα που χρησιμοποίησα και τότε, με άλλα λόγια η πίστη και η αγάπη για όσα επέλεξα να κάνω, είναι που με οδήγησαν σε έναν ειλικρινή και πιο στρωτό δρόμο.

Η πορεία σας μέχρι τώρα αντιπροσωπεύει πλήρως τα καλλιτεχνικά βήματα που θέλετε να ακολουθήσετε ή μπορεί να έχετε «καλλιτεχνικές φιλοδοξίες» που να μην μπορούμε να προβλέψουμε;

Η ιστορία μου, μέχρι ώρας, εκπλήσσει και εμένα την ίδια, επομένως δεν είναι απολύτως προβλέψιμα τα πράγματα. Σίγουρα είμαι ένας άνθρωπος που αρέσκεται να εξερευνά τις δυνατότητές του μέσα σε πολλές, διαφορετικές συνθήκες κι έτσι πιστεύω πως το μέλλον κρύβει πράγματα που ενδεχομένως δεν τα έχω σκεφτεί ακόμη. Αυτό που θέτω πάντα σαν όρο στον εαυτό μου είναι, όπως προείπα, η ειλικρίνεια και η αγάπη για ό,τι επιλέξω να κάνω. Από εκεί και πέρα οι ορίζοντες είναι ανοικτοί.

Σ’ ένα βίντεο στο Youtube που τραγουδάτε το «Μαμά, μπαμπά» υπάρχει ένα σχόλιο που λέει: «Προσοχή σκληρές αλήθειες που επιφέρουν απρόσμενα δάκρυα». Σας απασχολεί η σχέση σας με το κοινό; Εννοώ, σκέφτεστε τρόπους να την τροφοδοτείτε, να την εξελίσσετε, να την δρομολογείτε εκεί που θα θέλατε να οδηγηθεί;

Νομίζω πως αν κάποιον δεν τον απασχολεί η σχέση του με το κοινό και βρίσκεται στο χώρο της τέχνης μάλλον πρέπει να αλλάξει δρόμο. Για εμένα, αυτό το μοίρασμα της αλήθειας, όσο σκληρή και αν είναι πολλές φορές, είναι ο λόγος για τον οποίο αποφάσισα να τραγουδήσω. Πίστευα πως όσα σκεφτόμουν και ένιωθα αφορούσαν εμένα και τις παραξενιές μου. Είχα επιλέξει την ασφάλεια της μοναξιάς και δεν κατάλαβα πως είχε αρχίσει να με φθείρει. Μετά όλα άλλαξαν και δεν ένιωθα πια μόνη. Κάθε κουβέντα που ανταλλάσσω με τον κόσμο τη μεταφράζω σε συναίσθημα και σε συγκίνηση, που είναι η κινητήριος δύναμη για τη συνέχεια. Ο τρόπος που τροφοδοτείται η σχέση με το κοινό είναι κυρίως η παράσταση, η άμεση αλληλεπίδραση με τον κόσμο. Από την άλλη, υπάρχουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που ευνοούν την επικοινωνία στις ενδιάμεσες, φαινομενικά αδρανείς περιόδους. Χρησιμοποιώ τη λέξη φαινομενικά, γιατί κάθε φορά μετά από έναν κύκλο που ολοκληρώνεται, έχεις πάρει τόσα πολλά ερεθίσματα προς επεξεργασία και συνεχώς λαμβάνεις νέα, οπότε ασυνείδητα ήδη έχεις μπει στην προετοιμασία του επόμενου βήματος, που πρώτα ικανοποιεί μια εσωτερική ανάγκη και έπειτα πρέπει να φροντίσεις να βρεις τον τρόπο που θα αφορά και τον κόσμο που θα την αγκαλιάσει.

Παρουσιάζετε στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης μια παράσταση με τίτλο «Συντεταγμένες», με νέα μουσική παρέα. Οι αλλαγές στους συνεργάτες είναι ανανεωτικές ή ριψοκίνδυνες;

Στην προκειμένη περίπτωση η αλλαγή είναι καθόλα ανανεωτική. Γενικότερα θα απαντήσω πως εξαρτάται (γέλια). Είμαι πολύ χαρούμενη για την καινούργια μουσική μου παρέα και περήφανη για τους μουσικούς που την απαρτίζουν. Στο πιάνο θα βρίσκεται ο Στάθης Σούλης, που ήταν ο πρώτος και πολύ σημαντικός μου συνεργός στη δημιουργία της ομάδας, λίγο πριν προστεθεί ο Αλέξανδρος Λιβιτσάνος, που έχει επιμεληθεί τις ενορχηστρώσεις και θα είναι μαζί μας επί σκηνής στα πλήκτρα. Το τρίτο καταλυτικό πρόσωπο είναι ο Δημήτρης Στασινός, στις κιθάρες και σε φωνητικά μέρη. Τέλος, στα κρουστά θα είναι μαζί μας ο Μανώλης Γιαννίκιος.

Ετοιμάζετε τη νέα σας δισκογραφική δουλειά. Πείτε μας δυο λόγια γι’ αυτήν.

Θέλω πολύ να μοιραστώ τη χαρά μου για τη συνάντησή μας με μια νέα δημιουργική ομάδα, την Ελένη Φωτάκη και τον Άγγελο Τριανταφύλλου. Είναι δύο δημιουργοί που θαύμασα ξεχωριστά και αργότερα σαν δίδυμο μέσα από το δίσκο τους «Το άσπρο μαμά νοσταλγώ» με τη Χριστίνα Μαξούρη. Είναι υπέροχο που έχω την ευκαιρία να εργαστώ με δύο καλλιτέχνες που θαυμάζω όλο και περισσότερο καθώς προχωράμε την κοινή μας εργασία. Πέρα από το ταλέντο τους, με εμπνέει η αφοσίωση και η εργατικότητά τους. Ξεκινήσαμε πριν λίγο καιρό να ετοιμάζουμε νέα τραγούδια και ίσως στις συντεταγμένες παρουσιάσουμε ένα μικρό δείγμα από τα όμορφα που προέκυψαν έως τώρα. Ανυπομονώ γι’ αυτή τη στιγμή.

Info:

Δήμητρα Σελεμίδου – «Συντεταγμένες» | Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019 στις 21:30 | Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης