Δύο από τις πιο ερεθιστικές παραστάσεις σε επίπεδο προγραμματισμού του ΚΘΒΕ για τη φετινή σεζόν, οι Πυρκαγιές του Ουαζντί Μουαουάντ σε σκηνοθεσία Ιώς Βουλγαράκη στο Βασιλικό Θέατρο και ο Ελέφας του Κώστα Βοσταντζόγλου σε σκηνοθεσία Γιάννη Λεοντάρη στο Μικρό Θέατρο της Μονής Λαζαριστών αντικατοπτρίζουν κρυστάλλινα την ταυτότητα της δεύτερης κρατικής σκηνής της χώρας.

Οι Πυρκαγιές είναι ένα συνταρακτικό έργο, το δεύτερο μιας τετραλογίας με γενικό τίτλο Το αίμα των υποσχέσεων, γραμμένο από έναν σημαντικότατο συγγραφέα, τον Μουαουάντ, έναν αληθινό σύγχρονο κλασικό. Δύο αδέλφια, η Ζαν και ο Σιμόν, μετά τον θάνατο της μητέρας τους Ναουάλ, βρίσκονται μπροστά σε μια παράδοξη αποστολή: να αναζητήσουν έναν πατέρα, τον οποίο νόμιζαν νεκρό κι έναν αδελφό που δεν γνώριζαν την ύπαρξή του και να τους παραδώσουν δύο γράμματα σύμφωνα με τις επιθυμίες της μητέρας τους.

«Ακόμη και νεκρή, θα μας τα πρήζει», λέει ο Σιμόν για τη Ναουάλ, φανερώνοντας τη βαθιά τραυματισμένη σχέση του με τη μάνα του, μια γυναίκα που, τα τελευταία πέντε χρόνια, ζούσε στην απόλυτη σιωπή, αρνούμενη να εκστομίσει έστω και μια λέξη. Μια μαύρη πένα, ένα κόκκινο τετράδιο κι ένα πράσινο σακάκι με τον αριθμό 72 γίνονται τα πρώτα ίχνη για να ξετυλιχθεί το κουβάρι μιας τραγικής ιστορίας.

Όπως συμβαίνει με όλες τις ιστορίες αναζήτησης της ρίζας, από τον Οιδίποδα Τύραννο –οι Πυρκαγιές έχουν σαφέστατες αναφορές στο έργο του Σοφοκλή– μέχρι το Παρίσι Τέξας του Βέντερς, έτσι κι εδώ, η πλοκή είναι σχεδόν αστυνομική, ενώ, όσο προχωράμε προς τη λύση, τα πρόσωπα έρχονται αντιμέτωπα, αναπόδραστα και αμετάκλητα, με το αιώνιο ερώτημα της προσωπικής ταυτότητας: «ποιος είμαι τελικά εγώ;».

Οι Πυρκαγιές, μέσα από το τραύμα της ταυτότητας, μιλούν για την οργή, για τον εμφύλιο, για την ανάγκη «να σπάσει το νήμα του θυμού», για την παράνοια του πολέμου: «δεν ξέρουμε ποιος πυροβολεί ποιον και γιατί: αυτός είναι ο πόλεμος». Η σκηνοθεσία της Βουλγαράκη προσεγγίζει το κείμενο χαμηλόφωνα, χωρίς εντάσεις και αντιστίξεις, μέσα από μια αφαίρεση, μια υποκριτική απλότητα, καθρεφτίζοντας τον ήχο της σιωπής που συνόδευσε τη Ναουάλ στα τελευταία χρόνια της ζωής της. Αυτόν τον ήχο που έπεται της θηριωδίας. Αυτόν τον ήχο της άφατης οδύνης, έτσι όπως αυτή εγγράφεται πάνω σε ένα σώμα που σταδιακά σπαράσσεται (Κίνηση Αλεξάνδρα Καζάζου).

Βλέποντας την παράσταση είχα την αίσθηση ότι η σκηνοθέτις θα ήθελε οι λέξεις του έργου «να πέφτουν σαν σταγόνες σε βαθύ πηγάδι, να ακούγεται ο καθαρός χτύπος της σταγόνας χωρίς τρεμούλιασμα του ήχου μέσα στον χώρο», όπως έλεγε ο μεγάλος Μέγιερχολντ και τα σώματά του να συνθέτουν ένα γλυπτό του ανθρώπινου πόνου.

Αυτός όμως είναι ένας εξαιρετικά απαιτητικός στόχος σε επίπεδο υποκριτικής τεχνικής και δουλειάς. Και δυστυχώς οι περισσότεροι εκ των ηθοποιών, που ανήκουν στο δυναμικό του ΚΘΒΕ, δεν καταφέρνουν να ανταποκριθούν. Οι αναπνοές της ερμηνείας τους μοιάζει να είναι κοντές, να αδυνατούν να φτάσουν στο ηλιακό πλέγμα για να εκπνεύσουν το ρίγος του έργου του Μουαουάντ. Μιλούν το κείμενο του συγγραφέα, η ιστορία κατεβαίνει, αλλά μέχρι εκεί.

Ο Ορέστης Χαλκιάς, ο Κωνσταντίνος Χατζησάββας και ο Χρίστος Στυλιανού είναι οι μόνοι που διακρίνονται, δείχνοντας έναν δρόμο και τις προθέσεις της σκηνοθεσίας. Τις αδύναμες ερμηνείες συνοδεύει ένα αργόσυρτο μοντάζ σκηνών, σε σημεία μια αργή εκφορά του λόγου και μια στατικότητα, με συνέπεια η παράσταση να κουράζει. Εάν οι ερμηνείες είχαν μια φλόγα, κάτι από πυρά που σιγοκαίει υπογείως, η άργητα δεν θα ενοχλούσε. Γιατί δεν θα ήταν άργητα. Θα ήταν ροή. Και η ποίηση θέλει ροή. Εσωτερική. Αυτή είναι που λείπει εκκωφαντικά από την παράσταση.

Η ποιητική μετάφραση της Έφης Γιαννοπούλου, η κινηματογραφικής λειτουργίας μουσική του Γιώργου Χριστιανάκη και ο λιτός σκηνικός χώρος της Anna Fedorova χαρίζουν πολύτιμες ανάσες. Ένα δέντρο της ζωής κυριαρχεί στο κέντρο της σκηνής του Βασιλικού, και, καθώς η ιστορία φτάνει σε κορύφωση, αποσυντίθεται. Μένει ένα ξερό, στιλπνό κουφάρι να θυμίζει τις ρίζες, τα γεννητικά όργανα, τη στέρφα γη ενός ξεριζωμού. Του πρώτου. Αυτού της μάνας που τη χώρισαν βίαια από το παιδί.

Συνολικά, οι Πυρκαγιές της Βουλγαράκη είναι μια προσεγμένη δουλειά, που, συστήνει στο κοινό της Θεσσαλονίκης ένα σπουδαίο έργο (πρωτοανέβηκε στο Εθνικό το 2012 σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη). Τα σπουδαία έργα, ωστόσο, εξαϋλώνονται χωρίς σπουδαίες ερμηνείες. Βεβαίως, τίποτα δεν πάει χαμένο. Η παράσταση είναι σίγουρα ένα πολύ καλό training για τους ηθοποιούς του ΚΘΒΕ σε περιοχές δύσβατες και άγνωστες. Και αυτό είναι κέρδος.

Ο Ελέφας, από την άλλη, είναι μια εντελώς διαφορετική πρόταση. Ένα σπαρταριστό νεοελληνικό κείμενο. Όπου η γλώσσα ενώνει μοναδικά, σε μια παράδοξη συνύπαρξη, το χιούμορ με τη βία. Στο κέντρο μια ιστορία ενός εγκλήματος σε ένα απομακρυσμένο χωριό της ελληνικής επαρχίας. Η παράσταση ξεκινά με ένα …θυμιάτισμα: ένας ηθοποιός περιφέρεται με ένα καντήλι, θυμιατίζοντας ένα κιτς συνονθύλευμα (σκηνικά: Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου) σκηνικών στοιχείων: κακόγουστες αφίσες τοπικών εκδηλώσεων, γλάστρες, μια κουζίνα, ένα πόντιουμ για χρήση dj, λαμπάκια, μια ομπρέλα, ένα δορυφορικό πιάτο «astra».

Ταυτόχρονα, μια άλλη ηθοποιός τοποθετεί πάγκους-στασίδια μπροστά στις τρεις κερκίδες των θεατών. Το θέατρο μετατρέπεται σε εκκλησία. Γίνεται ο ιερός χώρος, όπου ο θεατής θα αναμετρηθεί στοχαστικά με το τέρας που κρύβει μέσα του. Ένα πιάτο φακές του προσφέρεται ως αντίδωρο. Ένα πιάτο που χωράει όλη τη σκοτεινή πλευρά της ελληνικής παράδοσης.

Ο Γιάννης Λεοντάρης, μετά από την Απειλή της Άρτεμις Μουστακλίδου, ασχολείται ξανά με ένα νεοελληνικό κείμενο, που θέτει στο προσκήνιο το φόβο ως γενετήσια μορφή βίας. Ο αθάνατος συνδυασμός ημιμάθειας και έπαρσης, η πληγή της ξενοφοβίας και η μάτσο αρσενική συμπεριφορά παρελαύνουν αγέρωχα και αμίμητα μέσα από μια παράσταση που σε ξεκουράζει ενεργητικά.

Το κωμικό προκύπτει κυρίως μέσα από την ιδιόμορφη χρήση της γλώσσας. Η γραφή του Βοσταντζόγλου παραπέμπει σε τοπικά ιδιώματα της Θεσσαλίας, της Ρούμελης ή και της Ηπείρου και μπολιάζεται με όρους του σύγχρονου lifestyle, αλλά και με εκφράσεις με καταγωγή από την περίοδο της χούντας. Αυτή η δύσκολη γλωσσική συνθήκη γίνεται το πρώτο εργαλείο εργασίας για τους ηθοποιούς. Και η βάση για τη δουλειά με τον ρυθμό και το σώμα. Οι λέξεις λιώνουν, συχνά ακολουθούν μια μουσική παρτιτούρα, το τραγούδι εισέρχεται δυναμικά παραπέμποντας σε αυτό που ο σκηνοθέτης εύστοχα ονόμασε «βουκολικό μιούζικαλ», μια παράδοξη κινησιολογία εγκαθιδρύεται και το κωμικό απογειώνεται.

Οι ηθοποιοί, όλοι εντός κλίματος, καταθέτουν αξιομνημόνευτες ερμηνείες. Σε στιγμές μόνο αισθανόμουν ότι ο Νικόλας Μαραγκόπουλος (Μήτσος) χρειάζεται μεγαλύτερη τριβή με την αλλόκοτη γλώσσα του κειμένου. Ξεχωρίζει η Γωγώ της Σοφίας Καλεμκερίδου. Οι λέξεις «απολαυστική» και ταυτόχρονα «τρομερή» (εκ του …τρόμου) είναι πολύ λίγες για να εκφράσουν αυτό που καταφέρνει η ηθοποιός στη σκηνή.

Δεν είναι η πρώτη φορά που μια συμπαγής δημιουργία έρχεται από μια μικρή σκηνή του ΚΘΒΕ. Θυμίζω το Γκιακ της Γεωργίας Μαυραγάνη, το Σωτηρία με λένε της Χριστίνας Χατζηβασιλείου, το Festen του Γιάννη Παρασκευόπουλου. Στη μικρή κλίμακα, το ΚΘΒΕ τα τελευταία χρόνια προτείνει. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με τη μεγάλη κλίμακα. Και, να μην ξεχνάμε, ότι ο μύθος ενός θεάτρου, το καλλιτεχνικό του στίγμα, αλλάζει από τις μεγάλες σκηνές. Η καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιάννη Αναστασάκη έχει επιδείξει θαυμαστό έργο στο κομμάτι της οικονομικής διαχείρισης και εξυγίανσης του ΚΘΒΕ. Καθόλου αμελητέο. Καθόλου αυτονόητο. Έχει δείξει ευαισθησία για τον κοινωνικό ρόλο του θεάτρου μέσα από προγράμματα για ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες. Και σε επίπεδο μικρής κλίμακας τα καταφέρνει. Στις προτάσεις του όμως για τις μεγάλες σκηνές δεν ρισκάρει, δεν επιχειρεί να σπάσει χρόνιες κακοδαιμονίες του ΚΘΒΕ. Και γίνεται θύμα της ελλιπούς θεατρικής αγοράς της πόλης. Μια παλιά αντίληψη περί λαϊκού καταδικάζει τη Μονή Λαζαριστών σε αραχνιασμένες παραστάσεις. Η έλλειψη φαντασίας και τόλμης καταδικάζει την ΕΜΣ και το Βασιλικό σε «προσεγμένες δουλειές». Λείπουν παραστάσεις με καλλιτεχνικό εκτόπισμα όπως το Απόψε αυτοσχεδιάζουμε του Δημήτρη Μαυρίκιου, το Ξύπνα Βασίλη του Άρη Μπινιάρη, η Χριστουγεννιάτικη ιστορία του Γιάννη Μόσχου, για να αναφέρω μόνο ορισμένες φετινές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου. Και εκεί χρειάζεται υπέρβαση και δουλειά. Και πολιτική βούληση που θα στηρίξει μια φρέσκια, ανανεωτική πνοή σε έναν μεγάλο πολιτιστικό οργανισμό, που απορροφά υψηλές επιχορηγήσεις και αποτελεί το βαρόμετρο για τη θεατρική ζωή της Θεσσαλονίκης.

Info παραστάσεων:

Ελέφας | 9 Φεβρουαρίου – 31 Μαρτίου 2019 | Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών

Πυρκαγιές | 6 Μαρτίου – 21 Απριλίου 2019 | Βασιλικό Θέατρο