Σήμερα, 2 Απριλίου, την ημέρα των γενεθλίων του μεγάλου παραμυθά, Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου και οι συντάκτες του ελc επιστρέφουν στα παιδικά τους χρόνια και μοιράζονται τα δικά τους πολύ αγαπημένα βιβλία που τους έμειναν σαν αίσθηση, αποτύπωμα ή δυνατή ανάμνηση.

Άλλωστε, όπως αναφέρει η Λετονή συγγραφέας Inese Zandere στο μήνυμά της για τη φετινή Ημέρα, «Το βιβλίο είναι ένα μυστήριο, όπου μπορεί να βρεθεί κάτι απρόβλεπτο ή κάτι άπιαστο. Εκείνο που οι αναγνώστες μικρής ηλικίας δεν μπορούν να συλλάβουν στο μυαλό τους, παραμένει αποτύπωμα στη συνείδησή τους και συνεχίζει να ενεργεί, έστω κι αν δεν ήταν απόλυτα κατανοητό.» 

Άννα Ρούτση

Τα βιβλία μου ήταν πάντοτε καταφύγιο και απόδραση ταυτόχρονα. Νομίζω ότι μεγάλωσα με τα αναγνώσματα των γνήσιων γονιών της εποχής του Ρήγα: Μαξίμ Γκόρκι στις παλιές εκδόσεις της Εστίας με το χοντρό γαλάζιο εξώφυλλο.

Παραδοσιακά παραμύθια της Μαρούλας Κλιάφα, αυτοί οι πολύ σκοτεινοί θρύλοι, όπως με τη μάνα που γίνεται δεκοχτούρα και φωνάζει τα παιδιά της (ένα τραυματάκι πρέπει να μου άφησαν αυτά, πάντως).

Ένα από τα βιβλία που μου έμεινε ήταν ο Πρίγκιπας κι ο Φτωχός του Μαρκ Τουέιν. Δεν ξέρω αν έφταιγε το ότι το διάβασα ένα διάστημα λίγων ημερών που πέρασα στο Παίδων. Αλλά μου εντυπώθηκε αυτή η αντιμετάθεση των χαρακτήρων και καταστάσεων, η αλλαγή των θέσεων, το ‘εγώ γίνομαι εσύ’, το ότι όλα δεν είναι όπως φαίνονται και η χαρά είναι στα απλά πράγματα.

Έκτοτε αναγνωρίζω αυτό το βασικό μοτίβο σε πολλά βιβλία που με τη σειρά μου πήρα στα δικά μου παιδιά μου: Την παπλωματού, το αγόρι με τη ριγέ πιτζάμα… και περιμένω να δω τα αποτελέσματα!

old boy

Δεν είναι ένα συγκεκριμένο παιδικό βιβλίο. Δεν είναι καν παιδικό βιβλίο. Δεν είναι καν βιβλίο. Ήταν η σειρά των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Ίσως από παιδί είχα μια προτίμηση στο συνδυασμό εικόνας και κειμένου, μια προτίμηση σε ιστορίες που διαδραματίζονταν μπροστά στα μάτια μου σαν ταινίες.

Δεν επιλέγει κανείς πότε θα αγαπήσει τη λογοτεχνία. Την αγάπησα λίγο αργότερα. Μπόρεσα να εκτιμήσω τον πλούτο των χωρίς εικόνων ιστοριών της λίγο αργότερα. Δεν τα κάνουμε όλα στη ζωή μας με τη σωστή σειρά κι ακολουθώντας τα σωστά βήματα. Φοβάμαι ότι τα παιδικά βιβλία πέρασαν και δεν με ακούμπησαν. Το λάθος προφανώς δεν ήταν δικό τους. Χρόνια σου πολλά, παιδικό βιβλίο, και σε παρακαλώ μην με ξεσυνερίζεσαι.

Πέπη Νικολοπούλου

Ο Θησαυρός της Βαγίας, Ζωρζ Σαρή

Ήταν ένα από αυτά τα αμέριμνα ζεστά καλοκαίρια που τα τζιτζίκια συνέθεταν τις πιο λαμπρές τους συμφωνίες ανάμεσα στις μουριές της Καλλιρόης, της σπιτονοικοκυράς μας. Είχε ένα μονόχωρο σπίτι στην αυλή του κεντρικού σπιτιού που νοίκιαζαν οι γονείς μας αντί καλοκαιρινών 15θήμερων διακοπών σε κάποιο ελληνικό νησί, που τα συγκέντρωνε όλα και εκεί κάτω από τη μεγαλόπρεπη μουριά το έπαιρνα στα χέρια μου και βυθιζόμουν στις αγωνιώδεις περιπέτειες της παρέας τους – Ο θησαυρός της Βάγιας.

Το πρώτο βιβλίο της λατρεμένης Ζωρζ Σαρή που κυκλοφόρησε το 1969 και η πρώτη μου κατάδυση στα μυστικά ενός τόπου, στα μυστήρια που κρύβουν οι πέτρες, τα πηγάδια που βρίσκονται πίσω από τις ιστορίες και τους θρύλους που από στόμα σε στόμα παραμένουν ζωντανοί.

Στο βιβλίο, μια παρέα μπλέκεται σ’ ένα μυστήριο και προσπαθεί να βρει ένα θησαυρό στην Αίγινα. Ένα θησαυρό που η ανακάλυψή του τους οδηγεί στις μέρες της Κατοχής. Στην αληθινή μου ζωή, μια παρέα πάνω σε ποδήλατα, με χάρτες καμωμένους με τη φαντασία τους σκαρφαλώνει τους πέτρινους τοίχους του Φρουρίου στο Ρίο, βουτάει στη θάλασσα του Πατραϊκού Κόλπου και αναζητά τη χαμένη Ατλαντίδα…

Βαρβάρα Σαββίδη

Είναι περίεργο, αλλά κρατώ μόνο την αίσθηση του βιβλίου που με είχε εντυπωσιάσει περισσότερο από όλα σαν παιδί, σκηνές που είχα εικονογραφήσει λεπτομερώς στο μυαλό μου, διάσπαρτους χαρακτήρες, τον άνθρωπο που μου το έκανε δώρο, αλλά όχι τον τίτλο του. Λυπάμαι που χάθηκε από τη μνήμη μου και δεν μπορώ να το επαναφέρω, τη δουλειά του όμως την έκανε, ενεργοποίησε στο μέγιστο τη φαντασία και την περιέργειά μου, ενώ το καταβρόχθιζα.

Ως παιδί, έμαθα να αγαπώ το εξωσχολικό διάβασμα περισσότερο από το σχολικό, με οδηγούς την Άλκη, τη Ζωρζ, την Πηνελόπη, τον Αίσωπο, τον Ρόαλντ. Αν πρέπει λοιπόν να ξεχωρίσω ένα βιβλίο για την αίσθηση που μου είχε προκαλέσει, θα διάλεγα «Το Καπλάνι της βιτρίνας», στο οποίο επανερχόμουν συχνά για να βουτήξω στις μυστηριώδεις ιστορίες του βαλσαμωμένου τίγρη.

Δανάη Κωτσάκη

«Παραμύθι χωρίς όνομα», διάβασα όταν ήμουν μικρή στο εξώφυλλο του βιβλίου της Πηνελόπης Δέλτα. «Και γιατί δεν έχουν δώσει όνομα σε αυτό το παραμύθι;», ήταν η πρώτη μου σκέψη καθώς το ξεφύλλιζα απορημένη. Και ξεκίνησα να το διαβάζω, περίεργη να μάθω ποιοι ήταν οι ήρωες αυτού του παράξενου παραμυθιού που μου είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον. Και τώρα, που έχουν περάσει τα χρόνια, καταλαβαίνω τη σημασία του και πόσο επίκαιρο είναι και ας είχε γραφτεί το 1910.

Ένα βασίλειο στην παρακμή του, ο Βασιλιάς Αστόχαστος κοιτά μόνο πώς θα περάσει καλά εκείνος και η γυναίκα του, η Παλάβω, αδιαφορώντας για όσα συμβαίνουν στο βασίλειό του. Οι κάτοικοι έχουν αρχίσει να εγκαταλείπουν τον τόπο τους και στη χώρα των Μοιρολάτρων βασιλεύει πλέον η ερημιά. Μέχρι και το Βασιλόπουλο, ο Συνετός, αποφασίζει να πάρει τη μικρότερη αδελφή του και να ξενιτευτεί, στο δρόμο του όμως συναντά τη Φρόνηση και τη Γνώση που τον πείθουν να γνωρίσει από κοντά τον λαό του, να αγωνιστεί για την αναδιοργάνωση του κράτους και η περιπέτεια ξεκινά…

Ένα παραμύθι για παιδιά που καλό θα ήταν, όμως, να το διαβάσουν και οι μεγάλοι.

Κατερίνα Παρρή

Στην πατροπαράδοτη βόλτα στην έκθεση βιβλίου του Πειραιά με γιαγιά και μαμά, τα λεγόμενα εξωσχολικά βιβλία του καλοκαιριού τα περίμενα πώς και πώς. Οι «Χαρούμενες διακοπές» έμεναν πάντα άλυτες αλλά τα μυθιστορήματα τα τιμούσα με όλη μου τη φαντασία. Σε ανάζητηση λοιπόν στους πάγκους των βιβλίων, μία κυρία έρχεται προς το μέρος μας και συνιστά ανεπιφύλακτα ένα βιβλίο: «Αν δεν το έχετε διαβάσει σας το προτείνω με όλη μου την καρδιά». Αυτό το βιβλίο ήταν οι «Μεγάλες Προσδοκίες», του Τσαρλς Ντίκενς, η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζω αν το πρότεινε για ανάγνωσμα στη γιαγιά μου ή σε μένα, πάντως αν και δεν κατατάσσεται στα «παιδικά» βιβλία, έγινε το καλοκαιρινό δικό μου βιβλίο.

Στη μικρή ηλικία, λοιπόν, που έτυχε να το διαβάσω, η περίεργη γυναίκα που ζούσε στο απομονωμένο αρχοντικό μού ήταν κάπως τρομακτική φιγούρα και πολύ ξένη και ακαταλαβίστικη, το μικρό αγόρι καταλάβαινα καλύτερα και όλες οι περιγραφές του φοβερού σπιτιού γινόταν ακόμα πιο φοβερές στο νου μου, ενώ οι πληγές του χωρισμού και η γοητεία που του ασκούσε η πανέμορφη μυστηριώδη Εστέλα ήταν κι αυτά όχι δυσνόητα αλλά δημιουργούσαν αχνά ερωτηματικά.

Κάποιοι επιστρέφουν και ξαναδιάβαζουν τα βιβλία, θα μπορούσα να το κάνω για να λύσω όλες τις απορίες μου. Δεν το έκανα. Είναι η αίσθηση τελικά που σου αφήνει ένα βιβλίο και αυτή σε βοηθάει αργότερα να αρχίσεις έστω για στιγμές να σου αποκαλύπτονται όλα τα ξένα και τρομακτικά που τότε συνάντησες και να φαντάζουν πιο οικεία, ένα μπρος πίσω περίεργο.

Αργυρώ Μποζώνη

Χωρίς καμία αμφιβολία η Μαίρη Πόππινς. Στη μεγάλη έκδοση του Φυτράκη, με φωτογραφίες από την ταινία. Γιατί την ταινία την είδα αργότερα. Γιατί η Μαίρη Πόππινς; Γιατί ακόμα και σήμερα με ξετρελαίνει η ιδέα πώς με το ελάχιστο «μαγικό» μπορείς να αλλάξεις για πάντα τη ζωή των άλλων. Χωρίς ανταπόδοση. Και περιμένοντας τον αέρα να σε πάρει για την επόμενη στάση.

Η Μαίρη Πόππινς ήταν το φωτεινό αντίδοτο δίπλα στις αλητείες του Χωκ Φιν, τον ζοφερό κόσμο της Τζέιν Έιρ, τον λίγο θλιβερό κόσμο της Μικρής Πριγκίπισσας, ήταν μια ηρωίδα θεραπευτική. Ποτέ δεν την άφησα εντελώς, μάλλον θα προσπαθήσω να μη την ξεχάσω μέχρι τα γεράματα.