Ήταν καλοκαίρι του 2002 περίπου, όταν το κορίτσι που είχα αποθηκευμένο στο κινητό ως «πανέΜορφη» ήρθε στο «Γιούσουρι»  το μπαρ που δούλευα και καθώς λέγαμε τα νέα μας μου είπε για την ασχολία της με το τραγούδι και ότι δουλεύει με τον Φοίβο Δεληβοριά, τα χρόνια πέρασαν και η πανέμορφη αυτή κοπέλα έκανε τα όνειρα της πραγματικότητα. Η Ρένα Μόρφη από τότε μπαίνει στα σπίτια μας μέσα από τα τραγούδια της. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα συναντώ την Ρένα στο Παγκράτι, στην περιοχή όπου κατοικεί από τότε που άφησε τον Βόλο για να μιλήσουμε για τις εμφανίσεις της στο «Σταυρό του Νότου club», την περιοδεία της στην Ελλάδα, την πορεία της μεχρι τώρα, το καινούριο της χριστουγεννιάτικο τραγούδι αλλά και το άλμπουμ της που είναι στα σκαριά.


Πώς ξεκίνησες να τραγουδάς;

Ήμουν ένα παιδί που δε φοβόταν την έκθεση. Ήθελα να παίρνω μέρος στις χριστουγεννιάτικες γιορτές, να παίρνω μέρος στο χορευτικό, ήθελα να δείχνω τις χορευτικές μου κινήσεις, μου άρεσε. Όταν μου έλεγε η μαμά μου πες ένα τραγούδι δεν είχα πρόβλημα, δεν ήμουν ντροπαλό παιδί. Αργότερα άρχισα να σκέφτομαι την υποκριτική, γιατί ξέρεις όταν είσαι παιδί τα έχεις λίγο μπλεγμένα. Η υποκριτική περιέχει χορό και τραγούδι και μου φάνταζε υπέροχο. Αργότερα είδα μια συναυλία του Φοίβου Δεληβοριά που είχε έρθει στο Βόλο το 2001 και πριν προλάβει καν να πει δυο τραγούδια κατάλαβα ότι αυτό ήταν που θέλω να κάνω. Και δεν ήταν ότι είχε εξαιρετική δεξιοτεχνία στη φωνή, είναι ένας τραγουδοποιός που αρθρώνει τον λόγο του με τέτοιο τρόπο που σου περνάει ακόμα και τραγούδια άλλων που δεν είχα ξανακούσει ποτέ έτσι, όπως ένα τραγούδι του Άκη Πάνου και του Βαμβακάρη. Ήταν ο λόγος ουσιαστικά που ασχολήθηκα με το λαϊκό τραγούδι.

Το επόμενο βήμα;

Παθιάστηκα με την ιδέα και σε ένα μήνα άρχισα κιόλας να κάνω μαθήματα φωνητικής, ήμουν τυχερή γιατί βρέθηκε μπροστά μου η Βάσια Ζαγόρη, η δασκάλα μου που με έκανε ν’ αγαπήσω το τραγούδι. Ξέρεις είναι πολύ σημαντικό να έχεις ένα δάσκαλο που θα σε κάνει να αγαπήσεις τη μουσική και θα σε οδηγήσει σ’ αυτό που θες. Το εισιτήριο μου για να φύγω από τον Βόλο ήταν να περάσω στη σχολή όπως και έγινε, και μόλις νοίκιασα το σπίτι μου και εγκαταστάθηκα θεώρησα ότι έχω κατακτήσει το όνειρο και σταμάτησα να πηγαίνω στη σχολή.

«Μεταξύ απόλυτης άγνοιας, κινδύνου και αυθορμητισμού βγήκα τελικά σ’ αυτό το χώρο»

Άρχισα να βλέπω ταινίες, να πηγαίνω στα δισκοπωλεία, όπου έπαιρνα τους φθηνότερους δίσκους, το οποίο τελικά είχε αποτέλεσμα, γιατί τα φθηνά ήταν παλιοί δίσκοι από λαϊκά κι έτσι άρχισα να μαθαίνω τα άπαντα της Καίτης Γκρέυ, της Πόλυ Πάνου, τα πρώτα τραγούδια της Πρωτοψάλτη. Αυτό σε οδηγεί στο ν’ αποκτήσεις μια πιο βαθιά γνώση ακόμα και άθελα σου. Μαθαίνω λοιπόν κάποια στιγμή ότι ο Φοίβος έχει οντισιόν και πήγα. Κόπηκα φυσικά. Μου εξήγησε ότι δεν είμαι έτοιμη ακόμα – κι όταν είμαι έτοιμη θα το ξαναδούμε – . Στεναχωρήθηκα πολύ, γιατί σκεφτόμουν πως μπόρεσε να κόψει τη φίλη του. Ένα χρόνο αργότερα ενώ συνεχίζουμε να κάνουμε παρέα πήγα ως βοηθός παραγωγής στις παραστάσεις του. Πήγαινα τους καφέδες, ψωνίζαμε τα ρούχα που θα έβαζε στις παραστάσεις και τέτοια. Μια μέρα λοιπόν που ήταν άρρωστος μου λέει «θ ανέβεις να κάνεις εσύ την πρόβα;» Κι ανέβηκα. Είπα όλα τα τραγούδια, κάτω λοιπόν ήταν και ο μάνατζερ του και άλλος κόσμος. Τελειώνοντας οι παραστάσεις κάποια στιγμή με παίρνει τηλέφωνο μου λέει «σου ‘φεξε». Ο Παναγιώτης είπε να σου δώσουμε μια ευκαιρία για την περιοδεία που θα κάνουμε τωρα. Και έτσι ξεκίνησα ουσιαστικά.

Οι «Imam Baildi» πώς μπήκαν στη ζωή σου;

Σε αυτή την περιοδεία λοιπόν που κάναμε τότε με τον Φοίβο ήρθε να μας ακούσει ο Λύσανδρος σε μια πρόβα. Και έμαθε ότι τραγουδάω. Δεν με είχε ακούσει καν. Αλλά εγώ ήδη σαν παρουσία είχα δηλώσει ότι ασχολούμαι με το ρεμπέτικο και ότι είναι κάτι που με εκφράζει. Την ίδια εβδομάδα λοιπόν με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε έχουμε παραστάσεις σε μια εβδομάδα μία στη Λάρισα και μετά στο «Κ44». Ανέβηκα χωρίς πρόβα, επειδή απλά ήξερα τα τραγούδια. Τώρα αν με ρωτήσεις, τελικά δεν τα ήξερα, αλλά πολύ αργότερα το συνειδητοποίησα, μεταξύ απόλυτης άγνοιας, κινδύνου και αυθορμητισμού βγήκα τελικά σ’ αυτό το χώρο και βασικά λόγω συγκυριών βρέθηκα στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή. Δεν με είχαν προσλάβει φυσικά επειδή κάναμε ένα live. Το live ήταν η οντισιόν μου. Το θέμα είναι όμως ότι εκείνα τα 50 πρώτα άτομα που μας άκουσαν με ενέκριναν, και πάντα ο κόσμος είναι αυτός που εγκρίνει για το αν θα συνεχίσεις ή όχι.

«Περιμένουμε αν θα πετύχουμε το μεγάλο δώρο πίσω από την κουρτίνα ένα ή την κουρτίνα δύο»

Ας μιλήσουμε λίγο για την παράλληλη ιστορία της Φιλοσοφικής, τον αιώνιο πόνο των γονιών για τα παιδιά που ξεκινούν κάτι άλλο.

Η παράλληλη ιστορία είναι ότι εγώ τα έχω παρατήσει και χαίρομαι πάρα πολύ που ο μπαμπάς μου πληρώνει το ενοίκιο για να έχω ένα διαμέρισμα εδώ. Έχω περάσει μεχρι το τρίτο έτος δέκα μαθήματα από τα σαράντα πέντε, μέχρι που στο τρίτο έτος σού δίνεται η ευκαιρία να πας εράσμους, και φυσικά λέω «ωραία θα κανουμε κι ένα ταξιδάκι στο εξωτερικό» αλλά για να περάσεις έπρεπε να έχεις περάσει έναν αριθμό μαθημάτων, έτσι πέρασα άλλα πέντε ώστε να μπορέσω να πάω. Επέλεξα λοιπόν την Ισλανδία που δεν την είχε δηλώσει κανένας, εκεί έκανα μερικά μαθήματα φιλοσοφίας και από την στιγμή που είχα περάσει αυτά τα μαθήματα ασχολήθηκα λίγο παραπάνω και άρχισα να δίνω μαθήματα. Ήρθε η στιγμή λοιπόν που επαγγελματικά άρχισα να τα πηγαίνω καλά και το άγχος μου στο τι δρόμο θα πάρω στη ζωή μου με οδήγησε στο να τελειώσω τη σχολή, και μάλιστα δεν άργησα να την τελειώσω, ήταν σαν ένα μεγάλο μακροβούτι. Αυτό ήταν το δεύτερο σταυροδρόμι της ζωής μου, το πρώτο ήταν όταν ήμουν στην τρίτη λυκείου και έπρεπε να συμπληρώσω το μηχανογραφικό μου, είχα αποφασίσει ότι θέλω ιστορικό αρχαιολογικό αγάπησα πολύ την ιστορία, μου άρεσε πολύ σαν τομέας. Είμαι πολύ χαρούμενη που το ακολούθησα γιατί εμβαθύνοντας σου δίνει τεράστια κριτική ικανότητα για το πώς πορεύεσαι στη ζωή σου. Η ιστορία έχει μεγάλη σχέση με τη μουσικη για μένα, το τραγούδι και η ιστορία προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν την ανθρώπινη ψυχή, με τον δικό τους τρόπο. Η Ιστορία προσπαθεί να σου δείξει ότι μέσα από τα επαναλαμβανόμενα λάθη που κανουμε υπάρχει ένας πολύ συγκεκριμένος κώδικας αντίληψης του ανθρώπου σαν είδος και μπορείς να προλάβεις καταστάσεις αν το αντιληφθείς, να μην βυθιζόμαστε ας πούμε σε εθνικιστικά σκοτάδια, αν γνωρίζεις ιστορία αντιλαμβάνεσαι το κατά πόσο είμαστε πάρα πολύ «αρχαίοι Έλληνες». Η μουσικη από την άλλη προσπαθεί να αποτυπώσει συναισθήματα που είναι κάτι άυλο. Η Ιστορία προσπαθεί να εξηγήσει τι είναι αυτό που είσαι και η μουσική τι είναι αυτό που νιώθεις, οπότε μου φαίνεται ότι αυτά συνδέονται κατά κάποιο τρόπο.

Οπότε ως σκεπτόμενος άνθρωπος ασχολείσαι με την πολιτική;

Μέχρι εκεί που δεν με πληγώνει, ξέρεις δεν μπορώ να ξεχάσω τον διχασμό που ζήσαμε στο δημοψήφισμα, εκεί κοινωνικά υπήρξε πρόβλημα. Εγώ με τη φίλη μου μπορει να θυμώναμε η μία με την άλλη, σου δημιουργούσε ένα άσχημο συναίσθημα, υπήρχε μια εμφύλια αναταραχή. Φυσικά δεν μιλάω για μεγέθη που οδήγησαν σε μια επανάσταση, αλλά παρατηρώ δυστυχώς μέσα από την άγνοια και την έλλειψη γνώσεων ότι είμαστε πολύ παρορμητικοί ως λαός, το θέμα μας είναι ποιος θα δώσει τα λεφτά, δεν αντιλαμβανόμαστε ότι πρέπει να υπάρξει κάποιο σύστημα για τις αλλαγές. Περιμένουμε αν θα πετύχουμε το μεγάλο δώρο πίσω από την κουρτίνα ένα ή την κουρτίνα δύο.

Πιστεύεις ότι ενώ ιστορικά έχουμε τα πεπραγμένα να αντιληφθούμε το τι γίνεται σ’ αυτή την χώρα και να διορθώσουμε καταστάσεις, ότι κλείνουμε τα μάτια και γυρίζουμε την πλάτη σε πιθανότητες ουσιαστικής διόρθωσης;

Θεωρώ ότι αποφεύγουμε την πραγματικότητα, γιατί κρίση ουσιαστικά είχαμε όταν είχαμε λεφτά, γιατί σαν νεοσύστατο έθνος δεν είχαμε ποτέ λεφτά, είχαμε πάντα βοήθεια από τις ξένες δυνάμεις. Οπότε όταν παίρνεις ένα πακέτο θεωρείς σωστό να το κάνεις Porsche, όχι να χτίσεις ένα σχολείο. Αυτό ήταν ένα κατεστημένο που το θυμάμαι σαν παιδί, εννοείται ότι όλοι έκλεβαν την εφορεία. Ρώταγες πώς έχτισε το σπίτι του ο τάδε και σου έλεγαν πήρε πακέτο. Μικρή νόμιζα ότι αυτά τα πακέτα είναι κουτιά με πολλά λεφτά που μας δίνουνε δώρο επειδή μας αγαπάνε. Όλο αυτό λοιπόν ήταν μια παρένθεση, τωρα έχουμε απλά γυρίσει σε μια φυσική κατάσταση.

Μετά τη μικρή παρένθεση, θέλω να επιστρέψω στους «Imam Baildi», ξεκινάς μαζί τους και γίνεσαι το πρόσωπο μιας εποχής που δημιούργησε μια αναταραχή στα μουσικά δεδομένα με το ρεμπέτικο να ξαναγίνεται μόδα και να φτάνει σε αυτιά που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τα άκουγαν ποτέ. Έχετε επίγνωση του τι δημιουργήσατε;

Εγώ ήμουν απλά το πρόσωπο των live, αυτός που έκανε τη μόδα ήταν ο Ορέστης Φαληρέας με τον αδερφό του Λύσανδρο που δημιούργησαν το project των «Imam Baildi» το 2007. Εγώ μπήκα στην μπάντα το 2010 όταν θέλησαν να κάνουνε τις ζωντανές εμφανίσεις. Ο Ορέστης ακούει πολύ hip hop μουσική και σε όλη την αμερικάνικη μουσικη υπάρχει η έννοια των samples, παίρνεις μια μουσικη και την βάζεις με λούπα. Ακριβώς έτσι άρχισε να πειραματίζεται με την ελληνική μουσική, τότε θεωρήθηκε πολύ περίεργο και τρελό έγινε μόδα η διασκευή αλλά όχι ο τρόπος που το έκαναν. Για μένα το πιο σημαντικό όμως είναι το πώς με μαγικό τρόπο τα παιδιά κατάφεραν αυτούς τους ήχους να τους ταξιδέψουν σε μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού και ο κόσμος ν’ αντιδρά με μεγάλο ενθουσιασμό. Αυτό ήταν ένα τεράστιο κατόρθωμα των «Imam Baildi».

Πώς αντιδρούσατε στα σχόλια όπου έλεγαν ότι είναι ντροπή ν’ ακουμπάτε τέτοια τραγούδια; Ότι το ρεμπέτικο θέλει μαγκιά και ότι βεβηλώνετε τη μνήμη των δημιουργών;

Θα σου πω το εξής, βλέπω συχνά παλιές εκπομπές όπως αυτή του Γιώργου Παπαστεφάνου, κάποια στιγμή λοιπόν έχει καλεσμένη σε πολύ μικρή ηλικία την Χάρις Αλεξίου, όπου της κάνει την ερώτηση για το πώς αντιδρά στα σχόλια του κόσμου που τολμάει να πιάσει τα παλιά λαϊκά τραγούδια. Η ίδια τότε με τρομερή αθωότητα και αυθορμητισμό λέει «γιατί μ’ αρέσουν, τ’ αγαπάω και τα λέω». Πέρα απ’ αυτό πάντως τα σχόλια ήταν σε πολύ μικρή κλίμακα, η αγάπη του κόσμου και η αποδοχή πάντα υπερτερούσε των κακών σχολίων, άλλωστε αυτή είναι η τακτική της εποχής μας στον κόσμο των κοινωνικών δικτύων, η αίσθηση της δύναμης ότι η γνώμη μας μετράει μόνο και μόνο επειδή έχουμε σύνδεση στο ίντερνετ. Η αγάπη μας και η καλή μας πρόθεση ήταν αυτή που μας έφερε κοντά στον κόσμο και αυτός είναι και ο λόγος που κανουμε μια παύση αυτή τη στιγμή με τους «Imam Baildi» γιατί θέλουμε να δούμε το μετά πριν ξεζουμίσουμε τους εαυτούς μας καλλιτεχνικά. Όταν λοιπόν έχουμε να πούμε κάτι καινούριο θα επανέλθουμε. Και το βρίσκω πολύ ειλικρινές όλο αυτό.

«Μ’ αρέσει να φοράω τα καλά μου και να λάμπω αλλά όχι με φθηνό τρόπο, στρας όχι trash…»

Πώς είναι η solo καριέρα;

Περνάω πολύ καλά, θεωρώ ότι έγινε σε ένα πολύ ώριμο σημείο της ζωής μου, εγώ είχα πολύ ωραίες ιδέες  συγκεκριμένα τη «Σούλη Ανατολή» και συμπέσαμε και με τον Φοίβο Δεληβοριά χρονικά στο να κανουμε την έμπνευση μας πραγματικότητα, κι ενώ δεν ένιωθα έτοιμη ήρθε η στιγμή που δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Το αστείο είναι ότι ο κόσμος με έχει συνδέσει με τις διασκευές και με σταματάνε και μου λένε «τι ωραία που λες το «Όταν σου χορεύω, έχουμε ξεχάσει και το πρωτότυπο». Τώρα έχω την ευχέρεια να διαλέγω και τραγούδια που μου ταιριάζουν, δεν είμαι εγκλωβισμένη στις διασκευές, κάναμε αυτό το project και τώρα περνάμε στο επόμενο βήμα, ο Ορέστης Φαληρέας κάνει την παραγωγή για το άλμπουμ μου κι έτσι είναι σα να κάνει κι εκείνος μια διαφορετική συνέχεια. Η «Σούλη Ανατολή» είναι ο καλός αψεγάδιαστος χαρακτήρας μου, η καλή οικοδέσποινα, μ’ αρέσει να φοράω τα καλά μου και να λάμπω αλλά όχι με φθηνό τρόπο, στρας όχι trash…Μήπως να πω έτσι το δεύτερο μου αλμπουμ; Θέλω να ξεκινήσω από την αρχή και να το χτίσω από την αρχή.

Ας περάσουμε στο τώρα λοιπόν και στο καινούριο χριστουγεννιάτικο τραγούδι σου αλλά και τις εμφανίσεις σου.

Αυτή την στιγμή βρισκόμαστε στο στούντιο, ο δίσκος έχει ήδη ηχογραφηθεί, είχαμε λοιπόν την ιδέα να κανουμε ένα όμορφο χριστουγεννιάτικο τραγούδι που θα είναι σαν μελομακάρονο κάτι πολύ κλασικό. Είναι σε στίχους και μουσικη του Δημήτρη Μπαλογιάννη και την ενορχήστρωση την αφήσαμε σε ένα διαφορετικό ύφος από τον υπόλοιπο δίσκο μου και χαίρομαι πολύ που το κάναμε.

Τι έχουμε να περιμένουμε από σένα;

Ξεκινήσαμε τα live στον «Σταυρό του Νότου club» από τις 14 Δεκέμβρη και θα παίξουμε μέχρι 4 Ιανουαρίου, όπου θα πούμε τα τραγούδια του πρώτου μου δίσκου, κάποια καινούρια ακυκλοφόρητα από τον ερχόμενο δίσκο αλλά και διασκευές που έχουμε αγαπήσει. Παράλληλα συνεχίζω την περιοδεία μου στη Δράμα και στη Χαλκίδα. Μαζί μου θα είναι ο συνθέτης Δημήτρης Μπαλογιάννης, ο Λάμπης Κουντουρόγιαννης στην ηλεκτρικη κιθάρα, ο Αστέρης Παπασταματάκης στα πλήκτρα, ο Άγγελος Πολυχρόνου στα κρουστά και ο Σπύρος Λιγκώνης στα ντραμς, και έρχεται και ο Κάρλος Μενέντεζ που παίζει κρουστά από την Κούβα αποκλειστικά για αυτές τις παραστάσεις και την ηχογράφηση.

Info:

H Ρένα Μόρφη παρουσιάζει τη Σούλη Ανατολή | Σταυρός του Νότου Club